Eli and The Portraits: «H ζούγκλα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς αποδοχή...»

Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη


Δεν ακούς αυτόν τον δίσκο. Τον διασχίζεις. Το The Jungle Within ξεκινά σαν χαμηλός παλμός και καταλήγει να γίνεται τοπίο. Ένα τοπίο εσωτερικό, πυκνό, γεμάτο φωνές που δεν ζητούν εξηγήσεις αλλά παρουσία. Οι Eli and the Portraits στήνουν ένα αφήγημα που ακουμπά περισσότερο στην εμπειρία παρά στη φόρμα, περισσότερο στο βίωμα παρά στο είδος.

Εδώ το concept δεν είναι κόλπο, είναι επιβίωση. Ζώα που μιλούν σαν άνθρωποι, άνθρωποι που κρύβονται πίσω από ζώα, τραγούδια που λειτουργούν σαν συνεδρίες, σαν συλλογική κατάθεση.

Η μουσική αντλεί από folk, post-rock, θεατρικότητα και υπόγεια ένταση, αλλά τίποτα δεν κρατιέται ως αναφορά.

Όλα υπηρετούν την αφήγηση. Το The Jungle Within ζητά χρόνο, αλλά τον επιστρέφει πολλαπλασιασμένο. Με νόημα. Τους ευχαριστώ για τον χρόνο τους.

η συνέντευξη

Τι ήταν το πρώτο ερέθισμα που οδήγησε στη δημιουργία του The Jungle Within και πώς γεννήθηκε η κεντρική ιδέα;

Χρήστος Παπαδόπουλος: Ειλικρινά δεν θυμάμαι από πού και πώς ξεκίνησε όλο αυτό. Η μουσική προϋπήρχε σίγουρα, πολλά απ’ τα κομμάτια του δίσκου είναι 10-12 ετών, είχαν γραφτεί σε μικρόφωνο λάπτοπ ή σε κινητό και σε σκόρπια χαρτιά. Τα τετράδιά μου μαρτυρούν ότι το πρώτο κομμάτι κειμένου που έγραψα ήταν αυτό του ελέφαντα, πριν 6 χρόνια περίπου. Η ιδέα ήταν ότι αυτό το πελώριο και αρχέγονο ζώο εξομολογείται σε μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία ότι αισθάνεται μικρός και αδύναμος, σαν μικρό παιδί. Αργότερα η συνεδρία έγινε group therapy, προστέθηκαν κι άλλα ζώα και έτσι προέκυψε η ζούγκλα μας. 

Πώς περιγράφετε τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και την εσωτερική αναζήτηση που εξερευνά ο δίσκος

Χρήστος Παπαδόπουλος: Από τα πρώτα χρόνια μου ως ακροατής, πάντα αναζητούσα τα λεγόμενα healing words και εκείνα τα μουσικά μέρη που ανοίγουν στο σώμα χαραμάδες να μπει το φως. Και τα έψαχνα παντού, σε μουσική, στίχους, βιβλία, ταινίες, σειρές, στα ουρλιαχτά των Death και στις θαλασσινές εικόνες του Καββαδία, στην ξωτική γλώσσα του Lord of The Rings και στα καλαμπούρια των Ghostbusters, στα διαρκώς αυξανόμενα decibel των Swans και στα λάμδα του Αγγελάκα, στο solo του Comfortably Numb και στη φωνή του γιατρού Tom Waits που κάποτε ο Τομ την έλουσε με ουίσκι και της έβαλε φωτιά και έμελλε να μείνει έτσι για πάντα αυτή η φωνή, θεραπεύοντας όποιον την ακούει. Η μουσική του δίσκου περιλαμβάνει ένα μείγμα επιρροών και ακουσμάτων μου και οι στίχοι του φέρουν τις λέξεις που δεν λέω, τα όνειρα που κάνω, την κοινότητα και την ενότητα που τροφοδοτούν τους καθημερινούς μας αγώνες.
Ποιο τραγούδι θεωρείτε ότι αντιπροσωπεύει καλύτερα την ταυτότητα των Eli and the Portraits και τι το κάνει κομβικό

Κατερίνα Πλεξίδα: Ένα κομμάτι που αντιπροσωπεύει την ταυτότητα των Eli and the Portraits, αυτό θα ήταν το The Forthcoming Tragedy. Είναι ένα κομμάτι δυναμικό, ποιητικό, προφητικό και βαθιά συλλογικό. Το αποδίδουμε μουσικά με ένα τρόπο θεατρικό, σχεδόν κωμικοτραγικό που σου «παραθέτει» κάτι χωρίς να σε βαραίνει, σε αφήνει να το νιώσεις και να το σκεφτείς. Ζούμε έντονα τα τελευταία χρόνια μέσα σε μια διαρκή επερχόμενη τραγωδία, τόσο ατομική όσο και συλλογική. Το κομμάτι αυτό συνομιλεί άμεσα με αυτή την πραγματικότητα και γι’ αυτό το θεωρώ κομβικό. Συνδέεται απόλυτα με το σήμερα.

Πώς έγινε η επιλογή των ζώων ως σύμβολα ανθρώπινων φόβων και ποια ιστορία κρύβει το καθένα

Χρήστος Παπαδόπουλος: Στην αρχή δεν ήταν καν σύμβολα! Απλά είχε πλάκα, να σκαρφίζομαι τι ψυχολογικά θα μπορούσε να έχει ένας ελέφαντας, μια καμηλοπάρδαλη, ένα φίδι κλπ. γιατί αν το καλοσκεφτείς η φύση πάντα μου φαινόταν πολύ σίγουρη για τον εαυτό της. Αργότερα, γράφοντας, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ανέθετα στα ζώα της ιστορίας να κουβαλήσουν δικά μου βάρη και πληγές, κάτι που φυσικά ήταν αποκαλυπτικά θεραπευτικό, και συνεχίζει να είναι. Η χελώνα που φοβάται το σκοτεινό της σπίτι, το παγώνι που αισθάνεται το βάρος της εξωτερικής του ομορφιάς να το βυθίζει στη θλίψη, ο πίθηκος που δεν δέχεται τον άνθρωπο ως «εξέλιξη»… Υπήρξαν στιγμές στην ψυχοθεραπεία μου που ανακάλυπτα κάτι που είχα ήδη γράψει, με παρεμφερή λόγια, στο The Jungle Within, χρόνια πριν. Οι ιστορίες εξ άλλου πιστεύω πως προϋπάρχουν μέσα μας, στον καθένα μας, κι απλώς περιμένουν υπομονετικά να γίνουν λέξεις ή να συναντήσουν την ιστορία κάποιου άλλου και να συνυπάρξουν στη στιγμή. Έχουν δύναμη οι ιστορίες, είναι το συγκολλητικό υλικό των κοινοτήτων των ανθρώπων. Ζουν για πάντα κι αυτό γιατί έχουν την ικανότητα να φέρουν σημαντική αλλαγή, τόσο στα ενδότερα του ανθρώπινου ψυχισμού όσο και στις δομές των κοινωνιών που συνθέτουμε.

Τι ρόλο παίζει το Yellowish Fields στην αφήγηση και γιατί έχει τόσο έντονη απήχηση στο κοινό

Χρήστος Παπαδόπουλος: Το Yellowish Fields ήταν ίσως το πρώτο κομμάτι που έγραψα σε αυτό το είδος μουσικής, πίσω στο 2012 ή 2013. Επηρεασμένος πολύ από την indie folk/folk rock που τότε άκουγα σαν μανιακός, Mumford and Sons, Fleet Foxes, Bon Iver, Flogging Molly κλπ., ξεκίνησα να γράφω στίχους για την αναμέτρησή μου με ένα τρομακτικό τέρας και πώς η φύση θα μπορούσε να είναι η χαρούμενη σκέψη που με κρατάει ζωντανό σε αυτή τη μάχη. Όπως προανέφερα, συχνά σου αποκαλύπτεται τι ακριβώς γράφεις πολύ αργότερα. Έτσι, το τραγούδι κατέληξε να είναι ένα γλέντι για να τιμήσουμε την καθημερινά «αιματηρή» μάχη με την αυτοεικόνα μας. Το Yellowish Fields είναι αυτό ακριβώς μέσα στην ιστορία. Είναι εκεί που τα ζώα, συνειδητοποιούν ότι όλη αυτή η εσωτερική σύγκρουση είναι αφορμή για γιορτή, για διαδήλωση, για άγριο εκστατικό χορό. Στο επόμενο τραγούδι, βέβαια, τους προσγειώνει το ερπετό λέγοντάς τους ότι όπως και να τελειώσει αυτή η υπόθεση, το φίδι πάντα κακό όνομα θα έχει στην πιάτσα και αυτό δεν αλλάζει. Είναι μια τομή στην ιστορία, ακριβώς στα μισά του δίσκου. Το δεύτερο μέρος του είναι διαφορετικό από το πρώτο, τόσο υφολογικά όσο και σε περιεχόμενο.

Ποιες καλλιτεχνικές ή προσωπικές εμπειρίες επηρέασαν τον ήχο και την ατμόσφαιρα του άλμπουμ

Χρήστος Παπαδόπουλος: Όταν ήμουν 10 χρονών, ο μπαμπάς μου έφερε στο σπίτι έναν δίσκο που από την πρώτη ακρόαση κατάλαβα ότι θα με συνοδεύει μια ζωή. Κάθε μέρα ήμουν δίπλα στο πικάπ, με τα ακουστικά που ήταν διπλάσια απ’ το κεφάλι μου, και άκουγα και ξανάκουγα το “The Wall” των Pink Floyd. Με τη βοήθεια ενός λεξικού μετέφρασα όλους τους στίχους και καθόμουν να τους συζητήσω με τη μάνα μου, φιλόλογος γαρ. Εκείνη μου μιλούσε για τις θεματικές του, τη μοναξιά, την απομόνωση, το πένθος, το τραύμα, το μύθο του Σίσυφου, τον –εσωτερικευμένο και εξωγενή δολοφονικό- φασισμό, τι σημαίνει γκρεμίζω ένα τείχος, τι είναι τα σκουλήκια που σου τρώνε το μυαλό κ.α. Ελάχιστα καταλάβαινα, με την έννοια της εννόησης, μα κάτι μέσα μου με συγκινούσε και χωρίς να το συνειδητοποιώ με διαμόρφωνε, μουσικά και κοινωνικοπολιτικά, ακρόαση με την ακρόαση. Κοινώς, υπήρξε με τους Pink Floyd και τον 10χρονο εαυτό μου ένα είδος συν-εννόησης. Στην εφηβεία μου, στα χρυσά εκείνα χρόνια του CD, των μουσικών ραδιοφωνικών εκπομπών που έπρεπε να ηχογραφήσεις για να θυμάσαι τα τραγούδια, του mp3 αργότερα και της μουσικής συζήτησης γενικότερα, εκτέθηκα σε διάφορα μουσικά ακούσματα, μα το concept album πάντα μου κέντριζε το ενδιαφέρον και η εμβύθισή μου ως ακροατή σε τέτοια projects ήταν άμεση και αποτελεσματική. Μετά το “The Wall”, τα Queensryche – “Operation Mindcrime”, Pain of Salvation – “BE”, Slint – “Spiderland”, Tom Waits – “The Black Rider και από τα δικά μας 2L8 – “New Battles”, «Η Κλωστή», gravitysays_i – “The Figures of Enormous Grey and the Patterns of Fraud” κ.α. αποτέλεσαν σίγουρα ενσυνείδητα και υποσυνείδητα ερεθίσματα για να εμπιστευτώ το storytelling και την αφηγηματική σύνδεση των κομματιών ενός δίσκου ή ενός live.

Πώς λειτούργησε η συνεργασία με τους πολλούς συμμετέχοντες και τι πρόσθεσε στη μουσική

Νικόλας Πλάτων: Κάθε μουσικός κρύβει μια προσωπικότητα και για μένα αυτό μετράει περισσότερο από μια απλά αποτυπωμένη μουσική φράση. Η επιλογή για την ενορχήστρωση έχει να κάνει δηλαδή με τους ανθρώπους που πρόκειται να εκφραστούν πίσω από ένα συγκεκριμένο όργανο και όχι από το ίδιο το όργανο και το ηχόχρωμά του. Έτσι, οι συμμετέχοντες βρίσκονται όλοι εκεί γιατί θέλαμε αυτούς, τους ίδιους και όχι το μουσικό όργανο που παίζουν. Η συνεργασία μας λοιπόν δε θα μπορούσε παρά να είναι απροβλημάτιστη.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης και πώς την ξεπεράσατε

Νικόλας Πλάτων: Υπήρξαν διάφορες προκλήσεις κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ομολογουμένως. Ας ξεκινήσουμε από το πιάνο (το οποίο έπαιξε ο καταπληκτικός Αλέξανδρος Πουρλουκάκης). Το πιάνο λοιπόν ηχογραφήθηκε με 2 ολοήμερα σέσιον στο σπίτι του Αλέξανδρου, όπου χρειάστηκε να κουβαλήσουμε τα πάντα (μικρόφωνα, βάσεις, κάρτες ήχου κλπ.) στο υπνοδωμάτιο του και να τα στήσουμε εκεί 2 φορές. Επειδή το στήσιμο και το soundcheck ήταν απαιτητικό, έπρεπε να τελειώσει σε αυτά τα 2 σέσιον όλη η ηχογράφηση οπότε θυμάμαι να πηγαίνουμε πρωί και να φεύγουμε από κει βράδυ και με ελάχιστα διαλείμματα. Μια ακόμα δυσκολία ήταν η μεγάλη ανάγκη για την αίσθηση μεγάλου πλήθους στα χορωδιακά σημεία καθώς και σε κάποια οπαδικά. Σε κάποια κομμάτια δεν έφτανε να ηχογραφήσουν οι βασικές φωνές, οπότε πήραμε τη βοήθεια από κακόμοιρους φίλους που είχαν έρθει να αράξουν στο σπίτι (στο οποίο είναι το home studio) και τους βάλαμε να φωνάζουν "hey" και "rise up" με όλη τους τη δύναμη. Φυσικά η μίξη ήταν από μόνη της μια μεγάλη πρόκληση, αφού στην πλειοψηφία των κομματιών είχαμε ξεπεράσει τις 30 φωνές και τα 120 κανάλια. Τελευταία πρόκληση και ξανά σχετική με τη μίξη θα πω ότι ήταν η ανάγκη το project να ακούγεται ενιαίο. Θέλαμε όπου και να περιηγηθείς μέσα σε αυτά τα 50 λεπτά μουσικής και αφήγησης να είμαστε σίγουροι ότι δε θα βγευς από την ατμόσφαιρά του, πράγμα που έκανε τη μίξη λίγο περισσότερο πολύπλευρη από ότι συνήθως και ακόμα περισσότερο χρονοβόρα και απαιτητική. Έτσι, πειράζαμε λίγο την ηλεκτρική κιθάρα σε ένα κομμάτι επειδή έπρεπε να μιξαριστεί με τα τσέλα; Έπρεπε να διπλοτσεκάρουμε στα υπόλοιπα κομμάτια ότι δε φύγαμε πολύ μακριά.

Τι θέλετε να νιώσει ο ακροατής όταν φτάνει στο τελευταίο κομμάτι, το Every Now and Then;

Κατερίνα Πλεξίδα: Νιώθω ότι κάθε δίσκος είναι μια διαδρομή. Μια διαδρομή γεμάτη εικόνες και συναισθήματα, που στο τέλος μπορεί να γίνει και η αγαπημένη σου. Προσωπικά ανυπομονούσα να ολοκληρωθεί ο δίσκος, για να μπορώ επιτέλους να τον περπατήσω από την αρχή ως το τέλος και να τον κάνω δικό μου.
Αυτό, νομίζω, θέλουμε να αισθανθεί και κάθε ακροατής με τον δικό του τρόπο. Η ιστορία του άλμπουμ είναι ουσιαστικά μια παραβολή. Μέσα από τα μάτια του Eli ξεδιπλώνεται ένα μικρό σύμπαν, μια εσωτερική ζούγκλα όπου κάθε “πλάσμα” εκφράζει τη δική του εξέλιξη και τις δικές του αλήθειες. Συναντιέσαι με πολλά συναισθήματα σε αυτή τη διαδρομή, άλλοτε φωτεινά, άλλοτε σκοτεινά. Το Every Now and Then λειτουργεί σαν ένα νανούρισμα. Μια στιγμή ηρεμίας μετά από όλο το ταξίδι. Παρόλα αυτά, δεν θέλω να πω τι πρέπει να νιώσει ο ακροατής. Θέλω να νιώσει αυτό που θα γεννήσει μέσα του η μουσική. Μπορεί κάποιος να βιώσει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχαμε στο μυαλό μας. Και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι.

Αν μπορούσατε να περιγράψετε τη «ζούγκλα μέσα μας» με μία εικόνα, ποια θα ήταν και γιατί

Χρήστος Παπαδόπουλος: Δυο πόδια βυθισμένα στο χώμα. Θεωρώ πως η φύση προσφέρει απλόχερα τη γαλήνη, τη θεραπεία, την ηρεμία που αποζητάμε πλέον μανιωδώς στην καθημερινότητα. Όλοι οι αγώνες που δίνουμε κι όλη η δημιουργία που κρύβουμε μέσα μας, όλα γίνονται πιο καθαρά, ανοιχτά κι ελεύθερα όταν έρχεσαι σε επαφή με ένα τόσο αρχέγονο υλικό όσο π.χ. το χώμα. Τα ζώα της ιστορίας φτάνουν στο τέλος σε μια κατάσταση ευφορίας, ευτυχίας και ετοιμότητας για ό,τι έρθει μετά, μέσα από τη μοιρασιά, την αλληλεγγύη, την επανάσταση. Πιστεύω πως με τον ίδιο τρόπο οφείλουμε να ακούμε τόσο το μέσα όσο και το έξω μας, με την ίδια προσοχή και φροντίδα. Όλες οι φωνές, εσώτερες κι εξώτερες, μιλούν. Άλλες πιο δυνατά, άλλες ίσα που. Και για να παραφράσω τον Τζίμη Πανούση: ακούτε, γιατί χανόμαστε.

επίλογος

Όταν πέφτουν οι τελευταίες νότες, δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχει επίγνωση.

Το Every Now and Then μοιάζει με εκείνη τη στιγμή που κάθεσαι κάτω μετά από μεγάλη διαδρομή και συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεται να πεις τίποτα.

Έχει ήδη ειπωθεί ό,τι έπρεπε, με τρόπο υπόγειο, σχεδόν σωματικό.

Αυτός ο δίσκος δεν σε παρηγορεί. Σε στέκεται δίπλα σου.

Σου θυμίζει ότι η ζούγκλα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς αποδοχή.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη φροντίδα και την ένταση, στη συλλογικότητα και τη μοναχικότητα, οι Eli and the Portraits καταθέτουν ένα έργο που δεν ζητά χειροκρότημα. Ζητά επαναφορά. Να ακούσουμε. Να μείνουμε. Να μην προσπεράσουμε.

Το The Jungle Within Eli and The Portraits κυκλοφορεί ψηφιακά από το bandcamp των Eli and The Portraits.

Οι Eli and The Portraits είναι:

Sophie Papakosma: double bass
Katerina Plexida: vocals
Rafaela Tsobanoudi: cello, vocals
Alexandros Pourloukakis: piano, vocals
Nikolas Platon: mixing, mastering, sound engineer, trumpet, shepherd’s flute, bongos, synthesizers, vocals, production
Dimitris Tsolis: drums

instagram

facebook

bandcamp

youtube

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Loud Silence: «Ο χρόνος αποκτάει νόημα όταν αντιμετωπίζεται συνολικά. Αλλιώς μας τρώει...»

Fuzz, Farfisa, ντέφι: Οι Dionysians μιλούν για το "Να Κάψουμε το Χθες", την ανάγκη για φυγή και τη "διονυσιακή" ενέργεια του ελληνικού garage rock...

«What I have is never what I want»: Οι XOAN μιλούν για τις εντάσεις που διαμόρφωσαν το “Tensions”...

 


image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 

 

 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1