Γράφει ο Θανάσης Μήνας
Με αφορμή τα 80 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου singer song writer από το Σικάγο (10 Οκτωβρίου 1946), μια αναδρομή στο ξεκίνημα της πορείας του με έμφαση στο ντεμπούτο του άλμπουμ John Prine (Atlantic, 1971)
«Υπήρχαν Ελληνίδες και νέγρες καμαριέρες απ’ όλα τα ξενοδοχεία, αχθοφόροι, πορτιέρηδες, υπάλληλοι βεστιαρίου, γκαρσόνες, ειδικοί όπως ο garde manger από κυριλέ μαγαζιά της Χρυσής Ακτής, μέρη όπου είχα πάει με τη σκυλοκλούβα κι έτσι τα καταλάβαινα λιγάκι. Ήταν κάθε λογής αυτοί που έρχονταν. Η υπόγεια ανθρωπότητα των σωλήνων, των αποθηκών, του κάρβουνου, τεχνίτες, ψήστες∙ ως κι ένας δουκικός Γάλλος με ρεπούμπλικα, σαν τραγουδιστής, που αυτοαποκαλέστηκε “μάγειρας καλλονής” κι έγραψε στην κάρτα του δίχως να βγάλει να γάντια του. Και γεροπλάνητες κι άλλοι με λευκή φάτσα παλιάνθρωπου, τύποι με παλιά κάρτα των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου, γριές Ανατολικοευρωπαίες με επιστολές που εξηγούσαν τι ακριβώς ήθελαν, και κάθε λογής άλλες κακοποιημένες φάτσες, άρρωστες, μέθυσες, ζαβλακωμένες, αθώες, κρουστές, σερνάμενες, παράφρονες, θύματα προκατάληψης, κι από λεπρές ως τις πιο ευπρεπείς σφριγηλές καλλονές. Αν τούτο λοιπόν το πλήθος δεν είχε τίποτα κοινό με κείνο που θα ανέθρεψε την εμπροσθοφυλακή του Ξέρξη ή του Κωνσταντίνου, νέα πράγματα λοιπόν δημιουργούνταν∙ εκείνο όμως κι εμένα που μου έκανε εντύπωση σ’ αυτό, ήταν μια αίσθηση αρχαιότητας και παχιάς κρούστας. Η ευτυχία και η χαρά, όμως, ήταν ανέκαθεν ίδιες φαντάζομαι, έτσι τόση παραλλαγή να υπάρχει στα αντίθετά τους;» (1)

Στα τραγούδια του John Prine είναι ενσωματωμένο το Σικάγο, η οικογένειά του και η εργατική τάξη της πόλης του, για την οποία έγραψε τόσα πολλά ο Saul Bellow (το εισαγωγικό κείμενο), που ήταν γέννημα θρέμμα. Οι γεμάτοι λυρικούς τόνους και ποιητική σαφήνεια στίχοι του Prine έχουν γίνει εμβληματικοί για τη μέση Αμερική. Ο Prine ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ένας μακρινός φίλος, τον οποίον όμως τιμούσαν προσωπικότητες όπως ο Bob Dylan. Μολαταύτα ο ίδιος ποτέ δεν ξέχασε από πού προερχόταν.
Καθώς περπατούσε μέσα στο κρύο και το χιόνι ενός χειμώνα, δουλεύοντας ως ταχυδρόμος και παραδίδοντας την αλληλογραφία, ο John Prine πιθανότατα δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι στίχοι και οι μελωδίες που σιγόβραζαν στο μυαλό του θα αποτελούσαν μια μέρα τη ραχοκοκαλιά ενός από τα πιο κλασικά άλμπουμ στην ιστορία της ροκ μουσικής στην κατηγορία «singer-song writers». Μια απίθανη σειρά γεγονότων έπρεπε να συμβεί για να φτάσουν αυτά τα τότε στοιχειώδη τραγούδια στο ντεμπούτο του άλμπουμ του 1971.
Γεννημένος το 1946 και μεγαλωμένος στο Μέιγουντ του Ιλινόι, ο Prine μπήκε στη φολκ σκηνή του Σικάγο καθώς το κίνημα των τραγουδοποιών της δεκαετίας του '70 κέρδιζε έδαφος. Καλλιτέχνες όπως ο Prine, ο Jackson Browne και ο Bruce Springsteen εμφανίστηκαν σε όλη τη χώρα, όλοι χαριεντιζόμενοι ως «ο Νέος Dylan».
Η οικογένεια Prine καταγόταν από το δυτικό Κεντάκι. Ανήκε πάππου προς πάππου στην εργατική τάξη και τελικά εγκαταστάθηκε στο στο Μέιγουντ του Ιλινόι, δίπλα στο πιο εύπορο Όουκ Παρκ, γενέτειρα του Ernest Hemingway και του περίφημου αρχιτέκτονα Frank Lloyd Wright. Ο Prine μετέφερε αυτές τις καταβολές στην ακμάζουσα φολκ σκηνή του Σικάγο.
«Μεγάλωσε σε ένα εργατικό εξοχικό 1.400 τετραγωνικών ποδιών στην Πρώτη Λεωφόρο στα προάστια Μέιγουντ του Ιλινόι, με δύο γονείς, τρία αδέρφια και, για ένα διάστημα, και τους δύο παππούδες του από την πλευρά του πατέρα του. Ήταν μέρος μιας μακράς παράδοσης οικογενειών που σχημάτιζαν πολυγενεακά νοικοκυριά κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, σε κατοικίες που τους έδεσαν, δημιουργώντας μια μοναδική γλώσσα αγάπης, ανταλλαγής και κατανόησης».(2)
Ο Prine απορροφούσε μουσική επειδή την άκουγε τόσο πολύ μεγαλώνοντας. «Μέσα στο σπίτι της οικογένειας Prine, οι τοίχοι αντηχούσαν από μουσική. Ο πατέρας του Prine, ο Bill, αγαπούσε την παραδοσιακή κάντρι, τη γουέστερν σουίνγκ και την τζαζ, και συνέλεγε δίσκους των Hank Williams, Roy Acuff, Louis Armstrong, Ernest Tubb and the Texas Troubadours, Bob Wills and the Texas Playboys, και πολλών άλλων». (3) Σύμφωνα με τον ίδιο τον Prine, «ο Webb Pierce, ο Hank Williams, ο Lefty Frizzell και ο Ray Price ακούγονταν διαδοχικά όλη νύχτα στο ραδιόφωνο». (4)
Στις αρχές του ’70 ο Prine κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό, αλλά είναι ένας από τους λίγους άνδρες από την ομάδα βασικής εκπαίδευσής του που στάλθηκαν σε μη πολεμική βάση αντί για το μέτωπο του Βιετνάμ.

Σε μια έξοδο, ενώ καθόταν σε ένα τοπικό κλαμπ και γκρίνιαζε για την ποιότητα των ερμηνευτών στη σκηνή, οι θαμώνες από το διπλανό τραπέζι τον προκάλεσαν να δοκιμάσει αν μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα. Ο Prine ανέβηκε στη σκηνή και ερμήνευσε το «Sam Stone», αφήνοντας το κοινό άναυδο από έκπληξη, κερδίζοντας μια μόνιμη θέση από τον ιδιοκτήτη του κλαμπ.
Λίγο αργότερα, ένας κοινός φίλος έφερε τον Kris Kristofferson για να δει τον Prine να παίζει. Ο Kristofferson εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από αυτά που άκουσε που ζήσε από τον Prine να ξαναπαίξει ολόκληρο το σετ του. Ο Kristofferson στη συνέχεια κάλεσε τον Prine να ανοίξει για αυτόν στο Bitter End στο Greenwich Village, όπου ο παραγωγός και στέλεχος της Atlantic Records, Jerry Wexler, άκουσε τον Prine και υπέγραψε μαζί του την επόμενη μέρα.
Η Atlantic αναγνώρισε τον Prine ως έναν τραγουδοποιό παγκόσμιας κλάσης, ωστόσο κατάλαβε επίσης ότι δεν ήταν καθόλου εξελιγμένος ως ερμηνευτής. Χωρίς να ρισκάρει, η εταιρεία ανέθεσε στον πιο ευέλικτο παραγωγό και ενορχηστρωτή της, Arif Mardin, την παραγωγή του ντεμπούτου άλμπουμ. Εξίσου επιδέξιος στη δημιουργία πλούσιων ενορχηστρώσεων και οικείων, απλών ηχογραφήσεων, ο Mardin αντιστάθηκε σε κάθε πειρασμό να συγκαλύψει ή να εξομαλύνει τις ακατέργαστες νότες του Prine, επιλέγοντας αντ' αυτού λιτές, ανοιχτές ενορχηστρώσεις που θα υποστήριζαν αλλά ποτέ δεν θα έκρυβαν τη φωνή και την κιθάρα του Prine. Έκλεισε session στα American Recording Studios στο Μέμφις, συγκροτώντας ένα σύνολο μουσικών που περιλάμβανε μέλη της μπάντας του Elvis Presley, ωθώντας τα απαλά μακριά από τα ενστικτώδη αυλάκια τους προς ρυθμούς πιο κοντά στο Νάσβιλ παρά στη Graceland.
Υπό την ελαφριά πινελιά του Mardin, τα φωνητικά του Prine είναι ανεπιτήδευτα, απλά χωρίς ίχνος βιμπράτο. Η ελαφριά του συρρίκνωση αντανακλά τις ρίζες της οικογένειάς του στη Δυτική Κεντάκι, όπως και οι γνώριμες ακολουθίες συγχορδιών και τα απλά μέτρα των τραγουδιών, που αντηχούν φολκ και κάντρι τραγούδια δεκαετιών.
Ωστόσο, ακόμη και αν λάβουμε υπόψη όλες αυτές τις τυχαίες ανατροπές που χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί, η μουσική σε αυτό το πρώτο ομώνυμο άλμπουμ μοιάζει αναπόφευκτη. Το πνεύμα και η σοφία που περιέχονται σε αυτά τα τραγούδια είναι διαχρονικά, σαν να έχουν μεταδοθεί από γενιά σε γενιά. Η γκρίζα φωνή του Prine, για την οποία ο Bob Dylan του είπε ότι ακουγόταν σαν να είχε «καταπιεί μια γκιμπάρντα»(5), δημιούργησε αυτό το εφέ σε κάποιο βαθμό. Αλλά είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο Prine ήταν μόλις είκοσι πέντε ετών όταν κυκλοφόρησε το άλμπουμ. Πώς θα μπορούσε ένας καλλιτέχνης να περάσει την πόρτα του στούντιο για πρώτη φορά και να ακούγεται τόσο χαλαρός, τόσο σίγουρος όσο ο John Prine;
Το 1971 ήταν μια χρονιά απογοήτευσης και αδράνειας. Οι Beatles είχαν διαλυθεί, το όνειρο των χίπις είχε τελειώσει, τέσσερα παιδιά πυροβολήθηκαν στο Οχάιο από μέλη της Εθνοφρουράς. Η ματιά του John Prine ήταν επικεντρωμένη όπως και άλλων δημιουργών σε αυτά τα θέματα, αλλά η δική του ειρωνική, αποστασιοποιημένη οπτική γωνία παραμένει ζωτικής σημασίας και επίκαιρη.
Η ερμηνεία του Prine προφανώς οφείλει πολλά στον Dylan. Αυτό που όφειλε στον Dylan ήταν απλώς ένα εφαλτήριο για το δικό του πεπρωμένο. Ο δίσκος είναι προϊόν εκείνης της εποχής, καθώς και ο ίδιος ο John Prine ήταν προϊόν της ίδιας εποχής. Το άλμπουμ απηχεί το zeitgeist του 1971.
Ο ίδιος ο Prine δήλωσε σε συνέντευξή του για τον Dylan: «Ο Dylan άνοιξε την πόρτα», συνέχισε ο Prine. «Όχι. Ο Dylan έφτιαξε την πόρτα, την άνοιξε και την άφησε ανοιχτή για να περάσουμε πολλοί από εμάς. Άνοιξε ένα μονοπάτι μέσα από αυτήν την πόρτα και μπροστά, και πολύ καιρό μετά την απώλειά του, οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να ακολουθούν το μονοπάτι του. Νομίζω ότι διατύπωσε τα πράγματα πολύ ωραία και πολλή σκέψη αφιερώθηκε στον τρόπο που το έκανε. Ο τρόπος που τραγουδούσε πραγματικά σε τραβούσε στα λόγια και σε αυτά που έλεγε. Αυτό ανέβασε και αυτό που έγραφε».(6)
«Είκοσι τεσσάρων ετών και γράφει σαν να είναι διακοσίων είκοσι», έγραφε με θαυμασμό ο Kris Kristofferson στις σημειώσεις του άλμπουμ, μια ετυμηγορία που έχει επικυρωθεί ξανά και ξανά στα χρόνια που έχουν περάσει από τότε.
Το John Prine ξεκινά με ένα προφανές τραγούδι για την κάνναβη, με μια συγκαλυμμένη αναφορά στον Abbie Hoffman(7). Ο Prine ξεχώρισε επίσης με την ικανότητά του να γράφει τραγούδια που ήταν αβίαστα και πραγματικά αστεία. Έβαλε αυτή την ποιότητα στην πρώτη γραμμή, τελειώνοντας το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ, «Illegal Smile» με τους στίχους «Hot dog bun/My sister's a nun». Αυτό το χιούμορ συχνά χρησίμευε ως Δούρειος Ίππος για να μεταφέρει κοινωνικά σχόλια στους ακροατές του.
Το «Spanish Pipedream» είναι το κατεξοχήν συνθηματικό της «επιστροφής στην χώρα», τόσο δημοφιλές εκείνη την εποχή, αλλά τραγουδισμένο από έναν τύπο που απέφυγε την υποχρεωτική επιστράτευση για το Βιετνάμ.
Το «Sam Stone» μιλάει για ένα βετεράνο του Βιετνάμ που πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρες και αυτοκτονεί, με το αξιομνημόνευτο ρεφρέν, εμβαθύνει στη ματαιότητα του πολέμου με καυστικό χιούμορ. Ως βετεράνος ο ίδιος, ήταν συντονισμένος με την δεινή θέση όσων επέστρεφαν από το Βιετνάμ καθώς προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στην κοινωνία, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζαν τα σωματικά και ψυχικά τους τραύματα.
«There's a hole in daddy's arm where all the money goes/ And Jesus Christ died for nothin', I suppose», τραγουδάει ο Prine. Αργότερα θα αποτίσει φόρο τιμής στους ίδιους στίχους ο J Spaceman των Spiritualized στο τραγούδι «Cop Shoot Cop». Το να ακούς αυτά τα καυστικά, αδίστακτα λόγια που προέρχονται από αυτή την φωνή είναι εκπληκτικό.
Το «Hello In There» εκφράζει την δυσαρέσκεια για την επικρατούσα κουλτούρα στο Midwest, η οποία εξακολουθεί να καθοδηγεί μεγάλο μέρος και της σημερινής πολιτικής των ΗΠΑ. Ήταν τότε και παραμένει τώρα ένα πολύ θλιβερό τραγούδι. Το «Hello In There» παραμένει ο πιο συγκινητικός θρήνος για την παραμέληση των ηλικιωμένων από την κοινωνία γενικότερα. Ο Prine άγγιξε το μακροοικονομικό στοιχείο βυθιζόμενος στο μικροοικονομικό, εξετάζοντας την αργή πτώση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού στην απαξίωση.
Το τραγούδι θα διασκευαστεί τρία χρόνια αργότερα από την Bonnie Raitt, για την οποία θα γίνει μια χαρακτηριστική μπαλάντα και απλώς ένα από τα πολλά τραγούδια του Prine που θα προσκαλούσαν αμέτρητες διασκευές στις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι εμφανίζεται επίσης στο «Angel from Montgomery», αλλά ο τόνος είναι εντελώς διαφορετικός. Ο Prine ξεκινά το τραγούδι γαβγίζοντας, «Είμαι μια ηλικιωμένη γυναίκα», κάνοντας και πάλι κάτι που λίγοι από τους συνομηλίκους του θα έκαναν γράφοντας από γυναικεία οπτική γωνία. Σε αντίθεση με το ζευγάρι στο «Hello In There», αυτή η γυναίκα δεν θέλει να μπει απαλά σε εκείνη την καλή νύχτα, αντίθετα προσπαθεί να συμφιλιώσει τα νεανικά όνειρα και τις φιλοδοξίες με την τρέχουσα ανία της, ενώ παράλληλα αγανακτεί με την έλλειψη ζωντάνιας και σφριγηλότητας του συζύγου της:
«How the hell can a person
Go to work in the morning
Come home in the evening and have nothing to say?»
Το «Your Flag Decal Won't Get You into Heaven Anymore’ χρησιμοποιεί μια ξέφρενη ιστορία για να επιτεθεί σε όσους υποστηρίζουν τυφλά την εμπλοκή της χώρας τους σε πολέμους:
«But your flag decal won't get you
Into Heaven any more.
They're already overcrowded
From your dirty little war.
Now Jesus don't like killin'
No matter what the reason's for,
And your flag decal won't get you
Into Heaven any more»
Το «Paradise» με τη σειρά του αναφέρεται στο κλείσιμο των εργοστασίων και στον εκτοπισμό των καταυλισμών των ανθρακωρύχων για να ανεγερθούν φαραωνικοί τουριστικοί «παράδεισοι». Περιγράφει λεπτομερώς την υποβάθμιση της γενέτειρας του πατέρα του στο Κεντάκι, αλλά μπορεί να αντικαταστήσει οποιαδήποτε μικρή πόλη που έχει δει καλύτερες μέρες λόγω «της προόδου της ανθρωπότητας».
Το «Pretty Good», τέλος, είναι χαλαρό μπλουζ στη μουσική και πιο σουρεαλιστικό στους στίχους, στο ύφος της ποίησης του Dylan. Οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας αναδύονται με περίεργους τρόπους. Το «Far From Me» είναι μια ακριβής απόδοση των επιθανάτιων σταδίων μιας ρομαντικής σχέσης. Ο στίχος «Ain't it funny how a old broken bottle looks just like a diamond ring » προήλθε από τις αναμνήσεις του Prine από τα παιχνίδια που έπαιζε σε μια μάντρα ως αγόρι. Ένας ανήλικος παραβατικός φίλος του αποτέλεσε την έμπνευση για το «Six O'Clock News», ένα κομμάτι της ζωής που είναι πιο σκοτεινό από ό,τι θα περίμενε κανείς από κάποιον με την ευγενική φήμη του Prine.

Το άλμπουμ κλείνει με το «Flashback Blues», το οποίο περνάει τόσο φιλικά στο κάντρι ροκ. Οι στίχοι του Prine συνιστούν μια σύνοψη όσων έχουν προηγηθεί στο δίσκο. Ο αφηγητής δεν μπορεί παρά να κοιτάζει πίσω, ακόμα και όταν αυτό φέρνει πόνο: «Photographs show the laughs / Recorded in between the bad times». Συνεχίζει: «Waving goodbye with tears in my eyes», πριν συνειδητοποιήσει, «Well, sure I made it but ya know it was as hell of a trip».
Αυτό το άλμπουμ συνιστά πράγματι ένα απίστευτο ταξίδι, όπου οι αναμνήσεις και τα φαντάσματα της ζωής του δημιουργού μέχρι εκείνο το σημείο επαναπροσδιορίζονται.
Το πρώτο άλμπουμ του John Prine μόλις που ανέβηκε στους καταλόγους επιτυχιών. Την iδια εμπορική τύχη είχαν και επόμενες σπουδαίες δουλειές του, όπως τα άλμπουμ Diamond In The Rough (1972), Sweet Revenge (1973), Bruised Orange (1978), The Missing Years (1991) κ.ά. Με τα άλμπουμ και τα τραγούδια αυτά ωστόσο δημιούργησε μια μέτρια μεν αλλά έντονα πιστή βάση θαυμαστών, στους οποίους περιλαμβάνονται και πολλοί ομότεχνοί του (Tom Petty, Bruce Springsteen, Jason Isbell, Sturgill Simpson)∙ η επιρροή του σε τρεις γενιές τραγουδοποιών είναι αξιοσημείωτη. Ο θάνατος του Prine από COVID-19, στις 7 Απριλίου 2020, προκάλεσε ένα παγκόσμιο κύμα πένθους και εκτίμησης, που μαρτυρά έναν αξιακό και συναισθηματικό αντίκτυπο πολύ πέρα από κάθε εμπορικό απολογισμό.
Σημειώσεις:
1. Σωλ Μπέλοου, Οι περιπέτειες του Ώγκι Μαρτς, μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, Καστανιώτης, 2015, σ. 479
2. Erin Osmon, John Prine's John Prine, Bloomsbury Academic, 2021, σ. 61
3. Eddie Huffman, John Prine: In Spite of Himself, University of Texas Press, 2017, σ. 79
4. John Prine, Beyond Words, Oh Boy Records, 2017, σ. 59
5. Erin Osmon, John Prine's John Prine, Bloomsbury Academic, 2021, σ. 97
6. Κείμενο του 2019 του John Prine στο περιοδικό No Depression. https://nodepression.org/author/john-prine/
7. Ο πολιτικός και κοινωνικός ακτιβιστής Abbie Hoffman (1936 – 1989) ήταν συνιδρυτής του Διεθνούς Κόμματος Νέων (Youth Intrnational Party, Yippies). Ήταν από τους πρωταγωνιστείς στη δίκη που ακολούθησε τις ταραχές στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο το 1968 (οι λεγόμενοι Επτά του Σικάγο). Θεωρείται κορυφαίος εκπρόσωπος της αντικουλτούρας και του Flower Power. Το βιβλίο του Revolution for the Hell of It (στα ελληνικά. Επανάσταση για την κάβλα της, Διεθνής Βιβλιοθήκη , 2000) αποτελεί μανιφέστο του κινήματος.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:
Gram Parsons: 53 χρόνια από τον θάνατο ενός cowboy...
Φαντάσματα στον Αυτοκινητόδρομο: The Gun Club – Miami (Animal, 1982)
Bill Callahan: "Gold Record": Oταν η σιωπή δεν είναι χρυσός...
Eight Gates: ο εκ βαθέων απόηχος του Jason Molina...
«Η βελόνα και η ζημιά που έκανε»: Ένας μικρός φόρος τιμής στον Ντάνι Γουίτεν…
Το Blood on the Tracks του Bob Dylan, ένα χρονικό μιας συναισθηματικής καταιγίδας...
Θανάσης Μήνας
Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
Θανάσης Μήνας
Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
Θανάσης Μήνας
Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)