Φτηνά Τσιγάρα (2000): Πώς η ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη έγινε cult...

Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

Η αστική περιπλάνηση, το jazz soundtrack του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου και η νυχτερινή Αθήνα μιας εποχής που έφυγε.

Υπάρχουν ταινίες που τις θυμάσαι για μια μεμονωμένη σκηνή, ένα βλέμμα, ένα τραγούδι ή μια φράση που σφήνωσε κάπου πίσω στο μυαλό και επιστρέφει χρόνια αργότερα, συνήθως σε ώρα που δεν την περιμένεις. Υπάρχουν όμως κι εκείνα τα σπάνια φιλμ που, όταν τα ξαναβλέπεις, δεν θυμάσαι τόσο την ιστορία τους όσο το πώς μύριζε ο αέρας μέσα τους.
Τα Φτηνά Τσιγάρα του Ρένου Χαραλαμπίδη ανήκουν αδιαπραγμάτευτα στη δεύτερη κατηγορία.

Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις την πλοκή της ταινίας χωρίς να αδικήσεις αυτό που πραγματικά συμβαίνει στην οθόνη. Ένας άντρας, μια γυναίκα, μια αυγουστιάτικη νύχτα στην Αθήνα, τυχαίες συναντήσεις, εκκεντρικοί άγνωστοι και ατέλειωτες κουβέντες. Κι όμως, αυτό που μένει ανεξίτηλα στη μνήμη δεν είναι τόσο το τι συνέβη, όσο η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία συνέβη: οι άδειοι δρόμοι, οι σκοτεινές Στοές, τα Καφενεία, το παροπλισμένο κίτρινο Τρόλεϊ, η οδός Ευριππίδου, η Καντίνα του Λυκαβηττού, το Zonar’s και μια Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα, τότε που μπορούσες ακόμη να περπατάς χωρίς να ξέρεις ακριβώς πού πηγαίνεις - χωρίς να χρειάζεται να το εξηγήσεις σε κανέναν.

 


Ο Χαραλαμπίδης δεν κινηματογραφεί μια πόλη σε ακμή, αλλά μια μητρόπολη λίγο πριν αλλάξει οριστικά ταχύτητα. Την Αθήνα των τελευταίων καλοκαιριών πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, πριν το κέντρο αποκτήσει τη σημερινή του τουριστική αυτοπεποίθηση, πριν κάθε στενό γεμίσει με Airbnb, πριν οι ίδιες διαδρομές γεμίσουν αλυσίδες εστίασης, τουριστικές χρήσεις και βλέμματα καρφωμένα σε οθόνες. Στα Φτηνά Τσιγάρα, οι άνθρωποι περπατούν επειδή δεν θέλουν ακόμη να γυρίσουν σπίτι.
Και κάπου μέσα σε μία από αυτές τις άσκοπες διαδρομές, δύο άνθρωποι διασταυρώνονται χωρίς κανέναν σοβαρό λόγο. Μόνο επειδή ήταν εκεί. Την ίδια ώρα. Στον ίδιο δρόμο.
Το παλιό κίτρινο τρόλεϊ, οι στοές, η Καντίνα του Λυκαβηττού και το Zonar’s δεν είναι νοσταλγικά αξιοθέατα. Είναι χώροι αναμονής. Μικρά καταφύγια για ανθρώπους που δεν βιάζονται να επιστρέψουν στη ζωή που άφησαν για λίγο πίσω τους.
Αυτό υπήρξε εξαρχής το μεγάλο ρίσκο του Ρένου Χαραλαμπίδη: να στήσει μια ρομαντική κομεντί που ενδιαφέρεται λιγότερο για την κατάληξη του έρωτα και περισσότερο για όσα συμβαίνουν μέχρι να φτάσει κανείς εκεί.


Μια αφήγηση βασισμένη στις στιγμές και όχι στην πλοκή

Ο Νίκος δεν είναι ο συμβατικός κινηματογραφικός πρωταγωνιστής με σαφές σχέδιο και πυγμή. Είναι ένας μοναχικός, κάπως επιπόλαιος αλλά αφοπλιστικά χαρισματικός νέος των 90s, ο οποίος δεν έχει τίποτα σπουδαίο να επιδείξει πέρα από τη διαθεσιμότητά του. Ζει με ελάχιστους πόρους σε ένα διαμέρισμα στην Ευριπίδου, περιφέρεται, παρατηρεί, φιλοσοφεί και, κυρίως, έχει χρόνο.
Πολύ χρόνο.
Κι αυτή η λεπτομέρεια είναι σήμερα ίσως το πιο παράξενο πράγμα στα Φτηνά Τσιγάρα.
Η ζωή του είναι ακόμη αρκετά φθηνή ώστε να μπορεί να σπαταλιέται. Να χαθεί μια νύχτα στους δρόμους. Να αρχίσει μια συζήτηση με έναν άγνωστο χωρίς σκοπό. Να ακολουθήσεις μια γυναίκα χωρίς να ξέρεις πού πηγαίνει η βραδιά. Να επιτρέψεις στον εαυτό σου να κάνει κάτι άχρηστο και, γι’ αυτό ακριβώς, πολύτιμο.
Ο Χαραλαμπίδης έχει περιγράψει τον ήρωά του ως έναν μοναχικό νέο της δεκαετίας του ’90 που μπορούσε να ζει με λίγα, να δουλεύει περιστασιακά και να περνά τον χειμώνα χωρίς να έχει χαράξει ακόμη ένα σχέδιο ζωής. Η κοινωνική αυτή συνθήκη δεν μένει έξω από την ταινία. Γίνεται μέρος της.

 


Η σκηνοθεσία, πάνω σε σενάριο που συνυπογράφει ο Χαραλαμπίδης με τον Γιώργο Μπακόλα, αρνείται τη συμβατική αφήγηση. Η κάμερα δεν βιάζεται. Παραμένει στις παύσεις, στα βλέμματα, στις κουβέντες που ξεστρατίζουν, στους ανθρώπους που εμφανίζονται για λίγο και ύστερα χάνονται.
Αυτή η επιλογή είναι ο πυρήνας της ταινίας.
Και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη αδυναμία της.
Γιατί τα Φτηνά Τσιγάρα είναι άνισα. Υπάρχουν διάλογοι που πιέζονται υπερβολικά για να ακουστούν ποιητικοί, σκηνές που παρατείνονται επειδή ο δημιουργός έχει ερωτευτεί την ιδέα τους και δευτερεύοντες χαρακτήρες που μοιάζουν να κουβαλούν μια ολόκληρη άλλη ταινία μέσα στην ταινία.
Όμως αυτή η ατέλεια δεν είναι απλώς ελάττωμα. Είναι κομμάτι της προσωπικότητάς της.
Ο Χαραλαμπίδης αφήνει χώρο στην αμηχανία.
Στο άσκοπο.
Ακόμη και στο γελοίο.


Η νυχτερινή Αθήνα των Φτηνών Τσιγάρων

Η Αθήνα εδώ δεν είναι ντεκόρ. Είναι δραματουργική συνθήκη.
Η νύχτα αδειάζει την πόλη από τη χρησιμότητά της και αφήνει τους ανθρώπους να κινηθούν διαφορετικά μέσα της. Οι δρόμοι δεν οδηγούν αναγκαστικά κάπου. Τα καφέ δεν είναι στάσεις πριν από τον επόμενο προορισμό. Τα σημεία της πόλης γίνονται προσωρινά δωμάτια για ανθρώπους που αποφεύγουν το σπίτι.
Η φωτογραφία του Ευγένιου Διονυσόπουλου αποφεύγει τον εύκολο εξωραϊσμό. Τα τεχνητά φώτα, οι σκιές, τα νυχτερινά περάσματα και η αρχιτεκτονική του κέντρου κρατούν την Αθήνα ελαφρώς φθαρμένη, μελαγχολική και παράξενα ελκυστική.
Δεν την κοιτά σαν τουριστικό αξιοθέατο.
Την κοιτά σαν τόπο ζωής.
Και αυτό κάνει τη διαφορά.
Τα Φτηνά Τσιγάρα καταγράφουν μια Αθήνα πριν η πόλη αποκτήσει τη σημερινή της εικόνα. Πριν κάθε περιοχή γίνει brand. Πριν κάθε γωνία αποκτήσει τη δική της ψηφιακή αναγνωρισιμότητα. Πριν η περιπλάνηση πάψει να είναι αυτονόητη και γίνει σχεδόν αισθητική επιλογή.
Εδώ, ακόμη μπορείς απλώς να χαθείς.


Το jazz soundtrack του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου

Και πάνω από αυτή την Αθήνα υπάρχει η μουσική.
Το soundtrack του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου είναι ένα από τα στοιχεία που δίνουν στα Φτηνά Τσιγάρα τη δική τους ηχητική ταυτότητα. Το jazz ηχοτοπίο δεν λειτουργεί σαν επένδυση που απλώς συνοδεύει τις εικόνες. Μπαίνει στα κενά ανάμεσα στους διαλόγους και στις διαδρομές, γεμίζει τις σιωπές και κάνει την πόλη να μοιάζει λίγο πιο μακρινή απ’ όσο πραγματικά είναι.
Με τη συμμετοχή της Έλλης Πασπαλά, η μουσική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη συναισθηματική πυκνότητα.
Σαν δεύτερος αφηγητής, ο Καλαντζόπουλος λέει όσα οι χαρακτήρες δεν μπορούν να πουν.
Η μουσική δεν εξηγεί την Αθήνα.
Τη θυμάται.


Ο ρομαντισμός που δεν φοβάται να γίνει γελοίος

Τα Φτηνά Τσιγάρα έχουν το θάρρος να πάρουν τον ρομαντισμό στα σοβαρά και ταυτόχρονα να τον αφήσουν εκτεθειμένο.
Η συγκίνηση χτίζεται και μετά καταστρέφεται. Ένας ποιητικός μονόλογος διακόπτεται από μια παράλογη εισβολή. Ο Κώστας Τσάκωνας, ο Άλκης Παναγιωτίδης, ο Μιχάλης Ιατρόπουλος, ο Μάνος Βακούσης και ο Τάκης Σπυριδάκης δεν λειτουργούν μόνο ως κωμικοί δεύτεροι ρόλοι. Είναι οι άνθρωποι που εισβάλλουν στη μεγάλη κινηματογραφική μας στιγμή και μας θυμίζουν ότι η πραγματική ζωή δεν έχει υποσχεθεί σε κανέναν αξιοπρέπεια.
Ο Χαραλαμπίδης έχει μιλήσει για αυτή ακριβώς την ισορροπία: η συγκίνηση χτίζεται, διαλύεται και ξαναχτίζεται.
Η Σοφία της Άννας Μαρίας Παπαχαραλάμπους λειτουργεί ως αντίβαρο στον Νίκο. Δεν είναι το ερωτικό τρόπαιο που πρέπει να κερδηθεί. Κρατά μια απόσταση, έναν δικό της χώρο, μια αμφιβολία που δεν λύνεται εύκολα.
Η χημεία τους δεν εκρήγνυται.
Καθυστερεί.
Και μέσα σε αυτή την καθυστέρηση βρίσκεται όλη η ερωτική διάσταση της ταινίας.


Από την αποτυχία στο cult status

Η πρώτη ζωή της ταινίας υπήρξε σχεδόν το αντίθετο από τη δεύτερη.
Όταν προβλήθηκαν στις αίθουσες το 2000, η ταινία του Χαραλαμπίδη δεν βρήκε το κοινό που θα μπορούσε να τη στηρίξει. Η εισπρακτική πορεία ήταν απογοητευτική και η κριτική υποδοχή σε μεγάλο βαθμό ψυχρή ή αυστηρή. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης έχει περιγράψει εκείνη την περίοδο ως βαθιά προσωπική αποτυχία.
Κι όμως, το φιλμ δεν εξαφανίστηκε.
Άργησε να βρει τη θέση του.
Το VHS και το DVD, η διάδοση από στόμα σε στόμα, το YouTube και οι μεταγενέστερες θερινές προβολές δημιούργησαν σταδιακά ένα νέο κοινό. Οι ατάκες έγιναν αναγνωρίσιμες, οι εικόνες απέκτησαν δική τους ζωή και η ταινία πέρασε από την κατηγορία της αποτυχίας σε εκείνη της καλτ ελληνικής ταινίας.
Αλλά «cult» είναι μια λέξη που ίσως δεν αρκεί.

Γιατί τα Φτηνά Τσιγάρα δεν απέκτησαν απλώς φανατικούς θεατές.
Απέκτησαν προσωπικούς θεατές.
Ανθρώπους που δεν έβλεπαν απλώς την Αθήνα του Χαραλαμπίδη, αλλά τη δική τους Αθήνα. Δεν άκουγαν απλώς μια ατάκα, αλλά θυμούνταν πότε την είχαν ανάγκη. Δεν έβλεπαν απλώς δύο ανθρώπους να περπατούν, αλλά θυμούνταν μια δική τους νύχτα που δεν ήθελαν να τελειώσει.
Εκεί γεννιέται ένα πραγματικό cult φαινόμενο.
Όχι στην ποσότητα των θεατών.
Στην ένταση της σχέσης τους με το έργο.


Γιατί τα Φτηνά Τσιγάρα παραμένουν ζωντανά

Το ενδιαφέρον της ταινίας σήμερα δεν βρίσκεται στο αν είναι τεχνικά άψογη.
Δεν είναι.
Υπάρχουν υπερβολές, αδύναμοι διάλογοι, άνισες σκηνές και στιγμές όπου η ποίηση γίνεται αυτάρεσκη.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κατασκευαστεί εκ των υστέρων.
Προσωπικότητα.
Η ταινία έχει συγκεκριμένο βλέμμα, συγκεκριμένη εποχή, συγκεκριμένη πόλη και συγκεκριμένο ήχο. Έχει το jazz του Καλαντζόπουλου, τη νυχτερινή φωτογραφία της Αθήνας, τον Νίκο, τη Σοφία, τους παράξενους ανθρώπους που εμφανίζονται από το πουθενά και, πάνω απ’ όλα, την επιμονή να πιστεύει ότι μια άχρηστη νύχτα μπορεί να έχει αξία.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική επικαιρότητά της.
Τα Φτηνά Τσιγάρα γυρίστηκαν το 2000, αλλά μιλούν σήμερα για κάτι που γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο: την ελευθερία να μην έχεις σκοπό.
Να περπατήσεις χωρίς GPS.
Να γνωρίσεις κάποιον χωρίς εφαρμογή.
Να χαθείς χωρίς να θεωρηθεί πρόβλημα.
Να περάσει μια νύχτα χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις ότι άξιζε.

Η Αθήνα που κινηματογράφησε ο Χαραλαμπίδης έχει αλλάξει. Οι δρόμοι είναι ακόμη εκεί, αλλά η σχέση μας μαζί τους είναι διαφορετική. Σήμερα γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε σχεδόν συνεχώς. Ξέρουμε πού να πάμε, τι να παραγγείλουμε, τι να φωτογραφίσουμε, τι να ανεβάσουμε.
Η ταινία επιμένει στο αντίθετο.
Στο τυχαίο.
Στην περιπλάνηση.
Στη χαμένη ώρα.
Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να βρίσκει θεατές.
Μένει λοιπόν μια πόλη τη νύχτα.
Ένας άντρας που περπατά χωρίς να βιάζεται.
Μια γυναίκα που αποφασίζει να μείνει λίγο ακόμη.
Ένα jazz θέμα να περνά από τους άδειους δρόμους.
Και μια Αθήνα που, όταν γυρίστηκε η ταινία, δεν ήξερε ακόμη ότι σε λίγα χρόνια θα είχε γίνει ανάμνηση.
Τα Φτηνά Τσιγάρα δεν είναι η τέλεια ελληνική ταινία.
Είναι όμως μια ταινία που κατάφερε κάτι δυσκολότερο: να αποκτήσει δική της ζωή.
Και κάπου ανάμεσα στην αποτυχία του 2000 και στη cult επιστροφή της, η ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη βρήκε τελικά αυτό που αναζητούσαν οι ίδιοι οι ήρωές της.
Έναν λόγο να μείνει λίγο ακόμη.
Κι ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, τόσα χρόνια μετά, εξακολουθούμε να την επιστρέφουμε στη ζωή μας.
Η ζωή ξέρει.
Κι εμείς εξακολουθούμε να την εμπιστευόμαστε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Dunkirk: Η στιγμή που ο πόλεμος σταματά να είναι ιστορία και γίνεται χρόνος

Ο Batman που άλλαξε το σινεμά

One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson


image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 

 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1