Πάνος Τομαράς

  •  Ένα "βοηθητικό" κείμενο του Ben Munday σε μετάφραση ΠΑΝΟΥ ΤΟΜΑΡΑ


    ToTrout Mask Replica, το τρίτο άλμπουμ των Captain Beefheart & His Μagic Band, κυκλοφόρησε στις 16 Ιουνίου 1969 σε παραγωγή του Frank Zappa, συμμαθητή και άσπονδου φίλου του Beefheart. Μολονότι ο διπλός αυτός δίσκος σήμερα θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα πειραματικά μουσικά έργα στην ιστορία της ηχογραφημένης μουσικής, είναι βέβαιο ότι η ακρόασή του, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, είναι εξαιρετικά... επίπονη. Ο Ben Munday δίνει με χιούμορ μερικές οδηγίες για τη βέλτιστη ακρόαση του άλμπουμ...


    «Ο κόσμος όλος να χαθεί, εγώ  θα πίνω πάντα το τσαγάκι μου».
    Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

     

    Βαθιά, μέσα στην όχι και τόσο μοδάτη γειτονιά του Λος Άντζελες που λέγεται Γούντλαντ Χιλς, υπήρχε κάποτε ένα ετοιμόρροπο ακίνητο προς ενοικίαση. Σήμερα το σπίτι είναι ένα πλήρως αδιάφορο, ανακαινισμένο απομεινάρι μιας περασμένης εποχής. Όμως είναι στοιχειωμένο από αλλόκοτα φαντάσματα, φαντάσματα με ιδιότητα μαέστρου, που σκούζουν κλαψουρίζοντας, βγάζουν βασανισμένους, πρωτοποριακούς ήχους. Το κτίριο είναι οίκος στέρησης˙ τότε και τώρα. Ένας οίκος ασιτίας και τυραννίας, όπου επικρατούσαν συνθήκες κάτεργου. Δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο σπίτι. Είναι το σπίτι όπου οι Captain Beefheart and his Magic Band έκαναν εξαντλητικές πρόβες για το διαβόητο άλμπουμ Trout Mask Replica.

  • Άρθρο του Ryan Reft (για περισσότερα άρθρα του στο ίδιο περιοδικό δες ΕΔΩ) που δημοσιεύτηκε στο online περιοδικό Tropics of Meta (13 Μαΐου 2015)

    Μετάφραση: ΠΑΝΟΣ ΤΟΜΑΡΑΣ

    Original Source: Musical Fugazi: Politics, Post Punk and Reevaluating D.C.'s Most Famous Rock Band 25 Years Later

    Τον περασμένο Δεκέμβριο, μέσα σ’ έναν από τους πιο κρύους και χιονισμένους χειμώνες της Ουόσιγκτον Ντι Σι, ένα σύμβολο του μουσικού παρελθόντος της πόλης εμφανίστηκε σ’ έναν απ’ τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της. Πάνω απ’ τον περιφερειακό Ι-495, στη γέφυρα του τρένου CSX ανάμεσα στις λεωφόρους Τζόρτζια και Κονέτικατ, κάποιος είχε γράψει με σπρέι έξι υπέροχα, ανομοιόμορφα γράμματα: Fugazi. Το συγκρότημα είχε να παίξει έστω και μια νότα για μια δεκαετία και βάλε, παρ’ όλα αυτά υπήρχε εκεί μια ακατέργαστη χειροπιαστή απόδειξη της πάλαι ποτέ κραταιής παρουσίας τους. «Μου φαίνεται παράξενο να γράψει κάποιος Fugazi σε μια σιδηροδρομική γέφυρα εν έτει 2014», έγραψε ο Τζον Κέλι στην Ουόσιγκτον Ποστ. «Είναι σαν να γράψει κάποιος ‘Ο Κλάπτον είναι Θεός’ σ’ έναν τοίχο στο Λονδίνο σήμερα. Η στιγμή έχει περάσει». 

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: Jamie Ludwig

    METAΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ: ΠΑΝΟΣ ΤΟΜΑΡΑΣ

    Μπορεί κάποιες κιθαρίστριες όπως η Beverly “Guitar” Watkins και η Sister Rosetta Tharpe να άνοιξαν το δρόμο με τη δουλειά τους, αλλά παρ’ όλα αυτά το ροκ εν ρολ της δεκαετίας του ’50 και των αρχών της δεκαετίας του ’60 είναι κυρίως συνυφασμένο με τους άντρες. Ο άγριος ήχος που κάποτε τρόμαζε εκατομμύρια γονείς και έκανε κάποιους ιερείς να τον ονομάσουν «μουσική του διαβόλου» χάθηκε από το προσκήνιο κατά τη διάρκεια της Βρετανικής εισβολής και της ψυχεδελικής περιόδου των παιδιών των λουλουδιών που ακολούθησε, αλλά αναστήθηκε σαν το τέρας του Φρανκενστάιν τη δεκαετία του 1970. Οι τρελοί επιστήμονες που ευθύνονται γι’ αυτό ήταν οι Cramps, το συγκρότημα που σχημάτισε μια κιθαρίστρια ονόματι Poison Ivy Rorschach μαζί με τον άντρα της, τον τραγουδιστή Lux Interior. 

  • (Εικόνα: PlaidTidings)

    (original source: www.udiscovermusic.com/stories/devils-music-myth-robert-johnson)

    «Η πηγή απ’ όπου ξεπήδησε μια ολόκληρη γενιά μπλουζ και ροκ μουσικών».

    «Ο πιο συναισθηματικά φορτισμένος απ’ όλους τους μπλουζ τραγουδιστές».

    «Ο πιο σπουδαίος τραγουδιστής, ο πιο σπουδαίος συνθέτης».

    «Ο σπουδαιότερος φολκ μπλουζ κιθαρίστας που υπήρξε ποτέ».

    «Ο πιο προχωρημένος μπλουζίστας από τεχνική πλευρά και σίγουρα αυτός που άσκησε μεγαλύτερη επίδραση».

    «Είναι ένας πρωτοποριακός καλλιτέχνης». 

    Αυτές είναι μερικές απόψεις μουσικών και δημοσιογράφων που μαγεύτηκαν από τη μουσική του Ρόμπερτ Τζόνσον. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, ότι η ζωή και το έργο του έχουν περάσει στη σφαίρα του θρύλου. 

    Ακόμα και τα βιογραφικά του στοιχεία δεν είναι ξεκάθαρα. Γεννήθηκε στο Χέιζελχερστ του Μισισίπι στις 8 Μαΐου (ή περίπου τότε) του 1911και πέθανε ύστερα από 27 χρόνια, στις 16 Αυγούστου 1938 στο Θρι Φορκς, κοντά στο Γκρίνγουντ του Μισισίπι. Ακόμα και για μια εποχή όπου το προσδόκιμο της ζωής ήταν πολύ μικρότερο, η ζωή του Τζόνσον ήταν πολύ σύντομη. 

    Η μητέρα του Ρόμπερτ, η Τζούλια, είχε κάνει δέκα παιδιά πριν τον Ρόμπερτ. Και τα δέκα τα είχε γεννήσει με τον αγρότη σύζυγό της, τον Τσαρλς Ντοντς. Η Τζούλια θα πρέπει να ήταν γύρω στα σαράντα όταν γεννήθηκε ο Ρόμπερτ εκτός γάμου. Πατέρας του ήταν ο Νόα Τζόνσον, εργάτης σε φυτεία. Ο Τσαρλς Ντοντς είχε μετακομίσει το Μέμφις εξαιτίας προβλημάτων που είχε με κάποιους επιφανείς γαιοκτήμονες στο Χέιζελχερστ. Όταν ο Ρόμπερτ ήταν τριών ή τεσσάρων ετών, τον έστειλαν να μείνει με τον Ντοντς, αφού και τα δέκα παιδιά του είχαν ήδη μετακομίσει στο Μέμφις.  

  • Μετάφραση: Πάνος Τομαράς

    Αναδημοσίευση από το περιοδικό Creem, Μάρτιος 1976

    «Οφείλω το ενδιαφέρον μου για την ηλεκτρονική μουσική στον John Cale, έναν άνθρωπο που έχει συνεργαστεί με τον La Monte Young. Εκείνος με μύησε στην ιδέα του βόμβου και ανέκαθεν μου άρεσε η ιδέα της κιθάρας με φίντμπακ αλλά και να παίζω με τα τέιπς. Έτσι αποφάσισα να γράψω μουσική χωρίς στίχους και χωρίς σταθερό ρυθμό. Επικεντρώθηκα στο φίντμπακ παίζοντας με τις ταχύτητες χωρίς να κουρδίσω την κιθάρα μου σε κάποιο συγκεκριμένο κλειδί… Αυτό που έκανα το εννοούσα πολύ σοβαρά. Ήμουν και, χμ, μαστουρωμένος όσο δεν πάει…» (Ο Lou Reed για τοMetal Machine Music).

    Η κυκλοφορία του Metal Machine Music, του πέμπτου προσωπικού, διπλού άλμπουμ του Lou Reed τον Ιούλιο του 1975 ξεσήκωσε πραγματικό σάλο. Στην πλειοψηφία τους οι μουσικοκριτικοί (αλλά και το κοινό) του γύρισαν την πλάτη, ενώ ακούστηκαν διάφορες απόψεις, ότι δήθεν ήταν ένα «αστείο», ότι ο Reed ήθελε να ξεμπερδεύει με την εταιρεία του πασάροντάς της το άλμπουμ για να «ξεχρεώσει», ή ότι επρόκειτο απλώς για ένα πείραμα στην ηλεκτρονική μουσική. Σε γενικές γραμμές, το άλμπουμ «θάφτηκε». Ο μόνος κριτικός που το εκτίμησε στην εποχή του, ήταν (ποιος άλλος;) ο Lester Bangs. Γράφοντας για το δίσκο λίγο μετά την κυκλοφορία του, τον χαρακτήρισε σαν «κλασική μουσική που δεν προσθέτει τίποτα σε ένα είδος, το οποίο πολύ εύκολα μπορεί να απεμπλουτιστεί. Σαν rock and roll είναι ένα ενδιαφέρον garage rock and roll. Σαν δήλωση είναι σπουδαία, σαν ένα τεράστιο ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ που δηλώνει ακεραιότητα – μια αρρωστημένη, διαστρεβλωμένη, ξεροκέφαλη, μοχθηρή, διεστραμμένη, ψυχοπαθή ακεραιότητα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ακεραιότητα». Ένα χρόνο αργότερα, ο Lester έγραψε ένα απολαυστικό κείμενο με τίτλο «Το σπουδαιότερο άλμπουμ που έγινε ποτέ», αιτιολογώντας με τον μοναδικό του τρόπο την προηγούμενη ανάλυσή του.

  • Κείμενο: Γιάννης Καστανάρας

    Μετάφραση του άρθρου του Κάρι Ο' Ντελ: Πάνος Τομαράς


    Oι Velvet Underground υπερέβησαν κάθε είδους κατηγορία. Αν μη τι άλλο, σίγουρα ήταν εκλεκτικοί. Η μουσική και η ευαισθησία τους έκρυβαν επιρροές από τον Μπομπ Ντίλαν, τον Άντι Γουόρχολ, τον Πιτ Τάουνσεντ και τον Τζον Κέιτζ. Πειραματίζονταν με το φίντμπακ και με απομονωμένες, αγνές νότες όταν δεν το έκανε κανείς και με το θόρυβο προς χάριν του θορύβου. Κάπου κάπου συνέθεταν γλυκές μελωδίες, αλλά κατά βάση ήταν ροκ εντ ρολ καλλιτέχνες που έχτιζαν τα κομμάτια τους πάνω σε έναν αστικό ρυθμό, με στίχους σκληρούς που παρέπεμπαν σε έναν υπόκοσμο, ο οποίος σπάνια έβλεπε το φως της δημοσιότητας. Μουσικό υπόβαθρο: μια αναρχική ενέργεια που πήγαζε μέσα από μια σφιχτή επαναλαμβανόμενη δομή.

  • Είναι γνωστό ότι οι Ναζί μισούν... Μισούσαν τότε, μισούν τώρα και θα μισούν για πάντα. Το μίσος τους δεν απευθυνόταν μόνο προς τους ανθρώπους σαν φυσικές παρουσίες, αλλά και στα καλλιτεχνικά δημιουργήματά τους, εφόσον δεν συμφωνούσαν με τις επιταγές της  "ανώτερης" Άριας φυλής. Όπως ήταν φυσικό, το μίσος στρεφόταν και κατά της μουσικής (εκτός των εμβατηρίων και των ελαφρών, ακίνδυνων σουξέ), πόσον μάλλον κατά της jazz που, σύμφωνα με τη γενικότερη ιδεολογία και τις απόψεις τόσο της ναζιστικής ηγεσίας όσο και των κατά τόπους γκαουλάιτερ (κυβερνήτες), ήταν υποδεέστερη, ήταν η μουσική των "νέγρων υπανθρώπων". Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δέκα κανόνες που είχε συντάξει ο ναζί γκαουλάιτερ του Προτεκτοράτου της Βοημίας και της Μοραβίας και που σύμφωνα με τον συντάκτη του ιστορικού αμερικανικού περιοδικού The Atlantic (ιδρ. το 1857 και εξακολουθεί να εκδίδεται μέχρι σήμερα) JJ Gould "αποτελεί το μοναδικό αξιοσημείωτο παράδειγμα ύβρεως του ολοκληρωτισμού εναντίον της jazz".

    (μετάφραση: Πάνος Τομαράς)

  • ΣΥΝΤΕΝΤΕΥΞΗ: ΑBIES SYLOS & ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΤΑΝΑΡΑΣ

    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (QoQ Photos)

    Ο μπασίστας Πάνος Τομαράς και ο ντράμερ Σπύρος Δουλγερίδης εδώ και σχεδόν δυο δεκαετίες αποτελούν μια από τις καλύτερες (αν όχι την καλύτερη), πιο στιβαρές και πιο γνωστές rhytm section του εγχώριου rock and roll και...όχι μόνον. Έχοντας μακρά θητεία κατά το παρελθόν, ο καθένας ξεχωριστά, σε συγκροτήματα της ανεξάρτητης rock σκηνής με λαμπρές περγαμηνές  (o Πάνος στους Earthbound, στους Honeydive και στους Engine και ο Σπύρος στους Rockin' Bones και στους Invisible Surfers), συμμετέχοντας σήμερα (και πάλι ξεχωριστά) σε σχήματα όπως οι Swing Shoes, οι Happy Dog Project και oι Maximum High (o Πάνος) και οι Dead Sidewalkers (o Σπύρος) και (ουφ!) παίζοντας μαζί στις Χτισμένες των Θεμελίων του Λάμπρου Παπαλέξη και στους Babi Bone Project, είναι από τους ανθρώπους που δίνουν όλη τους την ψυχή, όλο τους το είναι σε αυτό που κάνουν. Αφού, λοιπόν, πολύ σπάνια (αν όχι, ποτέ), όλοι αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι, να κουβεντιάζουν με μπασίστες και ντράμερ, καθώς οι κιθαρίστες και οι τραγουδιστές συνήθως κλέβουν την... παράσταση, το Merlin's Music Box είχε την ιδέα να μιλήσει μαζί τους. Το αποτέλεσμα; Διαβάστε για θα μάθετε πολλά και διάφορα... 

FEATURED VIDEOS

  • 1