John Cage: Προφήτης της Σιωπής...

Σταχυολογεί, γράφει και παριστάνει τον έξυπο ο Γιάννης Καστανάρας

«Δεν με ενδιαφέρει να λέω στους ανθρώπους τι να κάνουν. Το εννοώ αυτό ως κοινωνική δήλωση. Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε περισσότερο μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση. Μπορούμε να δώσουμε παραδείγματα της πρακτικής εφαρμογής της στην τέχνη, και αυτά μπορούν να μιμηθούν την κοινωνία. Μπορούμε να κάνουμε τις συναυλίες μας παραδείγματα της πρακτικής εφαρμογής της αναρχίας».
JOHN CAGE, 1969

Ο John Cage δεν ήταν απλώς ένας πρωτοποριακός συνθέτης• ήταν ένα μνημειώδες πολιτιστικό φαινόμενο, του οποίου οι ιδέες κατέρριψαν τα παραδοσιακά όρια μεταξύ τέχνης, φιλοσοφίας και καθημερινής ζωής. Ενσωματώνοντας ολόκληρο το ηχητικό φάσμα —από τον καθαρό θόρυβο έως την απόλυτη σιωπή— ο Κέιτζ μετέβαλε τον τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος κόσμος αντιλαμβάνεται τη δημιουργικότητα. Δεκαετίες μετά τα πιο ριζοσπαστικά πειράματά του, το όνομά του παραμένει συνώνυμο της καλλιτεχνικής ανατροπής, της εννοιολογικής ευφυΐας και της απόλυτης απελευθέρωσης του ήχου.

Ο Cage έθεσε τους δικούς του κανόνες τόσο στην τέχνη του όσο και στη ζωή του. Ήταν ο αριστούχος της τάξης του στο Λύκειο του Λος Άντζελες, αλλά εγκατέλειψε γρήγορα το πανεπιστήμιο λόγω της έλλειψης πρωτότυπης σκέψης, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Στα 22 του παντρεύτηκε μια Ρωσίδα καλλιτέχνιδα από την Αλάσκα αλλά προτιμούσε τη συντροφιά των ανδρών. Τα τελευταία 45 χρόνια της ζωής του ζούσε με τον χορογράφο Mercier «Merce» Philip Cunningham.

Στη δεκαετία του 1940, ο Cage υπήρξε πρωτοπόρος της ηλεκτρονικής μουσικής, δημιουργώντας έργα από τυχαία συναρμολογημένα αποσπάσματα που είχε σε μπομπίνες. Ίσως όμως η μεγαλύτερη επινόησή του ήταν η προσέγγισή του στη μουσική και την τέχνη. Ο Cage δεν έβλεπε μεγάλη διαφορά μεταξύ των διαφόρων καλλιτεχνικών κόσμων στους οποίους συμμετείχε. Το έργο του σε όλα τα οπτικοακουστικά μέσα δημιουργούνταν με τους ίδιους τρόπους παραγωγής, καθώς ο συνθέτης αντλούσε έμπνευση από τις ίδιες δημιουργικές παρορμήσεις που συχνά βασιζόταν στις φιλοσοφικές του αναζητήσεις προκειμένου να ενισχύσει τις καινοτομίες του στις τέχνες και να προσδώσει νομιμοποίηση στο έργο του. Όπως έλεγε, ενδιαφερόταν για τους θορύβους επειδή «οι θόρυβοι ξεφεύγουν από την εξουσία, δηλαδή από τους νόμους της αντίστιξης και της αρμονίας».

Μετά από δύο χρόνια μελέτης του Ζεν Βουδισμού,ο Cage σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει «τυχαίες πράξεις» για να συνθέτει τη μουσική του. Ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία της Νοτιοανατολικής Ασίας, την ινδική αισθητική και τα έργα του Κεϋλανέζου ιστορικού και φιλοσόφου της ινδικής τέχνης και της μεταφυσικής Ανάντα Κουμαρασβάμι, ενώ χρησιμοποίησε το κινεζικό Βιβλίο των Αλλαγών («Ι Τσινγκ») και έριχνε κυριολεκτικά τα ζάρια για να καθορίσει ποια στοιχεία θα τοποθετούσε πού, απελευθερώνοντας τη μουσική από τις προκαταλήψεις ενός συνθέτη. Όπως έλεγε, ήθελε να βλέπει κάθε πράξη ως κάτι καινούργιο, ως μια φρέσκια εμπειρία — ακόμα και κάτι που κάνεις κάθε μέρα.

Στη διάλεξή του με τίτλο «Πειραματική Μουσική» (1957), περιέγραψε τη μουσική ως «ένα παιχνίδι χωρίς σκοπό», το οποίο αποτελεί «μια επιβεβαίωση της ζωής — όχι μια προσπάθεια να επιβληθεί τάξη στο χάος ούτε να προταθούν βελτιώσεις στη δημιουργία, αλλά απλώς ένας τρόπος να συνειδητοποιήσουμε την ίδια τη ζωή που ζούμε». Τη δεκαετία του 1960, το έργο του Cage απέκτησε όλο και πιο πολιτικό και θεατρικό χαρακτήρα, ενώ οι πηγές έμπνευσής του ήταν πιο κοντά στο περιβάλλον του. Εκείνη την εποχή υποστήριζε συχνά ότι το έργο του είχε ως σκοπό να μας διδάξει πώς να ζούμε σε μια αναρχική ουτοπία: έναν κόσμο, όπως έλεγε, «δίχως μαέστρο».

Το πρωτοποριακό κομμάτι του Cage, το «4′33″» (1952) —στο οποίο ο εκτελεστής κάθεται στο πιάνο και δεν παίζει τίποτα για τέσσερα λεπτά και τριάντα τρία δευτερόλεπτα— άλλαξε τον ορισμό της συναυλίας. Ανάγκασε το κοινό να συνειδητοποιήσει ότι η απόλυτη σιωπή δεν υπάρχει, αναδιαμορφώνοντας τους περιβαλλοντικούς θορύβους, τον βήχα του κοινού και τον ήχο των κλιματιστικών ως την πραγματική μουσική. Ωστόσο, το έργο είχε και παιδαγωγικό σκοπό, καθώς προκαλούσε το κοινό να διευρύνει τις ακουστικές του ικανότητες και να αντιμετωπίζει κάθε ήχο ως εν δυνάμει μουσικό. Πολλά από τα έργα του Cage ακολουθούν αυτό το παιδαγωγικό πνεύμα, προκαλώντας το κοινό όχι μόνο να ακούει με νέους τρόπους, αλλά, μέσω των πιο αναρχικών και συμμετοχικών έργων του Cage, να διευρύνει επίσης τις κοινωνικές και πολιτικές του αντιλήψεις και να αρχίσει να ζει διαφορετικά.

Μαζί με τον μακροχρόνιο ρομαντικό και καλλιτεχνικό του σύντροφο, Merce Cunningham, αλλά και τους ζωγράφους Robert Rauschenberg και Jasper Johns, ο Cage αποτέλεσε τον πυρήνα ενός εξαιρετικά επιδραστικού κύκλου ομοφυλόφιλων καλλιτεχνών τη δεκαετία του 1950. Μαζί, αντέδρασαν στο συναισθηματικά βαρύ κίνημα του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού με ένα πνεύμα εννοιολογικό και αποστασιοποιημένο, το οποίο ουσιαστικά γέννησε τη μεταμοντέρνα τέχνη.

Ο Cage ήταν αυτοδίδακτος μελετητής των μανιταριών και στην αρχή της καριέρας του ζούσε μαζεύοντας μανιτάρια στην εξοχή για να τα πουλάει σε γκουρμέ εστιατόρια όπως το «Four Seasons», λέγοντας ότι αυτοί οι μύκητες του θύμιζαν την εφήμερη φύση της ζωής.

Σε πολιτικό επίπεδο ο Cage αυτοπροσδιοριζόταν ως ελευθεριακός αναρχικός, θεωρώντας την πρωτοποριακή του προσέγγιση στον ήχο όχι μόνο ως καλλιτεχνική επιλογή, αλλά και ως μια βαθιά πολιτική και κοινωνική πράξη απελευθέρωσης. Πίστευε ότι η παραδοσιακή δυτική αρμονία και η αντίστιξη αποτελούσαν μορφές μουσικής καταπίεσης και εμπορικού ελέγχου και χρησιμοποιώντας τυχαίες διαδικασίες και αβεβαιότητα, αρνήθηκε να ενεργεί ως δικτάτορας πάνω στα υλικά του, επιτρέποντας στους ήχους να υπάρχουν ανεξάρτητα. Η πολιτική του σκέψη αντλούσε έμπνευση από τους αμερικανούς ατομικιστές αναρχικούς, τον Χένρι Ντέιβιντ Θόροου, και το ιστορικό έργο του Τζέιμς Τζ. Μάρτιν, Άνθρωποι εναντίον του Κράτους, καθώς και από τις αρχές του Ζεν Βουδισμού περί μη-δράσης. Σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις, υποστήριξε μη ιεραρχικά παγκόσμια συστήματα κοινωνικής πρόνοιας με στόχο στην κάλυψη των βασικών ανθρώπινων αναγκών αντί για την ανταγωνιστική κυριαρχία του κράτους.

Ο John Cage έμαθε ουσιαστικά στον κόσμο να ακούει το περιβάλλον γύρω του. Σήμερα, κάθε φορά που ακούμε τους θορύβους της κυκλοφορίας να αναμειγνύονται με ένα μακρινό ραδιόφωνο και το βρίσκουμε παράξενα όμορφο, βιώνουμε έναν κόσμο που έχει αναδιαμορφωθεί πλήρως από τον Cage.

O John Milton Cage Jr. γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1912 και έφυγε από τη ζωή στις 12 Αυγούστου 1992.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

 Ποιο Heavy Metal ρε γατάκια... IGOR STRAVINSKY - Η ιστορία του στρατιώτη

Η πολιορκία του Λένινγκραντ: Ο Σοστακόβιτς και ο εξωραϊσμός της Ιστορίας...

"Trout Mask Replica": Ένας οδηγός σε οκτώ βήματα για να εκτιμήσετε ένα αριστούργημα που «δεν ακούγεται»!

Thelonious Monk: Μια παρακαταθήκη που ευδοκιμεί...

 Lester Bangs γράφει για το "Metal Machine Music" του Lou Reed, "το σπουδαιότερο άλμπουμ που έγινε ποτέ"...

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1