Γιάννης Σιδεράκης

  • Dio...

    Γράφει ο Γιάννης Σιδεράκης

    Τον είδα, να κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα καφενείου στην άκρη του πεζοδρομίου, περπατούσα με τον γιo μου, κρατώντας τον από το χέρι. Τον είδα που είχε καρφωθεί πάνω μου, αλλά δεν έδωσα σημασία, δεν τον ήξερα αυτόν τον μπάρμπα. Περνώντας από μπροστά του, άκουσα να φωνάζει με βροντερή φωνή το όνομα μου, γύρισα, κάπως ενοχλημένος είναι η αλήθεια και τον κοίταξα. Τα πόδια του στραβά, με κάτι ενισχυτικά σαν γάζες στα γόνατα, προφανώς για να μπορεί να περπατάει, μιας και δεξιά και αριστερά του, είχε ακουμπισμένες δύο πατερίτσες…

  • Lemmy: «Θα μπορούσα να προσέξω τον εαυτό μου να ζήσω περισσότερο, αλλά στην τελική έζησα όπως ήθελα...»

    Γράφει ο Γιάννης Σιδεράκης

    Πριν απο 8 χρόνια, άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο ο Καπετάνιος και εκείνο το βράδυ αυξήθηκε η κατανάλωση Jack Daniels με Coca Cola σε όλον τον πλανήτη 500%. Την ημέρα της κηδείας του, έγινε μια παγκόσμια τελετουργία, με ανθρώπους που τον λάτρεψαν πραγματικά, να έχουν καθίσει στην μπάρα και να πίνουν το αγαπημένο του ποτό. Αυτό που κάναμε εμείς στην μικρή Άρτα, χωρίς να το κανονίσουμε, αυθόρμητα, έγινε παντού. Ένας φόρος τιμής, όπως θα ήθελε και όπως του άξιζε.
  • To δικό μου Woodstock...

    Γράφει ο Γιάννης Σιδεράκης

    Ήταν ένα από εκείνα τα στέκια που ήταν διασκορπισμένα σε όλη την ελληνική επικράτεια, αλλά και την πρωτεύουσα. Βέβαια, ο όρος pub στην επαρχία έπαιρνε μια άλλη διάσταση, μιας και η ελευθεριότητα που προσέφερε το χαλαρό περιβάλλον προσέλκυε οποιονδήποτε ήθελε να ζήσει εκτός των στενών παρεκκλίσεων της πουριτανικής κοινωνίας που εγκλώβιζε ψυχές και καταδυνάστευε όνειρα και ελπίδες. Ωστόσο, παρά τις απεγνωσμένες και φιλότιμες προσπάθειες του ιδιοκτήτη που είχε συγκεντρώσει μια καταπληκτική για το μέρος και τον χρόνο δισκοθήκη και είχε στήσει έναν ναό γνώσης και καταδύσεων στον νέο αυτόν κόσμο που απλώνονταν μπροστά μας, πιτσιρικάδες καθώς ήμασταν, το αποτέλεσμα ήταν κάτι μεθυσμένα βράδια με βαριά λαϊκά και σκυλάδικα της εποχής που μας απωθούσαν και μας ξενέρωναν...

  • Πάω να γράψω πέντε γραμμές...

    Γράφει ο Γιάννης Σιδεράκης

    Πάω να γράψω πέντε γραμμές, με φωνάζει η γυναίκα μου να την βοηθήσω με το πλυντήριο που δεν ανοίγει... Πάω να πιάσω την κιθάρα, με φωνάζει η κόρη μου να της εξηγήσω, τι σημαίνει το "νοθεύτηκε"... Ξεκινάω για πρόβα, κλαίει ο μικρός, χτύπησε το πόδι του, πάει η πρόβα. Περνάω καλά με τους φίλους, πίνουμε μπύρες και ακούμε μουσικές, φεύγω, έχω να ανοίξω πρωί, πρωί το μαγαζί.... Η δική μου καθημερινότητα!

  • Τα παιδιά του ήλιου (με αφορμή την "έξοδο" του Νίκου Σπυρόπουλου)...

    Γράφει ο Γιάννης Σιδεράκης*

    Φωτογραφίες: Τηλέμαχος Παπαδόπουλος (QoQ photos) 

    Το σύστημα είναι αδηφάγο, αχόρταγο και εκεί που δεν "κωλώνει" με τίποτα είναι, όπου μυρίζει χρήμα. Όσο περισσότερο τόσο καλύτερα.. Καταφέρνει, διαβασμένο πια, να καταβροχθίζει μουσικά κινήματα, ολόκληρες σκηνές, underground και επικίνδυνες τάσεις. Έτσι έγινε με τις μεγάλες ρόκ ν ρόλ μπάντες του 50 και του 60, έτσι έγινε με τα ρόκ και τα χάρντ ρόκ συγκροτήματα του 70 και του 80, έτσι έγινε με την πάνκ, με την metal, με την λεγόμενη ανεξάρτητη σκηνή, με τις μπάντες του Σιάτλ, ακόμη και με το hip hop τελευταία... Οτιδήποτε, ήταν επικίνδυνο και κοφτερό, ότι είχε να πει κάτι στους νέους βασικά ανθρώπους, να τους ταράξει, να τους κάνει να σκεφτούν, να τους πάρει και να τους σηκώσει, να φέρει αλλαγή σε νοοτροπία παγκοσμίως, το σύστημα έβρισκε τον τρόπο να το αμβλύνει, να το κάνει ακίνδυνο και ανούσιο. Το καταφέρνει πάντα αυτό, με τα φράγκα, με τα μεγάλα συμβόλαια, με την διαφήμιση, με τους παραγωγούς που θέλουν εμπορεύσιμο προϊόν... 

  • Τον γιο μου τον βάφτισα Παύλο και όχι τυχαία…

    Γράφει ο Γιάννης Σιδεράκης

    Ήταν Οκτώβριος του 1990 όταν έπαιρνα τις τελευταίες τζούρες ελευθερίας πριν παρουσιαστώ στον ελληνικό στρατό τον Νοέμβριο, στις 19, για να κάνω το καθήκον μου και να γίνω άντρας… Σκάρτα δεκαοχτώ χρονών… Παιδάκι… Κατέβηκα στην Αθήνα, να βρω τον κολλητό μου, να κάνω, όσες αλητείες μπορούσα, να προφτάσω… Όσο προλάβαινα. Ο Αντρέας… Κλασικό φρικιό! Ποτέ λεφτά στην τσέπη, όλα αμάκα, μονίμως, να βρούμε κάτι να πιούμε και «δάγκωμα», όπου και σε όποιον μπορούσε… Εγώ τον αγαπούσα, με είχε μυήσει σε μια ζωή μακρινή από την δική μου, τη ζωή ενός παιδιού μιας μικρής επαρχιακής πόλης. Με είχε περπατήσει, μου είχε δείξει, με είχε ξεβγάλει…Έτσι και τώρα, όλη την μέρα μαζί, γύρω γύρω στα Εξάρχεια, στο κέντρο, να γυρνάμε, να ζούμε, να αναπνέουμε… Σταματάμε στο περίπτερο να πάρουμε τσιγάρα και βλέπω αφίσα… «Παύλος Σιδηρόπουλος, live στο Αν»… Με πήγε λίγο πίσω, με πήγε αλλού…

FEATURED VIDEOS

  • 1