Steve Albini: O πρώην κιθαρίστας των Sonic Youth, Thurston Moore, γράφει για τον σπουδαίο παραγωγό και μουσικό...

Γράφει ο Thurston Moore (μετάφραση-προσαρμογή: Γιάννης Καστανάρας)

Όπως και η μουσική που λάτρευε και στην οποία είχε αφιερώσει τη ζωή του –punk και πειραματική δράση, καχυποψία και αντίσταση σε κάθε ίχνος εκμετάλλευσης– ο Steve Albini ήταν ένα άτομο γεμάτο πάθος και αντιφάσεις. Φαινόταν να έχει πλήρη συνείδηση και μια ακέραια αντίληψη των αντιφάσεων ανάμεσα στην καπιταλιστική αποικιοκρατία της μουσικής βιομηχανίας και στις σοσιαλίζουσες τάσεις του ανεξάρτητου μουσικού κόσμου. Από απίστευτα νεαρή ηλικία και με το ευφυές πάθος ενός διανοούμενου μπορούσε να επινοεί διάφορους λόγους για να αποφεύγει τα χειριστικά γρανάζια των αναξιόπιστων «μεγάλων» δισκογραφικών εταιρειών και, μολονότι ήταν απόλυτα σοβαρός ως προς τις αναλύσεις του για τέτοια πράγματα, τελικά o Albini είχε την ικανότητα να τα διαγράφει όντας ζωντανός μέσα σε ένα παράλογο σύμπαν. Σε αντιπαραβολή με το σταθερά βλοσυρό ύφος του, υπήρχε πάντα ένα γνήσια εκφραστικό χαμόγελο.

Θυμάμαι ότι γνώρισα τον Steve όταν οι Big Black ήρθαν για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ο Byron Coley και ο Jimmy Johnson από το φανζίν Forced Exposure είχαν έρθει για τη συναυλία κι έτσι στριμωχτήκαμε όλοι μέσα σ’ εκείνο το αχούρι που παρίστανε το καμαρίνι του κλαμπ Danceteria. Εκείνη την εποχή πάνω κάτω, ο Byron και ο Jimmy είχαν πάρει συνέντευξη από τους Sonic Youth για το περιοδικό τους και χάρη σ’ αυτούς είχα έρθει σε επαφή, όπως τόσα και τόσα «άγουρα» και πεινασμένα μυαλά, με την απεριόριστη συλλεκτική τους μανία, την πληθωρική κριτική στάση τους απέναντι στις εκκολαπτόμενες εκρήξεις του post-punk, του post-no wave και του post-hardcore, μαθαίνοντας ταυτόχρονα για την avant-garde jazz και για ένα σωρό άλλες μουσικές.
Αμέσως κατάλαβα πόσο τους είχε συναρπάσει ο Steve Albini, αυτή η φωνή από το Σικάγο που, όπως γρήγορα αποδείχθηκε, ήταν το ίδιο φωνακλάς και καυστικός, ξινός και ξεκαρδιστικός με αυτούς. Οι Big Black δημιουργούσαν το ηχητικό μανιφέστο αυτών των διασταυρούμενων πυρών. Εκείνη η συγκέντρωση με αφορμή τη συνέντευξη για το φανζίν πυροδότησε μια δια βίου αίσθηση συντροφικότητας ανάμεσα σε εμάς, τους άβγαλτους, αλλά και με τόσα άλλα αυτοδημιούργητα και ξεροκέφαλα μυαλά, όπως ο Gerard Cosloy, η Lydia Lunch και άλλοι, ανεξάρτητα από τα όποια προσωπικά σκαμπανεβάσματα θα προέκυπταν κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών. Ο Steve άρχισε να γράφει για το Forced Exposure με τους Big Black και οι Sonic Youth μοιράζονταν μαζί τους τη σκηνή και να κοιμούνται παρέα τους σε πατώματα διαμερισμάτων καθώς διασχίζαμε τον πλανήτη.

Αισθάνθηκε πολύ απογοητευμένος όταν οι Sonic Youth υπέγραψαν με τη Geffen το 1990 επειδή το θεώρησε ως μια αποκήρυξη αρχών. Εμείς, φυσικά, διαφωνήσαμε: ήταν η ολοφάνερη λογιστική διαχείριση και η υγειονομική περίθαλψη που πρόσφερε μια πολυεθνική εταιρεία έναντι της καλλιτεχνικής ελευθερίας μιας ανεξάρτητης, με τις συχνά μυστηριώδεις καθημερινές λειτουργίες της. Μας διασκέδαζε η ιδέα ότι ένας ηχολήπτης ήταν το ίδιο σημαντικός με έναν υδραυλικό.

Ο Steve όμως δεν ήταν υδραυλικός. Ήταν ένας καλλιτέχνης, ένας μουσικός, ένας ηχολήπτης, ένας αποκωδικοποιητής υψηλών προδιαγραφών που μπορούσε να κερδίζει μεγάλα ποσά στο πόκερ και να παίζει μπιλιάρδο με δεξιοτεχνία. Λάτρευε την ατόφια, συμπαγή, κομψή απλότητα ενός κλασικού αναπτήρα Zippo.

Ο Steve, όπως πολλοί άλλοι εμπνευσμένοι άνθρωποι τους οποίους θαύμαζε και με τους οποίους βρέθηκε να συνεργάζεται, είτε επρόκειτο για τους Whitehouse είτε για τους Nirvana, ήταν ένας γνήσιος οραματιστής, ένα έμβιο ον που απολάμβανε τη δημιουργική παρόρμηση. Και μολονότι πολλές φορές υπέγραφε τα γραπτά και προφορικά του μηνύματα σηκώνοντας ψηλά το μεσαίο του δάχτυλο, έδειχνε να αγαπάει απόλυτα τον κόσμο και τους ανθρώπους του. Ενώ στην πρόσφατη αυτοανάλυσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα εξέφραζε τη λύπη του για το νεανικό του θράσος, ποτέ δεν ζητούσε συγγνώμη – η γραφή του, αυτή που ήταν, είχε πάντα ανθρωπιστικό χαρακτήρα επειδή γνώριζε ότι η ζωή μας βρίσκεται σε μια αέναη κατάσταση ρευστότητας και μάθησης. Αν υπήρχε κάποια ιδεολογία που ο Steve μπορεί να ασπαζόταν, σίγουρα αυτή ανέκαθεν ήταν ο κοινοτισμός. Να μάχεται για τον καλό σκοπό. Αυτή, τουλάχιστον είναι η αίσθηση που είχα αποκομίσει από τη γνωριμία μαζί του τον παλιό καιρό.

Βαφτίζοντας το συγκρότημά του με το χειρότερο όνομα που μπορεί να φανταστεί κανείς ή δίνοντας τίτλους σε άλμπουμ και σε τραγούδια που αποσκοπούσαν στο κουρέλιασμα της όποιας μηδενιστικής ενέργειας ισχυρίζονταν ότι κατείχαν, ήταν προφανώς οι ξεδιάντροπες διεργασίες ενός προβοκάτορα. Το να αποπαίρνει δημόσια τους συγχρόνους του παράλληλα με τους δεινόσαυρους της «σοβαρής» κουλτούρας, ήταν μια πρόσκληση σε διάλογο (αν όχι ένας απροκάλυπτος εξευτελισμός). Ήταν πάντοτε έτοιμος να τα κάνει όλα πουτάνα. Η μουσική του, το στυλ που έπαιζε κιθάρα, οι ρυθμίσεις του ενισχυτή του – όλα αυτά ήταν πρωτογενείς επιθέσεις, και όλα με μια απέραντη αγάπη πίσω από την καλολαδωμένη και σταθερή μηχανή. Ο Steve ήταν καλός ακροατής, μελετούσε, παρακολουθούσε. Ανεξάρτητα από το επίπεδο της οικειότητας που θα αποκτούσε κανείς μαζί του με τον καιρό (μετά τα μέσα της δεκαετίας του '90 είχαμε ελάχιστες επαφές – συναντιόμασταν μόνο σε διάφορα φεστιβάλ, λέγοντας γεια, γνωρίζοντας ο ένας τον άλλον αρκετά καλά όπως τα ξαδέρφια μέσα στα χρόνια), πάντα θα υπήρχε κάποια τάση για μια επιμορφωτική συζήτηση, είτε σχετικά με τις αξίες των διαφόρων μουσικών ειδών και της φύσης, είτε σχετικά με τις μυριάδες επιλογές ανάμεσα στα μεξικάνικα εστιατόρια του Σικάγο. Ο Steve είχε πάντα τις απαντήσεις και τις διαπιστώσεις. Είχε πάντα δίκιο, ακόμη και όταν είχε άδικο.

Ένα τεράστιο, πελώριο φως, ένα μασούρι δυναμίτης που κυκλοφορούσε στη μικρή μας περιθωριοποιημένη μουσική μας κοινότητα φορώντας πολυκαιρισμένα χαμηλά αθλητικά παπούτσια, σκισμένο στενό παντελόνι κι ένα σκισμένο μπλουζάκι με τη στάμπα των Rudimentary Peni, έχει πλέον μετακομίσει αλλού. Η είδηση του θανάτου του Steve Albini ήταν σοκαριστική, σπαρακτική. Θα μας λείψει πραγματικά…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Nirvana: Το "Love Buzz", και μερικές φωτογραφίες με γνωστές και άγνωστες πτυχές της μπάντας...

Η τελευταία συναυλία των Nirvana (1η Μαρτίου 1994)...

H Kim Gordon για τον Kurt Cobain: "Πάνω στη σκηνή ήταν απίστευτο να βλέπεις να ξεχύνονται όλα εκείνα τα συναισθήματα που πήγαζαν από τα βάθη του κορμιού του"...

Λόγια ανθρώπων επιφανών: Kim Gordon...

Sonic Youth: Το τέλος... (Σάο Πάολο, Βραζιλία, 14/11/2011)

 


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1