Τα Ριζά: "Η δημιουργικότητα σε έναν καιρό που νιώθεις ότι είναι σαν να έχουν ειπωθεί τα πάντα, είναι ούτως ή άλλως ζόρικη υπόθεση"...

Συνέντευξη: Γιώργος Αθανασόπουλος

Τα Ριζά είναι το νεοσύστατο μουσικό όχημα που χρησιμοποιούν οι Κωστής Ζουλιάτης,Θεμιστοκλής Καρποδίνης και Πέτρος Λαμπρίδης για να παρουσιάσουν μια ενότητα τραγουδιστικών αφηγήσεων βασισμένη στην νησιωτική ελληνική παράδοση. Έχοντας εκ των πραγμάτων μια χρονική απόσταση να γεφυρώσουν, προτείνουν μια εκλεκτική προσέγγιση ηχογραφήσεων που έτσι ή αλλιώς έχουν διαγράψει κατά καιρούς αυτόνομα τη μικρή ή μεγάλη τους ιστορία στο ελληνόφωνο σύμπαν.Με αφορμή την κυκλοφορία του ομώνυμου δίσκου τους, μίλησαν στο Merlin’s.

Πως προέκυψε το όνομα και πώς ξεκίνησε το project για τα Ριζά;

Η ιδέα γεννήθηκε στην Πάρο, δύο καλοκαίρια πίσω. Την οφείλουμε στην Βασιλική μας (Μπόγδανου, με τον τόνο στο «ο») που ανέλαβε γι’αυτό και χρέη παραγωγού. Και η ιδέα ήταν να παίξουμε παραδοσιακά τραγούδια, εκείνοι που γνωριζόμαστε και επικοινωνούμε – σε φιλικό και μουσικό επίπεδο – παρά τη φαινομενική ασυμβατότητα των οργάνων για ένα τέτοιο υλικό (φωνή, πιάνο, κοντραμπάσο), ή ίσως και ακριβώς εξαιτίας αυτής. Αρχικά δηλαδή αφορούσε μια ηχογράφηση, δεν ξεκίνησε συναυλιακά. Στις πρόβες, παράλληλα με την ενορχηστρωτική ταυτότητα, αναζητούσαμε και ένα όνομα που να δίνει κάποιο νόημα στην ταυτότητα αυτή – να αποτελεί μια συντομογραφία της. Μετά από διάφορες δοκιμές, τριγυρίζαμε γύρω από την έννοια της ρίζας, της απαρχής. Αυτό άλλωστε συνιστούν αυτά τα τραγούδια για μας. Από την άλλη, συμπυκνώνει και τον τρόπο που τα αντιμετωπίσαμε: κρατώντας τις ρίζες της μελωδίας τους, της αρμονίας τους, των ιστοριών τους, πηγαίνοντας στον πυρήνα τους. Ριζά, πέρα από τις ρίζες, είναι και οι πρόποδες του βουνού.

Πόσος καιρός και τι μεσολάβησε από την αρχική ιδέα ως την υλοποίησή του;

Η αρχική ιδέα, όπως είπαμε, ήρθε το καλοκαίρι του ’17. Η ηχογράφηση έγινε μέσα σε τρεις μέρες, μέσα στον περσινό Φλεβάρη. Από τότε μεσολάβησε ο χρόνος. Ακροάσεις που φέρνουν νέες ιδέες, επεξεργασία που αναδεικνύει αδυναμίες και δυνατότητες, χρόνος που σου επιτρέπει να αλλάζεις κάθε φορά το σημείο που στέκεσαι απέναντι στο υλικό σου. Άλλο πράγμα προβάραμε, άλλο ηχογραφήσαμε και άλλο μιξάραμε. Κάθε στάδιο όμως είχε την περιπέτειά του.

Ποια ήταν τα κριτήρια για την επιλογή των τραγουδιών του άλμπουμ; 

Δεν υπήρχε χάρτης, ούτε μπούσουλας. Η μία επιλογή έφερνε την άλλη. Ο καθένας πρότεινε, ακολουθώντας άλλοτε το ένστικτο, άλλοτε τη σχέση του με το κάθε τραγούδι ή ακόμα και την πρόθεση μιας μουσικής πρόκλησης. Τα πιο έτοιμα από αυτά, εκείνα που κατά τις δοκιμές πήραν μια μορφή συνεκτική στα αυτιά μας, πέρασαν τη διαλογή. Τότε, όταν δηλαδή μαζεύτηκαν όλα, διαπιστώσαμε ότι είχε επικρατήσει ένα νησιώτικο πνεύμα, αφού όλα τα κομμάτια του δίσκου προέρχονται από νησιά. Το κόνσεπτ εδώ – αν μπορείς να πεις ότι υπάρχει τέτοιο – ήταν η προσέγγιση, όχι η θεματική των στίχων, ούτε η καταγωγή των τραγουδιών. Και να πούμε την αλήθεια, δεν το πολυσκεφτήκαμε και τόσο. Προχωράς με αυτό που νομίζεις φυσικό.

 

Ακούγοντας το δίσκο σκέφτηκα το βιβλίο του Περικλή Κοροβέση με τίτλο «Νοσταλγία μνήμης», κάτι που τον χαρακτηρίζει τα Ριζά σε ένα βαθμό. Ωστόσο προφανώς δεν είναι μόνο αυτό. Τι άλλο είναι;

Σε μια συνέντευξή του ο ποιητής Καρούζος, έλεγε ότι για να έχεις νοσταλγίες πρέπει να είσαι μέσα στη διαλεκτική της χαράς και της πίκρας. Μιλώντας έξω από αυτή τη διαλεκτική, ως άνθρωπος του παρόντος, ο ίδιος συμπλήρωνε ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει η μνήμη. Είμαστε μάρτυρες μιας πραγματικότητας που οι καθημερινές διαδικασίες και λειτουργίες της δεν είναι ιδιαίτερα φιλικές προς το φορτίο της ιστορικότητας, της μνήμης. Τα παλιά τραγούδια ανασκευάζονται, απαλλαγμένα από την ιστορική τους σημασία, την καταγωγή, ακόμα και από το νόημα των στίχων, το βάρος των ιστοριών που αφηγούνται. Δεν ξέρουμε αν μας επιτρέπεται να μιλάμε για νοσταλγία, αφού λείπει σίγουρα το πρωτογενές βίωμα – αν λ.χ. αναφερόμαστε στις συνθήκες που γέννησαν ή συνδέθηκαν με τα παραδοσιακά τραγούδια. Τα ίδια τα τραγούδια όμως συνιστούν ένα σημείο αναφοράς. Μιας κοινής, συλλογικής συνείδησης, μιας κοινής πράξης, μιας κοινής φωνής – της φωνής των ανθρώπων που δημιουργούσαν μαζί, δίνοντας προτεραιότητα στο περιεχόμενο και τη λειτουργία του. Το πανηγύρι, η γιορτή, το πένθος, ο χωρισμός, η ξενιτιά. Και όχι, ας πούμε, η διασκέδαση, η προβολή του καλλιτέχνη, η δεξιοτεχνική άσκηση – στοιχεία που συνδέονται κυρίως με την έντεχνη δημιουργία. Από μια άλλη σκοπιά, μιλώντας για το παρόν και ως άνθρωποι του παρόντος, χρειάζεται να αναζητούμε συνεχώς τον λόγο που επιστρέφουμε σε αυτό το ρεπερτόριο και, γιατί όχι, να τον επικαιροποιούμε λαμβάνοντας υπ’όψη και το τι συμβαίνει γύρω μας – ποιες είναι σήμερα οι καταστάσεις και οι εικόνες, με τις οποίες θα μπορούσαν αυτές οι παμπάλαιες και χιλιοτραγουδισμένες ιστορίες να συνομιλήσουν. Και πάλι όμως έρχεται ο Καρούζος: «Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη μὲ δάχτυλα νοσταλγικά. Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα».

Το ηχογραφημένο αποτέλεσμα διατηρεί την αυτονομία του μουσικά ωστόσο επιλέξατε να κυκλοφορήσετε δύο από τα κομμάτια του στο διαδίκτυο με τη μορφή video clip. Πέρα από τους λόγους της προώθησης, υπάρχει το σκεπτικό για μια ευρύτερη οπτικοακουστική παρουσίαση στο σύνολό του;

Στο βαθμό που τα τραγούδια αυτά παράγουν συνειρμούς και συνδέσεις, θεωρούμε ότι μπορούμε να τους αποδώσουμε εικόνες. Αυτό επιχειρήσαμε με το «Ανάθεμα τον αίτιο», στον απόηχο του οποίου ακούσαμε τις αφηγήσεις εκείνων που επιβίωσαν από το κολαστήριο του Ellis Island ή από την καταστροφή της Σμύρνης. Στον «Χύτη», ο οποίος έφυγε χορεύοντας τον σκοπό αυτό, είδαμε τις εικόνες ζευγαριών ενός άλλου αιώνα, που χορεύουν. Με αυτή τη σκέψη, θα θέλαμε να δώσουμε εικόνες και στα υπόλοιπα τραγούδια. Και φυσικά αυτό θα μπορούσε να αφορά κάποια στιγμή και μία συναυλία.
Υπάρχει επίσης πάντα το ενδεχόμενο να τα ανεβάσει κάποιος άλλος στο YouTube, βάζοντας λ.χ. καρτ ποστάλ της Καρπάθου, σε ένα τραγούδι που προέρχεται από την Κάρπαθο. Οπότε είπαμε να το κάνουμε από μόνοι μας λίγο πιο δημιουργικά. Δεν ξέρουμε βέβαια τι από όλα δικαιούσαι να τοποθετήσεις πίσω από την καθαρότητα του «να’ρθούνε τα ξενάκια μας να κάμουν καλοκαίρι» ή την ειλικρίνεια του «έβγα να σε δω να παρηγορηθώ». Θέλουμε όμως να πιστεύουμε ότι υπάρχει πάντα μια διάσταση ακόμα, την οποία μπορείς να δώσεις σε κάτι χιλιοτραγουδισμένο, χωρίς να αλλοιώσεις το φορτίο του, χωρίς να μετατοπίσεις την κατεύθυνση.

Τι μπορεί να πρεσβεύει στις μέρες μας η μουσική μας παράδοση και πόσο επικίνδυνο είναι να ενταχθεί στο σώμα μια «εθνικής συνείδησης»;

Κατ’αρχήν χρειάζεται να πούμε ότι η ίδια η έννοια της παράδοσης, και δη της μουσικής, είναι παρερμηνευμένη. Παράδοση δεν είναι μόνο το κλαρίνο, ο μπάλος, οι μαντινάδες και τα 7/8. Παράδοση είναι και ο Μάλερ, ο Σκαλκώτας, τα τανγκό, το φλαμένκο. Και η λαϊκή μουσική όλου του κόσμου. Ό,τι μας έχει παραδοθεί, ό,τι έχει δώσει καύσιμο για την ερμηνεία των ήχων που γνωρίζουμε, είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως παράδοση. Στην εποχή που μπορείς να είσαι ενήμερος για κάθε απίθανη μουσική που κυκλοφορεί σε κάθε γωνιά του πλανήτη, το να ακούς την λεγόμενη «παραδοσιακή μουσική» με «παραδοσιακά» αυτιά, αφ’ενός είναι αδύνατον – εκτός αν με κάποιον τρόπο ασκητεύεις – αφετέρου είναι μια αντιπαραγωγική διαδικασία.
Όταν το κλαρίνο πρωτομπήκε στη δημώδη μουσική του τόπου, πολεμήθηκε έντονα – ξενόφερτο και τέτοια. Και πράγματι ήταν. Το οφείλουμε στις βαυαρικές μπάντες του στρατού και στους τσιγγάνους, που του έδωσαν από εκεί άλλη πνοή και παίξιμο. Ποιος τολμά να φανταστεί σήμερα την παραδοσιακή μουσική χωρίς το κλαρίνο; Ένας από τους σκοπούς που έχουμε στο δίσκο, «Τα ξύλα», θεωρείται σήμερα ένας από τους χαρακτηριστικούς μπάλλους της παράδοσης της Μυτιλήνης. Πόσοι γνωρίζουν ότι προέρχεται από τούρκικο εμβατήριο;
Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, η έννοια της παράδοσης τόσο ως βάθος στον χρόνο, όσο και ως έκταση στον χώρο – στον κόσμο – ξεπερνά την πολύ νεότερη του έθνους, και αντίστοιχα αυτή της εθνικής συνείδησης. Η προσπάθεια συγκρότησης εθνικού ρεπερτορίου, σε όποια μήκη και πλάτη του κόσμου επιχειρήθηκε, δεν υπήρξε οργανική ούτε είχε κάποιο σοβαρό μουσικό αποτέλεσμα. Πολλές φορές μάλιστα, είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Επιπλέον, η ίδια η αστική τάξη που το επιχείρησε, για άλλους σκοπούς και με άλλα κίνητρα, στην ουσία περιφρόνησε το περιεχόμενο και την ιστορία της μουσικής αυτής και επεδίωξε να τα απογυμνώσει από το λαϊκό χαρακτήρα τους. Λ.χ. τα τσάμικα τα οποία θέλησε η Χούντα να συνδέσει με ένα σύστημα εθνικών αξιών, δεν έφεραν μια λειτουργικότερη σχέση των ανθρώπων με αυτά, αλλά αντίθετα κατόρθωσαν να αποξενωθεί ο άνθρωπος από τη σωματικότητα αυτής της μουσικής, στην προσπάθειά του να αρνηθεί κάθε σκοτεινό σκοπό ενός δικτατορικού καθεστώτος. Στον τόπο μας υπάρχει γενικά ένα πρόβλημα με το τι θεωρούμε «εθνικό». Κι αν ρωτήσεις έναν παλιό παραδοσιακό μουσικό σε ποιον ανήκει αυτή η μουσική και σου πει ότι είναι «δική μας», δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτό το «μας» αναφέρεται συνειδητά και συγκεκριμένα στην έννοια του έθνους. Στο βαθμό πλέον – και είναι εμφανές στις μέρες μας – που η επίκληση της «εθνικής συνείδησης» αφορά κυρίως τη μισαλλοδοξία, την περιχαράκωση και την υπεροχή απέναντι στον άλλο, είναι κρίμα αυτή η μεγαλειώδης και αυθεντική έκφραση της λαϊκής συνείδησης να συνδέεται μαζί της.

Τα «Ριζά» κυκλοφορούν και σε βινύλιο. Τι εξήγηση δίνετε σε αυτή τη θεαματική επιστροφή του βινυλίου στη ντόπια αγορά;

Όσον αφορά το CD, οι ίδιες οι εταιρείες το ευτέλισαν ακραία. Έβαλαν τα χέρια τους και έβγαλαν τα μάτια τους, αφού επένδυσαν σε ένα τόσο φτηνό μέσο, του οποίου το πρωτόκολλο αντιγραφής ήταν ζήτημα χρόνου να σπάσει. Όσο για το βινύλιο, μπορεί να επανήλθε μεν, από την άλλη όμως ξέπεσε η ίδια η αγορά ως έννοια. Τι να σημαίνει άραγε «θεαματική επιστροφή» σε μια οριακή αγορά που τίποτα δεν είναι θεαματικό, πέρα απ' ό,τι αφορά την εικόνα; Πολλές φορές μάλιστα, μπορεί και να αναφερόμαστε σε πρόσκαιρες τάσεις, ποιος ξέρει... Τώρα όσον αφορά το γιατί εμείς το κυκλοφορούμε σε βινύλιο, μπορεί να έχει να κάνει όντως με μια λόξα παλιομοδίτικη, μπορεί και να ισχύει πράγματι ότι ο ήχος του είναι πιο solid. Στα αυτιά μας τουλάχιστον έτσι ακούγεται. Και στο βαθμό που το μουσικό προϊόν έχει υπόσταση ως αντικείμενο, δεν υπάρχει πιο όμορφο από το βινύλιο.

Ζώντας σε μια εποχή που σχεδόν τα πάντα παράγονται από λογής αυτοματισμούς, πόσο εύκολο είναι να είστε δημιουργικοί; Είστε αισιόδοξοι για το μέλλον;

Ανήκουμε σε μια γενιά μουσικών, και δεν το εννοούμε ηλικιακά, η οποία δεν έμαθε με αυτοματισμούς. Ή αν το θέλεις έχουμε άλλους αυτοματισμούς, όχι αναγκαστικά προερχόμενους από συσκευές. Δημιουργικός μπορείς να είσαι όταν μπορείς να δεις έξω από κάθε αυτοματισμό που έχεις συνηθίσει. Όταν βγεις έξω από όποια βολή έχεις κατακτήσει. Η δημιουργικότητα σε έναν καιρό που νιώθεις ότι είναι σαν να έχουν ειπωθεί τα πάντα, είναι ούτως ή άλλως ζόρικη υπόθεση. Και είναι πάντα ζητούμενο. Για να παίζουμε τη μουσική που θέλουμε και να μιλάμε τώρα γι’αυτή, δηλαδή να βρίσκει ευήκοα ώτα, δεν μας δίνει κανένα άλλο δικαίωμα από το να είμαστε αισιόδοξοι. Η μουσική μας πρόταση άλλωστε, με τους όρους που το κάνουμε και το επικοινωνούμε, είναι μια πρόταση αισιοδοξίας.

Ποια είναι τα σχέδια του σχήματος;

Το βασικό σχέδιο είναι να υποστηριχτεί συναυλιακά το υλικό που τώρα κυκλοφορούμε, μαζί με ταιριαστές επιλογές που θα το πλαισιώσουν. Να κρατήσουμε όσο μπορούμε τη μορφή της συναυλίας, την ακουστική συνθήκη δηλαδή, ως κύριο τρόπο μετάδοσης της προσέγγισής μας. Να παίξουμε εντός και εκτός συνόρων – ήδη ο δίσκος θα βγει και εκτός – και να προετοιμάσουμε και άλλες μορφές παρουσίασης, που θα περιλαμβάνουν τόσο συνεργασίες όσο και διάφορα μέσα.

facebook

official site


image

Γιώργος Αθανασόπουλος

Ο Γιώργος Αθανασόπουλος όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει dj
 
 
 
image

Γιώργος Αθανασόπουλος

Ο Γιώργος Αθανασόπουλος όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει dj
 
 
 
image

Γιώργος Αθανασόπουλος

Ο Γιώργος Αθανασόπουλος όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει dj
 
 
 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1