Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης
Φωτογραφίες: Στέλλα Ιωαννίδου
Οι Viceroy μιλούν για το Freedom Tastes Like Breakfast, τις επιρροές από Sonic Youth και Τρύπες, τη Θεσσαλονίκη, τη λογοτεχνία και τον θόρυβο που μετατρέπεται σε συναίσθημα
Υπάρχουν μπάντες που χτίζονται πάνω σε σχέδιο και άλλες που γεννιούνται σχεδόν οργανικά, μέσα από πρόβες, κοινές εμμονές και τη σιωπηλή αίσθηση πως κάτι αρχίζει να αποκτά δική του ζωή. Οι Viceroy ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Ξεκινώντας από ένα αφιέρωμα στους Joy Division και φτάνοντας σήμερα σε έναν ήχο που ισορροπεί ανάμεσα στο noise rock, το post-punk και τη μελαγχολική ελληνική αστική ποίηση, η μπάντα από τη Θεσσαλονίκη μοιάζει να μετατρέπει το χάος, τις ατέλειες και την ένταση σε κάτι βαθιά προσωπικό.
Με αφορμή την κυκλοφορία του ντεμπούτο τους Freedom Tastes Like Breakfast από την Make Me Happy Records και τη διαδρομή που ήδη άρχισε να χαράζει το συγκρότημα μέσα από τα live του, ο Άλεξ Ηλιάδης (μπάσο) μου μίλησε για τις επιρροές που δεν λειτουργούν ως αναφορές αλλά ως βιώματα, για τη σχέση τους με τη λογοτεχνία, για την πόλη που κουβαλούν μέσα τους και για εκείνη τη λεπτή γραμμή όπου ο θόρυβος συναντά τη σιωπή.
Όταν πρωτοπαίξατε μαζί σε εκείνο το αφιέρωμα στους Joy Division, υπήρξε μια στιγμή που καταλάβατε ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα live, αλλά για την αρχή ενός κοινού ήχου; Πώς περιγράφετε εκείνη τη σπίθα που σας έφερε μαζί;
Σίγουρα δε μπορούσαμε καν εξαρχής να φανταστούμε ότι θα φτάναμε εδώ που είμαστε σήμερα. Εγώ (Άλεξ/μπάσο) είχα μόλις αρχίσει να παίζω μπάσο και έβλεπα τη μουσική σαν απλά ένα χόμπι που θα έχω για λίγο καιρό. Αργότερα βέβαια καθώς γνωριστήκαμε καλύτερα με τον Νίκο και υπήρχε μία φυσική οικειότητα στις πρόβες έγινε εμφανές ότι δε θέλαμε να σταματήσουμε εκεί. Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή ή κάποια σπίθα. Ήρθε από μόνο του, με τον καιρό καταλαβαίναμε πόσο καλά λειτουργούμε μαζί μουσικά. Αξίζει ίσως μόνο να αναφέρω μία φορά που θυμάμαι να πηγαίνω με τον παλιό μικρό σάπιο ενισχυτή μου στο σπίτι του Νίκου, καθώς μέναμε δίπλα τότε, σε μία πρώτη προσπάθεια να γράψουμε δικά μας κομμάτια. Ο Νίκος είχε από πάντα ωραίες ιδέες για τραγούδια. «Σε αυτό απλά θα κοπανάω power chords» θυμάμαι να του λέω με αυτοπεποίθηση. Αμφιβάλλω να έγινε τίποτα εκείνο το κομμάτι όμως σίγουρα έθεσε τα θεμέλια για πολλά άλλα. Μετά από μερικούς μήνες αρχίσαμε να δημιουργούμε το σχήμα που γνωρίζουμε πλέον σαν “Viceroy”.

Στους ήχους σας ανιχνεύει κανείς θραύσματα από Sonic Youth, Fontaines D.C., αλλά και τις Τρύπες. Πώς ζωντανεύουν αυτά τα ίχνη μέσα στη δική σας μουσική; Είναι επιρροές, συνομιλίες, ή κάτι πιο ανεξέλεγκτο;
Μάλλον είναι ένας συνδυασμός όλων. Εννοείται πως οι μουσικές μας επιρροές θα φανούν στο παίξιμο μας, είναι κάτι που δεν μπορεί αλλά και δεν θέλουμε να αποφευχθεί. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποτελεί αρχικό σκοπό για εμάς. Κινούμαστε μουσικά ανάλογα με το τι θέλουμε να πούμε οι ίδιοι, όμως οι αγαπημένοι μας καλλιτέχνες είναι άτομα που μας έχουν διαμορφώσει, οπότε θέλοντας και μη την ώρα δημιουργίας ενός κομματιού θα βγουν προς τα έξω. Επομένως, σίγουρα μετατρέπεται και σε κάτι το ανεξέλεγκτο. Ταυτόχρονα, την ώρα αυτή λειτουργούμε και σαν ακροατές, γράφουμε αυτό που θέλουμε οι ίδιοι να ακούσουμε. Αυτοί που μας εμπνέουν έχουν μια στάση ζωής που συμβαδίζει σε μεγάλο βαθμό και με τα δικά μας «πιστεύω», με τους δικούς μας προβληματισμούς και επιθυμίες, οπότε σίγουρα υπάρχει και ένας «διάλογος» μεταξύ μας.
Στο στούντιο, οι μικρές ατέλειες διατηρήθηκαν. Υπήρξε στιγμή που συνειδητοποιήσατε ότι αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί λάθος, έγινε τελικά ο πυρήνας ενός τραγουδιού;
Υπήρχε αρχικά ένας προβληματισμός γύρω από το πως θα διαχειριστούμε τις ατέλειες. Ακόμα ανακαλύπταμε τον ήχο μας και δεν ξέραμε πόσο άγριος ή συμμαζεμένος θέλουμε να είναι. Ο Νίκος πίστευε πως οι ατέλειες πρέπει να διατηρηθούν πάση θυσία ενώ οι υπόλοιποι θέλαμε να υπάρχει μία σταθερότητα στη παραγωγή. Πιστεύουμε πως αυτή η διατριβή ήταν που έφερε αυτό το ιδιαίτερο αποτέλεσμα στο τέλος. Σίγουρα το Past Tears και το Bicycle είναι κομμάτια που βασίζονται στο χάος που επικρατεί στο τέλος τους και χωρίς τις ατέλειες δεν θα ήταν ίδια.
Όταν οι στίχοι σας αναφέρονται σε Kerouac, Bukowski ή Cummings, πώς συναντιέται αυτή η λογοτεχνική επιρροή με τον ήχο; Θέλετε ο ακροατής να αισθανθεί την ανάσα σας ή να χαθεί σε δικές του εικόνες;
Η λογοτεχνική επιρροή σίγουρα δεν περιορίζεται στο στιχουργικό μέρος του έργου μας, μάλλον αντίθετα, είναι πολύ πιο έντονη και έχει διεισδύσει βαθύτερα στο μουσικό του κομμάτι, το κομμάτι της μελωδίας, της υφής, της δομής και του ύφους. Όπως είναι ξεκάθαρη η επιρροή της bop σε κάθε λέξη του Κέρουακ - μιας και αναφέρθηκε - με την πρόζα του να αποτελεί ,κάθε φορά, έναν jazz αυτοσχεδιασμό, έτσι αντίστοιχα και στη δική μας περίπτωση είναι φυσικό κάθε κομμάτι του εαυτού και του ψυχισμού μας να αποτυπώνεται στο έργο που παράγουμε. Δεν πρόκειται για κάτι εσπευσμένο ούτε υπάρχει κάποιος σκοπός πίσω από αυτό. Είναι απλά ένα άμεσο αποτέλεσμα της δημιουργικής διαδικασίας. Το τι θα αισθανθεί ο ακροατής είναι μια υπόθεση που αφορά καθαρά τον ακροατή. Ο τρόπος με τον οποίο κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει και αλληλεπιδρά με το οποιοδήποτε ερέθισμα, σε αυτή τη περίπτωση την ακρόαση ενός μουσικού κομματιού, διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και ακόμη για τον ίδιο άνθρωπο διαφέρει από ημέρα σε ημέρα και από ώρα σε ώρα. Κάθε συναίσθημα είναι σημαντικό και ο καθένας μπορεί να χαθεί σε όποιο δρόμο θέλει να χαθεί με όποια εικόνα θέλει να χαθεί. Εμείς απλά ανοίγουμε μια πόρτα κι άμα ο άλλος το θέλει, μπαίνει μέσα.
Η μουσική σας κινείται ανάμεσα στη θορυβώδη ένταση και τη σχεδόν αόρατη μελωδία. Πώς αποφασίζετε πού τελειώνει ο θόρυβος και πού αρχίζει η σιωπή;
Είναι κάτι που βασίζεται πολύ στην ψυχολογική κατάσταση που βρισκόμαστε και σαν μπάντα, αλλά και σαν ξεχωριστά άτομα. Αυτό που δεν αλλάζει, ωστόσο, είναι ότι πάντα λειτουργούμε σαν ένας κοινός οργανισμός. Υπάρχει συνεννόηση, μέσω βλεμμάτων αλλά και μέσω της αίσθησης που παίρνουμε όταν παίζουμε, οπότε είναι για όλους σχεδόν πάντα ξεκάθαρη η κατεύθυνση στην οποία κινούμαστε, σιωπή ή φασαρία με ό,τι συνεπάγεται η καθεμία. Ο χρόνος που θα αφιερώσουμε σε τέτοιες στιγμές είναι κάθε φορά διαφορετικός, είτε στο στούντιο είτε επί σκηνής, άρα πάντα υπάρχει κάτι απρόβλεπτο που μας ενθουσιάζει. Εγώ (Γιώργος) πολλές φορές νιώθω ότι πρέπει να κρατήσω μια ισορροπία μεταξύ του χάους της κιθάρας της Λουΐζας και του Νίκου, να θέσω μια βάση για να αναδειχθεί αυτή η κραυγή ακόμα πιο έντονα, και αυτοί το ίδιο αντίστοιχα. Έτσι, παρόλο που ο ήχος μας χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον θόρυβο, προσπαθούμε να αγκαλιάζουμε όσο μπορούμε και την σιωπή, γιατί πολλές φορές μέσα από αυτήν βρίσκεις τις απαντήσεις που ψάχνεις.

Η Θεσσαλονίκη, με τις δικές της αναθυμιάσεις ιστορίας και υπογείων σκηνών, φαίνεται να σας ακολουθεί. Πώς επηρεάζει η πόλη την ενέργεια σας στη σκηνή και την αίσθηση ότι η μουσική σας έχει ρίζες;
Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη η οποία φλερτάρει μαζί σου. Η σχέση των ανθρώπων με αυτή την πόλη περιέχει ένα στοιχείο ερωτικό. Υπάρχει πάθος, είναι με τις μέρες της, κάποιες μέρες την μισείς κάποιες μέρες τη λατρεύεις και το ίδιο ισχύει και από την άλλη πλευρά. Όταν ο Πεντζίκης την βαπτίζει μάνα δεν το κάνει γιατί νιώθει παιδί της. Αυτή η πόλη σε πλησιάζει με τρυφεράδα και ζεστασιά, γίνεται ερωμένη σου και σε πιάνει σφιχτά από το χέρι, σου λέει τα μυστικά της και ριζώνει μέσα σου, πραγματικά βαθιά μέσα σου. Η Θεσσαλονίκη είναι μέσα στο έργο μας όπως ήταν και στα έργα του Τσιτσάνη και του Παπάζογλου και του Βαφόπουλου. Κανείς δεν γλιτώνει και κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τα δίχτυα της. Κουβαλάμε την Θεσσαλονίκη μέσα μας όπως κουβαλάει ο καθένας τα πάθη του.
Μετά το Freedom Tastes Like Breakfast και τα πρώτα live, τι υπάρχει στον ορίζοντα; Υπάρχει κάτι που θέλετε να πείτε με την επόμενη ηχογράφηση, ή μια εμπειρία που θέλετε να ζήσετε πριν ξαναγράψετε;
Μετά την ηχογράφηση του Freedom Tastes Like Breakfast γεμίσαμε με πολλές ιδέες για κομμάτια. Πλέον είχαμε και μία έντονη άνεση με τη σύνθεση νέων τραγουδιών και ήμασταν αρκετά σίγουροι για τη κατεύθυνση που θέλουμε να πάρει ο ήχος μας. Με τη προσθήκη της Λουΐζας και την εμπειρία του τουρ αυτές οι ιδέες έχουν ωριμάσει. Ωρίμασαν με έναν τρόπο απρόσμενο αλλά καθόλου ανεπιθύμητο. Έχοντας μία δεύτερη φωνή μπορούμε να εκφραστούμε πολύ διαφορετικά. Κάτι που αρχικά δεν πιστεύαμε ότι χρειαζόμασταν, όμως τελικά έδωσε φρέσκο αίμα στον ήχο. Συνεπώς ανυπομονούμε να δείξουμε όλο αυτό το ταξίδι μέσω της επόμενης ηχογράφησης.
*******
που κυκλοφορεί από την Make Me Happy Records και ηχογραφήθηκε με παραγωγή του Joseph Powell (Youth Valley), αποτυπώνοντας έναν ωμό, post-punk ήχο ανάμεσα στον θόρυβο και τη σιωπή.
Οι Viceroy - Νίκος Καμακάς (κιθάρα, φωνητικά), Λουΐζα Μπότση (κιθάρα, φωνητικά), Άλεξ Ηλιάδης (μπάσο) και Γιώργος Γιαβασίδης (τύμπανα) - υπογράφουν το ντεμπούτο τους Freedom Tastes Like Breakfast, που κυκλοφορεί από την Make Me Happy Records και ηχογραφήθηκε με παραγωγή του Joseph Powell (Youth Valley), αποτυπώνοντας έναν ωμό, post-punk ήχο ανάμεσα στον θόρυβο και τη σιωπή.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:
Viceroy - "Freedom Tastes Like Breakfast" (άλμπουμ, ψηφιακή κυκλοφορία και βινύλιο)
Misty Route - "Ethos" (CD, βινύλιο, ψηφ. κυκλοφορία)
Personality Crisis - Vortex, State of Mind (2025)
Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)
Bog art - "The Dance of Broken Promises"
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.