Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης
Πέρα από τους κανόνες της αντιστροφής και τα πολύπλοκα set pieces, το Tenet κρύβει την πιο μελαγχολική ιστορία φιλίας και απώλειας στη φιλμογραφία του Christopher Nolan
Υπάρχουν ταινίες που τελειώνουν όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Και υπάρχουν άλλες που, κάπως παράξενα, αρχίζουν τότε. Το Tenet ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Όχι επειδή απαιτεί να λυθεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας ο μηχανισμός της αντιστροφής, αλλά επειδή, όταν φύγει ο θόρυβος, μένει μια ιδέα πολύ πιο απλή και πολύ πιο δύσκολη: τι σημαίνει να ζεις γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να επιστρέψεις σε όσα έχουν ήδη συμβεί;
Ο Christopher Nolan έχει περάσει μεγάλο μέρος της φιλμογραφίας του προσπαθώντας να κινηματογραφήσει τον χρόνο. Στο Memento τον διέλυσε. Στο The Prestige τον έκανε εμμονή. Στο Inception τον πολλαπλασίασε. Στο Interstellar τον μετέτρεψε σε απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους. Στο Dunkirk τον συμπύκνωσε μέχρι να γίνει σχεδόν σωματική εμπειρία. Στο Tenet κάνει κάτι διαφορετικό: προσπαθεί να κάνει τον ίδιο τον χρόνο ύλη.
Η ταινία ξεκινά μέσα στο χάος. Μια όπερα στο Κίεβο, μια τρομοκρατική επίθεση, ένας ανώνυμος πράκτορας που κινείται μέσα σε έναν κόσμο όπου όλοι μοιάζουν να γνωρίζουν κάτι που εκείνος —και μαζί του εμείς— αγνοεί. Ο Πρωταγωνιστής, όπως τον ονομάζει ο Nolan, δεν έχει παρελθόν που να χρειάζεται να γνωρίζουμε ούτε προσωπική μυθολογία που να καθορίζει τις πράξεις του. Είναι περισσότερο κατεύθυνση παρά χαρακτήρας. Προς τα εκεί. Προχώρα. Συνέχισε.
Και αυτό ταιριάζει απόλυτα με την ταινία.

Γιατί το Tenet είναι φτιαγμένο πάνω στην κίνηση. Τα πάντα μετακινούνται, επιστρέφουν, αναστρέφονται, διασταυρώνονται. Η ύλη μπορεί να κινηθεί αντίθετα από τη χρονική μας κατεύθυνση, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου η αιτία και το αποτέλεσμα δεν βρίσκονται πια σε ασφαλή απόσταση μεταξύ τους. Μια σφαίρα μπορεί να επιστρέψει στο όπλο. Ένα σώμα μπορεί να κινηθεί μέσα σε έναν κόσμο που για εκείνο έχει διαφορετική χρονική φορά. Μια καταδίωξη μπορεί να συμβαίνει ταυτόχρονα από δύο αντίθετες κατευθύνσεις.
Η ιδέα είναι εντυπωσιακή. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο Nolan δεν την αντιμετωπίζει μόνο ως σεναριακό τέχνασμα. Τη μετατρέπει σε κινηματογραφική γλώσσα.
Όταν το Tenet σταματά να εξηγεί και αρχίζει να δείχνει, γίνεται πραγματικά σπουδαίο. Η περίφημη μάχη στον διάδρομο, η καταδίωξη στον αυτοκινητόδρομο, το αεροπλάνο, η τελική επιχείρηση όπου διαφορετικές χρονικές κατευθύνσεις συνυπάρχουν στο ίδιο πεδίο, δεν λειτουργούν απλώς ως εντυπωσιακά set pieces. Η κίνηση αποκτά δική της φυσική. Τα σώματα, τα μέταλλα, τα οχήματα και οι εκρήξεις μοιάζουν να έχουν πραγματικό βάρος. Ο Nolan εξακολουθεί να προτιμά την υλικότητα από την ευκολία του ψηφιακού, και αυτή η επιλογή γίνεται αισθητή σε κάθε κάδρο. Η αίσθηση του χώρου είναι χειροποίητη, σχεδόν απτή.
Η φωτογραφία του Hoyte van Hoytema ενισχύει αυτή την αίσθηση. Τα τεράστια τοπία, οι δρόμοι, οι γυάλινες επιφάνειες των κτιρίων, οι θάλασσες και οι άδειοι αρχιτεκτονικοί όγκοι δεν υπάρχουν απλώς για να φιλοξενήσουν τη δράση. Γίνονται το ίδιο το πεδίο όπου ο Nolan γράφει τον χρόνο. Η κάμερα κρατά συχνά τα πρόσωπα μέσα σε μεγάλους χώρους, σαν να θέλει να θυμίσει ότι ακόμη και οι πιο σημαντικές ανθρώπινες αποφάσεις συμβαίνουν μέσα σε ένα σύμπαν που δεν σταματά ποτέ για να τις παρατηρήσει.
Κι όμως, κάπου εκεί βρίσκεται και το μεγάλο παράδοξο του Tenet.
Είναι ίσως η πιο σωματική ταινία του Nolan και ταυτόχρονα μία από τις πιο αποστασιοποιημένες. Όσο περισσότερο βάρος αποκτά η ύλη, τόσο λιγότερο βάρος αποκτούν οι άνθρωποι.

Ο John David Washington έχει την κινηματογραφική άνεση που χρειάζεται ένας τέτοιος ήρωας. Είναι ψύχραιμος, γοητευτικός, γρήγορος στις αντιδράσεις του. Παρ' όλα αυτά, ο Πρωταγωνιστής παραμένει περισσότερο λειτουργία μέσα στην πλοκή παρά πλήρως ανεπτυγμένη ανθρώπινη παρουσία. Ο χαρακτήρας κινείται επειδή η ιστορία πρέπει να κινηθεί. Μαθαίνει επειδή το σενάριο πρέπει να αποκαλύψει κάτι. Επιβιώνει επειδή η μηχανή δεν μπορεί να σταματήσει.
Ο Neil του Robert Pattinson είναι διαφορετική περίπτωση.
Ο Pattinson καταλαβαίνει σχεδόν ενστικτωδώς κάτι που η ταινία δυσκολεύεται συχνά να θυμηθεί: μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο κανόνες, η ανθρώπινη παρουσία μπορεί να είναι το πιο απλό πράγμα. Ο Neil έχει χιούμορ, αυτοπεποίθηση, περιέργεια και μια αδιόρατη τρυφερότητα που δεν χρειάζεται να εξηγηθεί. Η σχέση του με τον Πρωταγωνιστή είναι η πιο ζωντανή σχέση του Tenet, γιατί δεν στηρίζεται στην πληροφορία. Στηρίζεται στην εμπιστοσύνη. Και αυτό έχει τεράστια σημασία σε μια ταινία που βασίζεται τόσο έντονα στην ανάγκη να γνωρίζουμε.
Η Kat της Elizabeth Debicki βρίσκεται στην άλλη πλευρά αυτού του προβλήματος. Θεωρητικά, είναι το συναισθηματικό κέντρο της ιστορίας: μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε έναν κακοποιητικό γάμο, μια μητέρα που προσπαθεί να προστατεύσει τον γιο της, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να ξανακερδίσει την αυτονομία του. Η Debicki αποδίδει την ευαλωτότητα και την ένταση της ηρωίδας με λεπτότητα, όμως το ίδιο το σενάριο συχνά της στερεί τον χώρο που χρειάζεται για να γίνει πραγματικά πρόσωπο. Η Kat υπάρχει πολλές φορές για να κινήσει την πλοκή εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει για να σταματήσει την πλοκή και να μας αφήσει να κοιτάξουμε έναν άνθρωπο.
Ο Kenneth Branagh, αντίστοιχα, αντιμετωπίζει τον Sator με υπερβολή που ταιριάζει στο σχεδόν παλιομοδίτικο κατασκοπικό σύμπαν της ταινίας. Είναι πλούσιος, βίαιος, αυτάρεσκος και βαθιά πεπεισμένος ότι η εξουσία του εκτείνεται πέρα από το παρόν. Η ενδιαφέρουσα πλευρά του χαρακτήρα δεν είναι ότι θέλει να καταστρέψει τον κόσμο, αλλά ότι θεωρεί τον κόσμο ήδη καταδικασμένο. Αν το μέλλον είναι έτοιμο να πληρώσει για όσα έκανε το παρελθόν, γιατί να μη χαθεί μαζί του και το παρόν;
Εκεί το Tenet αγγίζει κάτι πολύ πιο σκοτεινό από μια ακόμη ιστορία κατασκοπείας. Την ιδέα ενός ανθρώπου που, επειδή δεν μπορεί να φανταστεί ένα μέλλον στο οποίο να ανήκει, αποφασίζει να το στερήσει από όλους τους άλλους. Και είναι κρίμα που αυτή η ιδέα δεν παίρνει πάντοτε τον χώρο που της αξίζει.
Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας δεν είναι η πολυπλοκότητά της. Είναι η ανάγκη της να την εξηγήσει.

Οι διάλογοι λειτουργούν συχνά σαν οδηγίες χρήσης. Οι χαρακτήρες μιλούν για τον χρόνο, την αντιστροφή, την εντροπία, τις αποστολές και τους κανόνες. Εξηγούν τι συνέβη και προετοιμάζουν τι πρόκειται να συμβεί. Έτσι, η ταινία βρίσκεται μερικές φορές σε μια παράξενη κατάσταση: σου ζητά να αισθανθείς την εμπειρία, ενώ ταυτόχρονα φοβάται να σε αφήσει μόνο μαζί της.
Η περίφημη προτροπή να μην προσπαθήσουμε να καταλάβουμε αλλά να αισθανθούμε βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά αυτής της αντίφασης. Το Tenet γνωρίζει ποια θα ήταν η καλύτερη εκδοχή του και παρ' όλα αυτά δυσκολεύεται να την ακολουθήσει μέχρι τέλους. Θα ήταν πιθανότατα καλύτερο αν εξηγούσε λιγότερα. Αν άφηνε μερικές εικόνες να παραμείνουν αινιγματικές. Αν εμπιστευόταν λίγο περισσότερο τη σιωπή.
Ο θεατής δεν χρειάζεται να γνωρίζει κάθε κανόνα ενός κόσμου για να αισθανθεί ότι αυτός ο κόσμος έχει βάρος. Η ίδια η κινηματογραφική εικόνα μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά. Και όταν το Tenet της επιτρέπει να το κάνει, φτάνει σε στιγμές πραγματικής δύναμης. Όταν επιστρέφει στην εξήγηση, χάνει μέρος από αυτό το κέρδος.
Το μοντάζ λειτουργεί μέσα στην ίδια λογική. Ο ρυθμός δεν αφήνει σχεδόν ποτέ την ταινία να ανασάνει. Η δράση συνδέεται με δράση, πληροφορία με πληροφορία, αποκάλυψη με νέα αποκάλυψη. Αυτό δημιουργεί μια διαρκή κινητική ένταση, αλλά συχνά στερεί από τις σκηνές το αναγκαίο περιθώριο ώστε να αποκτήσουν συναισθηματικό αποτύπωμα. Το Tenet τρέχει τόσο γρήγορα προς την επόμενη στιγμή ώστε μερικές φορές δεν προλαβαίνει να κατοικήσει την προηγούμενη.
Το score του Ludwig Göransson και ο επιθετικός σχεδιασμός ήχου λειτουργούν πάνω στην ίδια αρχή. Δεν συνοδεύουν απλώς τις εικόνες. Τις σπρώχνουν. Ο παλμός, τα μπάσα, οι μεταλλικές υφές και η σχεδόν μηχανική ένταση δημιουργούν την αίσθηση ότι ο χρόνος έχει γίνει ένας κινητήρας που δεν μπορεί να σβήσει. Μαζί με τη φωτογραφία του van Hoytema, ο ήχος γίνεται μέρος της ίδιας της αρχιτεκτονικής της ταινίας.
Και κάπου ανάμεσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο, υπάρχει κάτι που το Tenet καταφέρνει να κρύψει πολύ καλά: μια βαθιά μελαγχολική ιδέα για την ανθρώπινη σχέση με τον χρόνο. Οι ήρωές του δεν ταξιδεύουν πραγματικά στον χρόνο. Ζουν μέσα στις συνέπειές του. Κάθε πράξη έχει ήδη αφήσει το ίχνος της κάπου. Η αιτία και το αποτέλεσμα παύουν να είναι μια απλή γραμμή και γίνονται ένας κύκλος που οι άνθρωποι αναγκάζονται να διατρέξουν χωρίς να γνωρίζουν πάντοτε πού βρίσκεται η αρχή του.

Εδώ βρίσκεται και η πιο συγκινητική πλευρά της σχέσης ανάμεσα στον Πρωταγωνιστή και τον Neil. Η φιλία τους αποκτά άλλο βάρος όταν συνειδητοποιούμε ότι οι δύο άνθρωποι δεν τη βιώνουν με τον ίδιο τρόπο μέσα στη χρονική τους διαδρομή. Για τον έναν κάτι μπορεί να τελειώνει τη στιγμή που για τον άλλον μόλις αρχίζει.
Ο χρόνος δεν καταστρέφει τη σχέση τους. Τη δημιουργεί.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ανθρώπινη ιδέα που κρύβεται μέσα στο Tenet: δεν μπορούμε να αλλάξουμε όσα έχουν ήδη συμβεί, μπορούμε όμως να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε γνωρίζοντας ότι έχουν συμβεί. Αυτό διαφοροποιεί την ταινία από μια απλή άσκηση επιστημονικής φαντασίας. Ο Nolan δεν ενδιαφέρεται τόσο να αποδείξει ότι το παρελθόν μπορεί να αλλάξει, όσο να εξετάσει πώς συνεχίζουμε να ζούμε όταν αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μπορεί.
Γι' αυτό και η δεύτερη θέαση έχει ιδιαίτερη αξία. Όχι ως τεστ κατανόησης, αλλά ως αλλαγή οπτικής. Την πρώτη φορά προσπαθείς να ακολουθήσεις τον μηχανισμό. Τη δεύτερη μπορείς επιτέλους να κοιτάξεις τους ανθρώπους που κρύβονται μέσα του. Να προσέξεις τα βλέμματα, τις μικρές παύσεις, τις σχέσεις που δημιουργούνται σχεδόν αθόρυβα κάτω από τον θόρυβο της πλοκής.
Το Tenet δεν είναι η καλύτερη ταινία του Christopher Nolan. Είναι όμως ίσως η πιο καθαρή συμπύκνωση της εμμονής που διατρέχει το έργο του: χρόνος, μνήμη, αιτιότητα, θάνατος, επιλογή και η ανθρώπινη ανάγκη να επιβάλουμε τάξη σε έναν κόσμο που δεν μας τη χρωστά — η πιο ακραία εκδοχή της διαρκούς ενασχόλησής του με τη μη γραμμική αφήγηση.
Οι ατέλειές της είναι μεγάλες, αλλά προέρχονται από τις ίδιες ακριβώς φιλοδοξίες που την κάνουν ξεχωριστή. Ο Nolan θέλει να κατασκευάσει έναν κινηματογραφικό μηχανισμό χωρίς κενά. Κι όμως ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο μηχανισμός. Είναι και μνήμη, σώμα, βλέμμα, σιωπή, απώλεια.
Το Tenet μερικές φορές ξεχνά να μείνει εκεί. Και όταν το κάνει, όταν σταματά για μια στιγμή να εξηγεί και επιτρέπει στους ανθρώπους να υπάρξουν μέσα στις εικόνες, αποκτά μια ομορφιά που δεν έχει καμία σχέση με την πολυπλοκότητα του σεναρίου.
Στο τέλος δεν θυμάσαι όλες τις εξισώσεις.
Δεν θυμάσαι απαραίτητα ποιος κινήθηκε πρώτος.
Δεν θυμάσαι κάθε κανόνα της αντιστροφής.
Θυμάσαι τον Neil.
Και αυτό ίσως λέει περισσότερα για το Tenet από οποιαδήποτε εξήγηση μπορεί να προσφέρει η ίδια η ταινία.
Γιατί μέσα σε έναν κόσμο όπου όλα μπορούν να κινηθούν προς τα πίσω, υπάρχει κάτι που εξακολουθεί να κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση: η ανθρώπινη εμπειρία. Οι στιγμές περνούν. Οι άνθρωποι χάνονται. Οι αποφάσεις αφήνουν το σημάδι τους και δεν επιστρέφουν ποτέ ακριβώς όπως ήταν.
Ο χρόνος μπορεί να γυρίσει πίσω.
Εμείς όχι.
Κι αυτή η αδυναμία είναι που μας κρατά σε κίνηση.
Ίσως γι’ αυτό η επόμενη στάση σε αυτό το αφιέρωμα στον Christopher Nolan να είναι το Oppenheimer (2023). Αν στο Tenet ο Nolan προσπαθεί να κάνει τον χρόνο να υπακούσει, στο Oppenheimer στρέφεται σε κάτι ακόμη πιο τρομακτικό: στον άνθρωπο που πιστεύει ότι μπορεί να κάνει την Ιστορία να υπακούσει στις πράξεις του. Από την αντιστροφή του χρόνου στην κατασκευή μιας δύναμης που αλλάζει οριστικά τον κόσμο, η επόμενη ταινία δεν αλλάζει θέμα όσο αλλάζει το μέγεθος της ευθύνης. Επιστρέφει στις ίδιες εμμονές με την αιτιότητα, την ενοχή και τις συνέπειες, αλλά αυτή τη φορά δεν υπάρχει καμία φανταστική μηχανή που να επιτρέπει την επιστροφή.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πιο φυσικό πέρασμα.
Γιατί το Tenet μας ρωτά αν μπορούμε να αλλάξουμε τον χρόνο.
Το Oppenheimer θα ρωτήσει τι συμβαίνει όταν αλλάζουμε τον κόσμο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:
Interstellar: ανάμεσα στο διάστημα και το ανθρώπινο δράμα (αφιέρωμα στον Christopher Nolan #7)
The Prestige: ταχυδακτυλουργικό νούμερο σε τρία επίπεδα (αφιέρωμα στον Christopher Nolan #5)
Ο Batman που άλλαξε το σινεμά (The Dark Knight Trilogy: αφιέρωμα στον Christopher Nolan #4)
Memento (2000): Όταν η αφήγηση γίνεται παγίδα μνήμης (Αφιέρωμα στον Christopher Nolan #2)
Insomnia (2002): Το ξεχασμένο φιλμ που εξηγεί τα πάντα (αφιέρωμα στον Christopher Nolan #3)
Following (1998): Η πιο καθαρή και υπόγεια στιγμή του Christopher Nolan (Αφιέρωμα #1)
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.