Νίκος Κοντογούρης: «Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι λιγάκι περήφανος για αυτά που έχω κάνει, είναι ότι έμαθα στον κόσμο κάποια πράγματα...»

Ο Μike Πούγουνας και ο Γιάννης Καστανάρας συζητούν εφ' όλη της ύλης με τον Νίκο Κοντογούρη

Για τους ανθρώπους που αγόραζαν δίσκους και διάβαζαν μουσικά έντυπα, είναι αισθητή η απουσία, τα τελευταία χρόνια, του Νίκου Κοντογούρη, ενός ανθρώπου – κινητή εγκυκλοπαίδεια.
Υπάρχουν πολλοί λάτρεις της μουσικής που λόγω ηλικίας, δεν τον γνωρίζουν.
Ο Νίκος, γεννήθηκε στην Καλλιθέα αλλά μεγάλωσε, στην δεκαετία του ’60, στα βόρεια προάστια και εμείς τον γνωρίσαμε μέσα από τις σελίδες του Ποπ και Ροκ, του Zoo, του φανζίν Psychagogos που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην δεκαετία του ’80 με κασέτα και φυσικά μέσα από το δισκοπωλείο του, το Art Nouveau.
Κάποια στιγμή, πριν μερικά χρόνια ο Νίκος αποχώρησε από τον χώρο και συνταξιοδοτήθηκε.
Μιας και ήμασταν γνωστοί για πολλά χρόνια, Πούγουνας και Καστανάρας αποφασίσαμε να τον βρούμε και να κάνουμε μια συζήτηση μαζί του, ώστε να τον συστήσουμε σε εκείνους που τον γνωρίζουν αλλά και σε εκείνους που θα ήθελαν να τον μάθουν. Βρήκαμε ένα ωραίο καφέ στην πλατεία του Νέου Ηρακλείου και αφού είπαμε τα νέα μας, μιας και είχαμε καιρό να βρεθούμε, έγινε η αρχή…

Καστανάρας: Οι δικοί σου τι σχέση είχαν με την μουσική?

Κοντογούρης: Ο πατέρας μου άκουγε λαϊκά αλλά επειδή ήμουν καλός μαθητής δεν μου χαλάγανε χατίρι όταν ζητούσα δίσκους και βιβλία.

Πούγουνας: Υπάρχουν αυτοί που λένε ότι δεν βγαίνει πια καλή μουσική…

Κοντογούρης: Όντως δεν βγαίνει. Αυτό που λέμε ροκ, για εμένα τελείωσε το 2000.

Καστανάρας: Γιατί το λες αυτός Υπάρχουν χιλιάδες… εκτός αν εννοείς κάτι καινούργιο, κάτι πρωτοποριακό.

Κοντογούρης: Ακριβώς! Να γίνει κάτι πρωτοποριακό. Κοίτα για παράδειγμα τι ήταν οι Tangerine Dream για την εποχή τους, το 1968-69. Σήμερα υπάρχει μια τεράστια σχολή που λέγεται Berlin School από τέτοια kraut συγκροτήματα. Πολλά από αυτά, όπως είναι οι Free System Project, είναι σαν να ακούς τους Tangerine Dream του Phaedra, του Rubicon κλπ. Υπέροχοι! Και είναι χιλιάδες που παίζουν αυτό το πράγμα. Αλλά οι Tangerine Dream το έπαιξαν 50 χρόνια πριν. Πρέπει να βγει κάτι καινούργιο. Πρώτα από όλα πρέπει να βγουν καινούργια όργανα. Πρέπει να παράγουν νέους ήχους για να βγει κάτι καινούργιο, για αυτό λέμε ότι στο ροκ έχουν παιχτεί τα πάντα.

Πούγουνας: Τώρα που είπες 1968, αυτό που έχω σκεφτεί είναι πως κυκλοφόρησαν πάρα πολλά καλά πράγματα εκείνη την συγκεκριμένη χρονιά αλλά επειδή εμείς είχαμε χούντα, όταν αυτή έπεσε, οι δισκογραφικές εταιρείες δεν μπορούσαν να τα κυκλοφορήσουν ένα-ένα επειδή ήταν πολλά, οπότε εμείς μάθαμε πολλούς καλλιτέχνες μέσω συλλογών… Βγάζανε λοιπόν τις συλλογές και ό,τι έβλεπαν ότι «τραβάει», κυκλοφορούσαν το άλμπουμ στην Ελλάδα.

Κοντογούρης: Έτσι… Αφού σκέψου, το πρώτο άλμπουμ που πήρα εγώ ήταν το εξαγωνικό των Stones και το δεύτερο ήτανε μια συλλογή Dance Party vol. 2 που είχε μέσα Cream, The Crazy World of Arthur Brown

Κασταναρας: Αυτά τα θυμάμαι, που κυκλοφορούσαν με νούμερα, σε σειρά…

Κοντογούρης: Και στο νούμερο 3 είχαν μιξάρει 1-2 λεπτά από πενήντα τραγούδια, που όμως όλα ήταν ένα κι ένα…

Πούγουνας: Άρα αυτά ήταν τα δύο πρώτα που αγόρασες;


Κοντογούρης: Το τρίτο ή το τέταρτο ήταν το Woodstock… To τριπλό. Ο καημένος ο πατέρας μου… Είχαμε κατέβει Αθήνα, ήθελε να μου το κάνει δώρο και όταν άκουσε την τιμή έπαθε… συγκοπή.

Ψυχαγωγός: Το φανζίν που εξέδιδε ο Νίκος Κοντογούρης

Καστανάρας: Εσύ πώς τα μάθαινες όλα αυτά;

Κοντογούρης: Ακούγαμε συνέχεια μουσική, τόσο εγώ όσο και οι φίλοι μου. Ήμασταν τυχεροί γιατί δυο από αυτούς είχαν μεγαλύτερα αδέρφια. Οπότε αυτοί μας βάλανε σιγά-σιγά στο παιχνίδι. Αυτούς τους δίσκους κουβαλούσαν στα πάρτι, αυτά ακούγανε, αλλά ευτυχώς τα πάρτι δεν ήταν αυτό που γινόταν μετά, που αρχίζανε με ροκ και κάποια στιγμή πέταγαν και κάνα λαϊκό… Στα δικά μας αυτό απαγορευόταν. Και μετά ήταν οι εκπομπές του Μαστοράκη και αργότερα του Πετρίδη, πολύ αργότερα…

Πούγουνας: Του Μαστοράκη ήταν αξιόλογες οι εκπομπές;

Κοντογούρης: Όχι μωρέ, ήταν πληρωμένες από τις εταιρίες. Διαφημιστικές και απλά τις παρουσίαζε.

Πούγουνας: Η Χούντα τι ζημιά έκανε σε όλο αυτό;

Κοντογούρης: Μεγαλύτερη δεν μπορούσε να κάνει. Πρώτα από όλα με το που ανέβηκαν, τα πρώτα διατάγματα περιείχαν την απαγόρευση του ροκ. Αλλά, στα μπαρ παιζόταν. Όταν ξανάνοιξαν οι ντισκοτέκ –γιατί στην αρχή δεν λειτουργούσε τίποτε από αυτά– δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά γιατί ο κόσμος αυτά χόρευε, αυτά ήθελε, αυτά άκουγε και σιγά-σιγά, επειδή οι δισκογραφικές εταιρίες ήταν πολυεθνικές, δεν μπορούσαν να πάνε κόντρα σε αυτές και στους Αμερικάνους…
Μετά υπήρχε ο Αμερικάνικος σταθμός από την Αμερικάνικη βάση, που τον ακούγαμε ανελλιπώς. Θυμάμαι, διάβαζα, και ο Αμερικάνος ήταν συντονισμένος στο τραντζιστοράκι και τα πρώτα χρόνια του γυμνασίου, μιλάμε για 1970-71, ανακαλύπτω στο ραδιόφωνο δύο συγκλονιστικές εκπομπές, στην μια ήταν dj ο Nikola Karaklajić [σημ. θεωρείται ο πατέρας του rock στην Σερβία στην δεκαετία του 1960. Η εκπομπή του στο radio Belgrade κράτησε για τρείς δεκαετίες] και η άλλη ήταν η Supersonic [Σημ. Ένα εξαιρετικά επιδραστικό και επαναστατικό ιταλικό ραδιοφωνικό πρόγραμμα της RAI τη δεκαετία του 1970, γνωστό για την παρουσίαση νέας ροκ και underground μουσικής στο νεανικό κοινό. Δεν υπάρχει σήμερα ραδιοφωνικός σταθμός με το όνομα «Super Sonic» στην Ιταλία, αλλά τα ιστορικά αρχεία της εκπομπής είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο]. Όπου μέσα από παράσιτα και τέτοια, αυτοί οι άνθρωποι ήταν για εμένα φάρος. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα πράγματα έμαθα.
Όταν άκουσα από τον Γιουγκοσλάβο το «Silver Machine» [των Hawkwind] πετάχτηκα πάνω σαν να με είχε χτυπήσει ρεύμα. Θυμάμαι διάβαζα για το σχολείο και άρχισα κι έτρεμα. Είχα ένα σημειωματάριο και έγραφα εκεί τους τίτλους.

Πούγουνας: Ευτυχώς υπήρχαν και οι ναυτικοί που έφερναν κάποια πράγματα…

Κοντογούρης: Υπήρχε το Μοναστηράκι, με τους Αμερικάνους που όταν φεύγανε πουλάγανε τα πάντα. Δεν παίρναν τίποτα μαζί τους, τα πουλάγανε και έτσι είχαμε την ευκαιρία τότε και βρίσκαμε πράγματα. Το εντελώς παράλογο της ιστορίας ήταν πως κυκλοφορούσανε από ελάχιστα ως μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού, κάποια ιδιαίτερα σιγκλάκια… όχι μεγάλοι δίσκοι. Ανακάλυψα ότι έχει βγει ελληνικό, το «I'm Not Your Stepping Stone» των Flies που αυτή την στιγμή στην Αγγλία κοστίζει 800 λίρες. Το είδα μια φορά στην ζωή μου και δεν το ξανάδα. Μιλάμε τώρα για την δεκαετία του ’60, ένα γκρουπ που στην Αγγλία δεν το ήξερε η μάνα του, και εμφανίστηκε εδώ σε ελληνικό σιγκλάκι! Αυτά γινόντουσαν από όλες τις εταιρίες. Όχι μόνο την Columbia και την ΕΜΙ… Μπορεί να μην ήξεραν ότι η πρώτη εκτέλεση ήταν των Monkees. Ίσως πίστευαν ότι αυτό θα γίνει επιτυχία…

Πούγουνας: Οπότε, έτσι σου μπήκαν ιδέες για τα σπάνια…

Κοντογούρης: Όχι τότε. Αυτό έγινε αργότερα. Στα μέσα του ’70, όταν πια έβλεπα πράγματα στο Μοναστηράκι αλλά δεν είχα λεφτά να τα πάρω. Αν έπαιρνα 50 δραχμές χαρτζιλίκι και αυτά είχαν ένα 20άρικο, άντε να αγόραζα ένα την εβδομάδα.

Πούγουνας: Η πρώτη συναυλία που παρακολούθησες ποια ήταν;

Κοντογούρης: Rolling Stones στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού. Πήγα με έναν μεγαλύτερο ξάδερφό μου, ήμουν έντεκα χρονών. Και θυμάμαι ότι πάνω στην σκηνή τούς είχαν βάλει καρέκλες για να ξεκουράζονται. Από εκείνες τις καρέκλες που υπήρχαν στα καφενεία που μετά από δέκα λεπτά πιανόταν ο κώλος σου. Θυμάμαι τα επεισόδια. Που όρμησε η αστυνομία αλλά εκείνη την στιγμή δεν κατάλαβα για ποιόν λόγο… ίσως ήταν τα κόκκινα γαρίφαλα… Τους φυγαδέψανε, ο Brian Jones είχε σκάσει στα γέλια, τον τραβάγανε αλλά δεν είχε καταλάβει τι γινότανε…

Ο Brian Jones στο γήπεδο της Λεωφόρου - η πρώτη συναυλία για τον Ν. Κοντογούρη, 17 Απριλίου 1967

 

Καστανάρας: Με τα ελληνικά συγκροτήματα της εποχής τι σχέση είχες;

Κοντογούρης: Αρχές δεκαετίας του ’70, όταν η Χούντα επέτρεψε κάποιες ελευθερίες, πήγαινα φροντιστήριο 4-6 το απόγευμα, μετά φεύγαμε με έναν κολλητό μου συμμαθητή, κατεβαίναμε στο Κύτταρο, βλέπαμε 6 με 8 την πρώτη παράσταση με τους Socrates ή τους Πελόμα Μποκιού και λέγαμε στο σπίτι ότι μας είχε κρατήσει παραπάνω ο καθηγητής…

Πούγουνας: Υπήρχε κοινό τότε;

Κοντογούρης: Και οι δυο παραστάσεις, και η βραδινή και η απογευματινή ήταν γεμάτες.

[Η συζήτηση περνάει στην χρησιμότητα του σινγκλ πριν την κυκλοφορία ενός άλμπουμ...]

Κοντογούρης: Αυτοί που την πατήσανε ήταν οι Moby Grape που έβαλαν τα έξι σινγκλ τους στο άλμπουμ και ευτυχώς που είχε το εξώφυλλο με το κωλοδάκτυλο και έγινε πανσπάνιο και το γυρεύουν όλοι.
Στην Ελλάδα, επειδή δεν είχαν τις μήτρες, τους στέλνανε δηλαδή τις ταινίες αλλά δεν ξέρανε τι να τις κάνουν, κι έτσι όταν βγαίνανε οι δίσκοι, είτε ακουγόταν το ένα κανάλι και στα δύο ηχεία, είτε δεν ακουγόντουσαν όργανα.
Είχα το Underground των Electric Prunes από τότε που βγήκε, και όταν αργότερα βρήκα και αγόρασα το Αμερικάνικο, δεν καταλάβαινα τι άκουγα. Τόσα χρόνια άκουγα άλλα… Δεν ξέρω τι είχαν κάνει…
Η ελληνική δισκογραφία έχει τρελά απανθίσματα. Προσέξτε: Για ένα διάστημα, επειδή η ελληνική εταιρεία πίστευε ότι οι Allman Brothers δεν θα πουλούσαν, έβγαλε το άλμπουμ Brothers and Sisters [του 1973] σε εξώφυλλο δίσκου της Μαρινέλλας, το οποίο είχαν γυρίσει μέσα-έξω και το τυπώσανε. Άμα ψάξεις στο discogs Λύρα, ελληνικές εταιρείες θα βρεις…

Πούγουνας: Όπως έκαναν αργότερα που τυπώνανε ξένους τίτλους και ονόματα σε δίσκους, με ελληνικά γράμματα.

Κοντογούρης: Α, μα υπήρχε λόγος που το κάνανε αυτό. Όταν η βιομηχανία είχε πια επεκταθεί, όταν κυκλοφορούσε ένας δίσκος, πηγαίνανε οι μήτρες στα παραρτήματα που είχαν οι εταιρείες σε όλο τον κόσμο και έγραφε: ημερομηνία κυκλοφορίας την τάδε: 20 Οκτώβρη ας πούμε. Οι δικοί μας τι κάνανε: Τύπωναν ένα μήνα νωρίτερα τον δίσκο και τον στέλνανε στις αραβικές χώρες και την Ασία και γεμίζανε την ασιατική αγορά. Το έμαθαν οι Άγγλοι και τους είπαν «από εδώ και πέρα όλα τα γράμματα θα τα έχετε στα ελληνικά…» Επειδή κυκλοφορούσα μέσα στις εταιρείες, ειδικά τότε που άρχισα να γράφω, θα μπορούσα να γράψω βιβλία με αυτά που έβλεπα.

Πούγουνας: Εσύ πως ξεκίνησες να γράφεις;

Κοντογούρης: Το 1977-78 είχα πάει στην Αγγλία να σπουδάσω οικονομικά αλλά βρέθηκα στον παράδεισο. Μόνο οικονομικά δεν σπούδασα. Όλο σε συναυλίες ήμουνα και τα απογεύματα βρισκόμουν στα δισκάδικα. Ακριβώς στην έκρηξη του πανκ. [Ο Νίκος είχε επαφή με τους Crass και τον φιλοξένησαν στην Crass Records επειδή ήθελαν να τον γνωρίσουν προσωπικά πριν του δώσουν την αποκλειστικότητα του υλικού τους για το μαγαζί του].

Πούγουνας: Είχες πάει καθόλου στο Ladbroke Grove;

Κοντογούρης: Βέβαια! Κάθε Σάββατο, το ’77. Είχε μείνει ακόμα αυτή η ατμόσφαιρα. Οι hippies, οι καμπάνες παντελόνια, τα μαλλιά. Το Σάββατο αργούτσικα το μεσημέρι έβλεπες στον δρόμο και μουσικούς που ήξερες.

Πούγουνας: Άρα οι μουσικοί του πανκ ήταν συνομήλικοί σου…

Κοντογούρης: Ίδια ηλικία ήμασταν πάνω κάτω. Ας πούμε, με τους Damned, όταν πήρα συνέντευξη από τον Sensible διαπιστώσαμε ότι είχαμε την ίδια ηλικία. Και με τον Vanian …
Τέλος πάντων, εμένα τo μυαλό μου ήταν εκεί. Κάποιοι φίλοι μου έστειλαν στην Αγγλία το πρώτο τεύχος του Ποπ και Ροκ και όταν ήρθα εδώ, ξεκίνησα να γράφω την εγκυκλοπαίδεια, που ο πρώτος τόμος βγήκε από τη Μουσική και μετά την ακύρωσα. Αρχικά ένας φίλος μου είχε προτείνει να αρχίσω να γράφω σε περιοδικά και έτσι πήγα στη Μουσική, όπου στην γραμματεία δούλευε ο Στάθης Παπούλιας. Οι εκδότες μου έδωσαν το πράσινο φως για την εγκυκλοπαίδεια, η οποία όταν εκδόθηκε ήταν ένα άθλιο πράγμα. Δεν είχαν κάνει καμία επιμέλεια, άλλα αντί άλλων, ούτε το όνομά μου φαινότανε, τέλος πάντων, έσκισα το συμβόλαιο και έφυγα από τη Μουσική και πήγα στην Polygram, στον Πετρίδη, και ξεκίνησα να κάνω ένα τετρασέλιδο, το οποίο έμπαινε σφήνα στο Ποπ και Ροκ. Ο Πετρίδης ήταν ο πιο ανοιχτόμυαλος από όλους. Του έλεγες ένα και καταλάβαινε 20. Πολλές φορές δεν σε ρώταγε. Δεν λογόκρινε ούτε μία μου λέξη.

Το ιστορικό δισκοπωλείο Art Nouveau του Ν. Κοντογούρη στα Εξάρχεια

 

Πούγουνας: Τι ρόλο έπαιξε ο Πετρίδης στην μουσική μας ενημέρωση;

Κοντογούρης: Κοίταξε, ειδικά στη δεκαετία του ’70, τότε που άρχισε κι έπαιζε τα progressive δηλαδή Van der Graaf, Roxy Music και όλα αυτά, το άνοιγμα που έκανε ήταν μεγάλο γιατί δεν έπαιζε κανείς τέτοια πράγματα. Μάλιστα του είχα κάνει και πλάκα κάποιες φορές. Πριν γίνει ο ραδιοφωνικός σταθμός του Δήμου Νέου Ηρακλείου, ήταν εκεί ο σταθμός 251 και πήγαινα και παρουσίαζα ό,τι έφερνα από την Αγγλία. Ας πούμε, επειδή είχα δει τους Dire Straits ζωντανά στην Αγγλία και αγόρασα κατευθείαν το άλμπουμ τους, έπαιξα το «Sultans of Swing» πριν από τον Πετρίδη…

Πούγουνας: Ενώ εσύ ήσουν εκεί όταν γινόταν το πανκ, σε έχουν συνδέσει περισσότερο με την ψυχεδέλεια…

Κοντογούρης: Πάντα λάτρευα αυτό το είδος αλλά δεν μπορούσα να τα βρω εδώ και μου είχε μείνει σαν απωθημένο. Όταν πήγα στην Αγγλία είχα πλέον πιο ολοκληρωμένη εικόνα, γνωρίζοντας και αγγίζοντας πράγματα που προηγουμένως ήταν στην σφαίρα του ονειρικού.
Τη συνέντευξη με τον Captain Sensible την κάναμε στο Hilton. Μιλήσαμε κάνα τέταρτο για τα δικά του και μετά, δεν θυμάμαι πώς, η συζήτηση πήγε στην ψυχεδέλεια. Και κάνει ένα έτσι στον σάκο του και βγάζει κασέτες. «Κοίτα τι ακούω» μου λέει. «Εγώ και ο Dave μόνο τέτοια ακούμε» και ήταν όλα garage, psychedelic και τέτοια. Όταν έπαιζα στον σταθμό αυτά που έφερνα, γινότανε της κακομοίρας. Έπαιρναν τηλέφωνα, και ζητούσαν να παίξω κι άλλα.
Και σιγά-σιγά άρχισα να γράφω στο Ποπ και Ροκ για ψυχεδελικά. Ειδικά στην έκρηξη της νέο-ψυχεδέλειας, άρχισα να λέω «αυτό είναι διασκευή από τους τάδε, αυτό είναι αυτό» και βγαίνανε οι δίσκοι σε επανεκδόσεις. Άρχισα να γράφω κριτικές αλλά κυρίως όταν έπαιζα αυτά τα πράγματα στον 251.

Καστανάρας: Ποιόν δίσκο από αυτούς έχεις ακούσει πιο πολύ στην ζωή σου;

Κοντογούρης: Δεν ξέρω αν είναι αυτός, αλλά το Forever Changes των Love είναι ένας από αυτούς που έχω ακούσει πάρα πολλές φορές. Μιλάμε για ένα αριστούργημα. Ένα μαγικό πράγμα. Αλλά και τα Ultimate Spinach μου τα είχε γράψει φίλος σε κασέτες. Το πρώτο άλμπουμ του Arthur Brown, ούτε και ξέρω πόσες φορές το έχω ακούσει. Καλά, για Stones ούτε συζήτηση…

Πούγουνας: Τι προτιμάς; Αγγλία ή Αμερική;

Κοντογούρης: Δεν μπορώ να κρίνω. Για άλλο λόγο η μεν - για άλλο η δε. Στον ρυθμό οι Αμερικάνοι και στη μελωδία οι Άγγλοι…

Πούγουνας: Και το μαγαζί πότε το άνοιξες;

Κοντογούρης: Έρχομαι εδώ το 1978 έχοντας δει τα μαγαζιά του εξωτερικού, έψαχνα για δουλειές αλλά δεν μου έκανε καμία. Ήθελα να κάνω κάτι δικό μου. Με πήρε τηλέφωνο μια μέρα ο Παπούλιας και μου είπε ότι είχε μια ιδέα, οπότε βρεθήκαμε και αυτό που σκεφτόμουν εγώ, το σκεφτόταν κι αυτός. Το σκεπτικό ήταν να κάνουμε μια δισκογραφική/εισαγωγική που θα μπορούσαμε να κυκλοφορούμε και κάνα δίσκο και αρχίσαμε να φέρνουμε τους πρώτους δίσκους εισαγωγής. Τους δίναμε στα μαγαζιά, από το σπίτι, γράφαμε γράμματα στις εταιρείες. Όταν το είπα στον πατέρα μου, μου είπε «αν βρεις λεφτά, κάνε μια εταιρεία». Οπότε, για τα δυο επόμενα χρόνια άρχισα να δουλεύω ως DJ και τον Φλεβάρη του 1983 ανοίξαμε το Art Nouveau, στο υπόγειο στην Σολωμού και μετά από 28 χρόνια πήγαμε στην Αραχώβης.

Πούγουνας: Η αγορά ήταν πολύ καλύτερη τότε, έτσι;

Κοντογούρης: Αν ήτανε; Κάποια στιγμή μετρήσαμε τους χοντρέμπορους που έκαναν εισαγωγές και τα μαγαζιά που πουλάγανε τότε τέτοιους δίσκους. Οι χοντρέμποροι ήταν κατά ένας περισσότεροι… Για αυτό υπήρχε άνθιση, για αυτό υπήρχε αυτή η αγάπη των Ελλήνων. Δεν ξέρω αν έχετε πάρει χαμπάρι αλλά ανάλογα με τον πληθυσμό είμαστε πρώτοι στο Discogs. Μια τόσο μικρή χώρα να έχει τέτοιο πλούτο δισκογραφίας… Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι λιγάκι περήφανος για αυτά που έχω κάνει, είναι ότι έμαθα στον κόσμο κάποια πράγματα. Τώρα, αν έγραφα καλά ή κακά, δεν με νοιάζει.

Πούγουνας: Πόσες κυκλοφορίες έκανε η Art Nouveau;

Κοντογούρης: Ξεκινήσαμε με τους A And Z. Ένα ποπάκι που ήθελε να το βγάλουμε ο Παπούλιας. Βγάλαμε πολλές κασέτες με συγκροτήματα απέξω. Πάρα πολλές. Αδιέξοδο, Γενιά του Χάους με τον ίδιο τρόπο. Το σιγκλάκι των Last Drive… Είμαι χαρούμενος που έκανα τα πάντα όσον αφορά στην μουσική: Δημοσιογραφούσα, έγραφα βιβλία, το μαγαζί, την εταιρεία, βγάζαμε δίσκους, μανατζαρίσματα… και να σκεφτείς, ευτυχώς που είχα το μαγαζί και έβγαζα τα προς το ζην.

Πούγουνας: Αυτό το πράγμα με τα PVC τα καλύμματα, ισχύει;

Κοντογούρης: Πέτα τα… Αυτά τα πλαστικά καλύμματα με τα δοντάκια, που βάζαμε και προφυλάσσαμε τους δίσκους. Η ζημία που έπαθα είναι πάνω από 100.000. Όσο είναι νωρίς πετάξτε τα. Όλα τα picture disc που είχα καταστραφήκανε. Αυτό παθαίνει ένα πολυμερισμό, στα θαμπώνει και σε προχωρημένη κατάσταση ακούγεται ένα σσσσσσσσς. Έχω το Freak Out του Zappa, με το πόστερ… όπου ακούμπαγε το PVC το εξώφυλλο, το πέρασε…

Πούγουνας: Με τα σπάνια πως μπλέχτηκες;

Κοντογούρης: Ε αφού τα είχα, έπρεπε να τα αποκτήσω. Να μην τα έχω μόνο σε κασέτες [γελάει].

Πούγουνας: Ήσουν και οδηγός στα σπάνια…

Κοντογούρης: ναι… Αυτή ήταν μια ιδέα του Πετρίδη αν θυμάμαι καλά, που μου είπε «αφού ασχολείσαι με αυτά, κάνε μια σελίδα στο Ποπ και Ροκ με σπάνια από όλα τα είδη…

Πούγουνας: Πιστεύεις ότι τα καλλιτεχνικά έργα θα έπρεπε να αποκτούν αξία λόγω της σπανιότητας; Δηλαδή, λίγα αντίτυπα ποσότητα.

Κοντογούρης: Ναι, υπάρχουν κάτι σκουπίδια, κάτι πατάτες που πουλιούνται σε αστρονομικά ποσά.

Πούγουνας: Γίνεται αυτό στους καταλόγους με τα σπάνια;

Κοντογούρης: Γίνεται ακόμα και σήμερα. Ο τάδε καλλιτέχνης βγάζει το δικό του σε αστρονομική τιμή και ένας του γράφει «ρε φίλε, ακριβά ναρκωτικά παίρνεις, αγόραζε πιο φτηνά για να μπορούμε να πάρουμε κι εμείς τον δίσκο…»

Πούγουνας: Είναι τελικά το 666 (των Aphrodite’s Child) ο καλύτερος ελληνικός δίσκος από άποψη καλλιτεχνικής αξίας;

Κοντογούρης: Ναι είναι. Και για εμένα, μετά είναι το Βρώμικο Ψωμί του Σαββόπουλου. Αν οι Aphrodite’s Child είχαν μείνει στην Ελλάδα δεν θα μπορούσαν να κάνουνε αυτό τον δίσκο. Στην Γαλλία τότε έπνεε άλλος αέρας. Μην ξεχνάμε, είχε προηγηθεί ο Μάης του ’68. Το όραμα του να κάνεις κάτι τέτοιο ήταν εφικτό εκεί γιατί είχες πρόσβαση στο αγγλικό progressive. Άρα μπορούσες να ενσωματώσεις στοιχεία και να δεις τι γίνεται στην Γερμανία, Αγγλία, Ολλανδία. Στην Ελλάδα πρώτα-πρώτα δεν υπήρχαν παραγωγοί. Εκεί είχαν τα μηχανήματα, είχαν τα στούντιο…

Πούγουνας: Και το Βρώμικο Ψωμί;

Κοντογούρης: Το Βρώμικο Ψωμί, για να καταλάβεις την αξία του θα έπρεπε να έχεις ζήσει τότε. Εμείς καθόμασταν εδώ στην πλατεία πιτσιρικάδες και αποκρυπτογραφούσαμε τι ήθελε να πει με κάθε στίχο. Εδώ μιλάει για την χούντα, εδώ μιλάει για το ένα, εκεί για το άλλο… Όλα στο χαμηλόφωνο κλπ. Ξέρετε πως όταν βγήκε η χούντα δεν μπορούσες να πεις τη λέξη κομουνισμός. Σε μπαγλαρώνανε. Αν έλεγες «Στην Κούβα έχουν κομουνιστικό πολίτευμα», πάλι σε μπαγλαρώνανε. Εγώ καλώς κακώς τελείωσα το εξατάξιο γυμνάσιο μέσα στη χούντα. Τέλειωσα το καλοκαίρι και σε ένα μήνα έγινε η μεταπολίτευση…

Πούγουνας: Και μετά, τι άλλαξε στην δεκαετία του 1980;

Κοντογούρης: Αρχίζουν να γίνονται πολλά τότε. Το κλασικό ροκ αρχίζει να φθίνει. Οι εταιρείες αρχίζουν να κυκλοφορούν new wave, disco-funk και αλλάζει η πολιτική. Δηλαδή, στις δεκαετίες του ’60-70 υπήρχαν εκατό συγκροτήματα που πουλάγανε χιλιάδες δίσκους το καθένα. Από το ‘80 και μετά υπήρχαν χιλιάδες συγκροτήματα που πουλάγανε από εκατό δίσκους το καθένα. Για τις εταιρείες ήταν το ίδιο. Απλά άλλαξε το πράγμα ποιοτικά γιατί εμφανίστηκε και το σκουπιδαριό. Άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου και βγήκε ό,τι θες.

Καστανάρας: Νομίζω ότι έτσι πήγε όλη η δεκαετία του ’80. Ίσως να την έσωσε κάπως στο τέλος, το grunge αλλά στην ουσία, εγώ λέω πως από εκείνη την εποχή οι μόνοι που ήταν ροκ ήταν οι Dream Syndicate, οι Rain Parade και μετά ήταν χάος.

Κοντογούρης: Στο όνομα της πρωτοπορίας πίστευαν ότι έκαναν κάτι, αλλά ποιας πρωτοπορίας αν ήταν κακότεχνο; Είναι δυνατόν να βγαίνουν για συναυλία οι Kraftwerk με ένα Casio; Γινόντουσαν ανεκδιήγητα πράγματα.

Πούγουνας: Αυτό με τα χιλιάδες συγκροτήματα που πουλάνε 100 κομμάτια είναι και σημερινό φαινόμενο.

Κοντογούρης: Βεβαίως! Το ίδιο πράγμα. Κοιτάξτε, τώρα δεν υπάρχει μουσική. Το ροκ λειτουργεί τελείως υπόγεια, μέσα από το διαδίκτυο και μόνο, αλλά έχει εξαφανιστεί. Λέω πως ήμουν τυχερός γιατί η ηλικία μου είναι όση του ροκ. Γεννήθηκα το 1956, το ’55 βγήκε το ροκ, και αυτό σημαίνει πως όταν πήγα 12, 15, είχα το περιθώριο να πάω να βρω τις ρίζες πίσω από τους Rolling Stones. Φαντάσου τώρα ένα παιδί που γεννήθηκε το 2000. Από πού να ξεκινήσει; Και όλη σου την ζωή να αφιερώσεις, ούτε τα καλά δεν θα προλάβεις να ακούσεις. Σήμερα πάντως ακούω τα πάντα. Και κάτι καινούργιο αν βρω, το ακούω…

 

Η πρώτη δισκογραφική εμφάνιση των Last Drive ήταν παραγωγή και κυκλοφορία της Art Nouveau

 

Πούγουνας: Πιστεύεις ότι έκαναν ζημιά στη μουσική το MP3 και το CD;

Κοντογούρης: Εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα. Και ναι και όχι. Το ναι σημαίνει ότι ο καθένας πια έχει πρόσβαση. Κι αυτά που λένε ότι ζημιώνεται ο καλλιτέχνης είναι βλακείες. Η τσέπη των εταιρειών ζημιώνεται. Μόνο όσοι καλλιτέχνες έκαναν δικές τους εταιρείες. Όταν οι Stones είπαν το 1971 ότι ολόκληρη τη δεκαετία του ‘60 δεν βγάλαμε ούτε ένα δολάριο, ούτε μια λίρα από τους δίσκους και ότι λεφτά βγάζαμε ήταν από τις συναυλίες, καταλαβαίνεις τι έκαναν τα δευτεροτριτοκλασάτα ονόματα. Το δεύτερο είναι ότι χάνεται η μαγεία. Δηλαδή για παράδειγμα, πεινάς πολύ. Σου έχουν ένα τραπέζι και στα φέρνουν όλα, αλλά είναι ζήτημα αν θα πάρεις μια μπουκιά. Χορταίνει το μάτι και μπουχτίζει το αφτί. Λες, «λίγο από αυτό». Όχι λίγο, ρε μαλάκα, ο άλλος έκανε ολόκληρο δίσκο. Όχι λίγο! Θυμάμαι παιδί έπαιρνα τον δίσκο και καθόμουν όσο έπαιζε κρατώντας το εξώφυλλο. Ήμουν μέσα στη φωτογραφία.

Καστανάρας: Καταρχήν τώρα δεν υπάρχουν εύκολα χρήματα για να αγοράζεις δίσκους.

Κοντογουρης: Ακριβώς. Όταν όμως υπάρχει εύκολη πρόσβαση κάπου πέφτει η ποιότητα, πέφτουν όλα. Και στα βιβλία ισχύει αυτό γιατί τα κατεβάζεις όλα. Εμένα πιο πολύ με ενοχλεί ότι δεν ψάχνεται ο κόσμος.

Πούγουνας: Η άποψή μου είναι ότι η μουσική δέχτηκε πλήγμα από τη στιγμή που εξαφανίστηκαν τα μουσικά έντυπα, τα οποία διύλιζαν τα συγκροτήματα που είχαν οι εταιρείες και σε βάζανε σε ένα κανάλι. Δηλαδή, εσύ έπρεπε να προσέξεις 50 και είχε από πίσω άλλα 20. Από τη στιγμή που χάθηκαν αυτά, είσαι σε έναν ωκεανό, ούτε που ξέρεις τι γίνεται.

Κοντογούρης: Ακριβώς! Κι όμως, όσο είχα τα μαγαζί πάρα πολλές φορές έμπαιναν μέσα και μου έλεγαν, «Μπορώ να ακούσω αυτό τον δίσκο;» Τον άκουγε. Μετά με ρώταγε, «Είναι καλός;» Αφού τον άκουσες. Τι με ρωτάς; Αλλά θέλει και τη σφραγίδα, την επιβεβαίωση του ειδήμονα. Αυτό έκαναν τα περιοδικά.

Καστανάρας: Εμπιστευόσουν τον ειδικό. Εγώ καμιά φορά πήγαινα στον Βάιο κι όταν ο Βάιος μου έλεγε πάρε το και το άκουγα, ήταν γαμώ. Προφανώς ήταν μέσα στη φάση και ήξερε.

Κοντογούρης: Και εγώ με τους πελάτες αυτό έκανα. Έλεγα μην το πάρεις και μου έλεγε, «Μα αφού άκουσα ότι είναι καλό», και του έλεγα, «Δεν είναι, αλλά αν θέλεις να το πάρεις, πάρε το». Και στις κριτικές που έκανα προσπαθούσα να περάσω την εικόνα όσο πιο καλά γινόταν, ώστε να καταλάβει ο άλλος τι είναι αυτό που θα ακούσει. Αν είναι δυνατόν, αντί για μουσική να του το πω με λόγια. Αυτό έκανα στις κριτικές μου.

Πούγουνας: Υπάρχει κάτι που να σε έχει πικράνει στην μουσική;

Κοντογούρης: Γενικά οι αναμνήσεις που έχω είναι καλές. Στην ζωή μου γενικά χτυπήθηκα από άτομα που με ζηλεύανε αλλά.. τώρα… [κουνάει το χέρι του αόριστα…] Εγώ κοίταγα να μοιάσω στα πρότυπά μου και, γιατί όχι, αν μπορούσα, να τους ξεπεράσω κιόλας. Δηλαδή, όλους αυτούς που μου έμαθαν, όπως ο Brian Hogg [Σκωτσέζος μουσικός δημοσιογράφος και συγγραφέας. Ξεκίνησε το fanzine Bam Balam στα μέσα της δεκαετίας του 1970, το οποίο ήταν αφιερωμένο στη μουσική της δεκαετίας του 1960. Συνέχισε να γράφει τις σημειώσεις για έναν μεγάλο αριθμό δίσκων. Είναι επίσης συγγραφέας του βιβλίου All That Ever Mattered: The History of Scottish Rock and Pop], ο Greg Shaw [Αμερικανός εκδότης φανζίν, ιστορικός μουσικής και παραγωγός δίσκων με έδρα το Λος Άντζελες, γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1949 στο Σαν Φρανσίσκο και πέθανε στις 19 Οκτωβρίου 2004 στο Λος Άντζελες. Ήταν ο ιδρυτής των BOMP! και Voxx Records]. Ο Shaw ήταν απίθανη μορφή. Επειδή είχα μιλήσει μαζί του, ήξερε χιλιάδες πράγματα. Αυτοί δίνανε πολύ πληροφορία και αυτό ήταν το στυλ που έγραφα. Ώστε να δώσω το ερέθισμα να πάει ο άλλος να ψάξει. Ήταν αυτό το στυλ του γραψίματος που μου ενέπνευσαν αυτοί οι δύο άνθρωποι.

Πούγουνας: Και τώρα τι κάνεις;

Κοντογούρης: Ήταν συνειδητή απόφαση να αποσυρθώ γιατί είναι αυτό που λέω ότι τα αφτιά είναι πια βουλωμένα. Δεν έχει νόημα να μιλήσω. Σε ποιον θα πω, τι να πω; Σε άλλη γλώσσα μιλάω εγώ και άλλη θα καταλάβει ο άλλος. Μου λένε, «κάτσε γράψε». Για ποιους να γράψω; Να γράψω για αυτούς που δεν ξέρουν ποιοι είναι οι Beatles; Δεν υπάρχει συναίσθημα. Έχει εγκλωβιστεί όλος ο πλανήτης σε μια μαυρίλα. Δείτε τον κινηματογράφο. Δεν υπάρχουν κωμωδίες. Οι ποιητές εξαφανιστήκαν από τον πλανήτη.

Καστανάρας: Υπάρχει πάρα πολύ βία που είναι και απροκάλυπτη.

Κοντογούρης: Εγώ τηλεόραση δεν έβλεπα για πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Κάποια στιγμή στη γιορτή μου πριν από πέντε χρόνια είπα να πάρω μια μεγάλη να βλέπω. Έκανα δώρο στον εαυτό μου μια μεγάλη τηλεόραση. Έλα όμως που στο τέλος όταν ήταν να αλλάξω το dvd που έβλεπα ... Μετά τις 12 είναι όλες οι ταινίες της ελεεινής βίας και συνειδητοποίησα ότι όλες αυτές τις σκηνές τις αναπαρήγαγα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν είχα τέτοια όνειρα και κάπου είπα… ώπα. Καταλαβαίνεις δηλαδή τι παθαίνουν τα παιδιά που τουλάχιστον μέχρι τα 17 δεν έχουν κριτική σκέψη. Και μετά αναρωτιούνται για την παιδική βία. Τα μηνύματα περνάνε μέσα από τις ταινίες.

Πούγουνας: Νομίζω ότι το όλο θέμα σε αυτή την κατάσταση είναι ότι τα role models είναι διαφορετικά. Δηλαδή, στην εποχή του Παλαμά το να είσαι ποιητής ή συγγραφέας σήμαινε κάτι.

Κοντογούρης: Άσε που μέχρι τη γενιά μας διαβάζαμε όλοι. Εμένα όσο χώρο πιάνουν οι δίσκοι μου, πιάνουν τα βιβλία μου.

Πούγουνας: Η αλήθεια είναι πως από τη δεκαετία του 90 και μετά ξεκίνησε ένας πόλεμος εναντίον του βιβλίου.

Κοντογούρης: Τώρα που κατεβαίνω στην Αθήνα βλέπω ότι βγαίνουν χιλιάδες, αλλά δεν διαβάζει κανείς.

Πούγουνας: Οπότε, αυτό που λες για τη νέα μουσική ήταν και το Art Nouveaux;

Κοντογούρης: Το Art Nouveaux, όχι. Ψάχναμε να βρούμε όνομα. Είχα γράψει σε ένα χαρτί πέντε, έξι ονόματα… Το Art Nouveaux είναι όρος της ζωγραφικής, ήμουν 100% σίγουρος ότι ο Παπούλιας θα συμφωνούσε με αυτό. Γιατί ήταν η εποχή του νεορομαντισμού που έπαιζαν κάτι Spandau Ballet, Classix Nouveaux και ήμουν σίγουρος ότι θα έλεγε ναι.

Πούγουνας: Τώρα θα έκανες πάλι τα ίδια;

Κοντογούρης: Με αυτές τις συνθήκες όχι. Τότε πίστευα και το έκανα, τώρα σε τι να πιστέψω; Όταν δεν ξέρουν ποιοι είναι οι Beatles να βγω να πω τι; Δεν ξέρουν ούτε τι είναι το βινύλιο. Είμαι άνθρωπος που λειτουργεί υπό πίεση. Αν δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος να με πιέσει να το κάνω, δεν θα το κάνω. Έχω ξεκινήσει πέντε βιβλία. Ούτε ένα ούτε δύο… Θέλω κάποιος να με πιέσει να το κάνω.

Καστανάρας: Να σε πιέσουμε τότε. Ναι σε παίρνουμε κάθε μέρα και να σου λέμε, «τι γίνεται με το βιβλίο ρε μάστορα;

Υπάρχουν πολλά που θα μπορούσε ένας λάτρης της μουσικής να ρωτήσει τον Νίκο Κοντογούρη και να αποκτήσει μια εικόνα για το πώς και τι άκουγε ένας ροκ ακροατής για τέσσερεις και πέντε δεκαετίες. Για όλους αυτούς κάναμε αυτή την συζήτηση, αλλά και για εμάς που είχαμε την χαρά να τον ξαναδούμε μετά από τόσο καιρό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

ΕΝ ΑΓΚΑΛΙΑ DE ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗ: Η ιστορική συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Πάνος Κουτρουμπούσης στον Αλέξη Καλοφωλιά 

«ΑΓΚΑΘΙ: ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ» – Ο αιρετικός Θανάσης Μάνθος και η εποχή του...

«Το '78 με κάποιους φίλους»: Ο Βασίλης Σπυρόπουλος μιλάει στο Merlin's για την ηχογράφηση του «Φλου» και την εποχή του...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1