• Merlin's Music Box

    Merlin's Music Box



    Το Merlin's Music Box ήταν, είναι και θα είναι ένα φανζίν που κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος τον Οκτώβριο του 1989 και έκλεισε τον έντυπο κύκλο του το 1995, έπειτα από 26 τεύχη. Ενεργοποιήθηκε εκ νέου την άνοιξη του 2014, αυτή τη φορά ηλεκτρονικά, μέσω του facebook και της ιστοσελίδας του, με σκοπό την παρουσίαση μουσικών σχημάτων και καλλιτεχνών από το χώρο της rock (και όχι μόνον), τη διοργάνωση εκδηλώσεων και, κυρίως, την τέρψη των φίλων του.
  • 1
sponsors inExarchia Μετα δεύτερο Blues.gr - Keep The Blues Alive ΙΝΤΡΙΓΚΑ
  • Να μιλάς χωρίς να τραγουδάς: Η αλήθεια του

    Να μιλάς χωρίς να τραγουδάς: Η αλήθεια του "Aristophobia Nervosa". Η Lia Hide αφήνει τη φωνή της γυμνή από επίδειξη και ξανασκέφτεται τι σημαίνει να εκτίθεσαι, να επιμένεις και να δημιουργείς χωρίς δίχτυ ασφαλείας...

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη

    Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για έναν δίσκο που δεν θέλει να «λειτουργήσει» όπως οι άλλοι. Το Aristophobia Nervosa δεν ζητά να το αγαπήσεις. Δεν προσπαθεί να σε πείσει. Στέκεται απέναντί σου και σου λέει: έτσι έγιναν τα πράγματα. Η Lia Hide δεν αρνείται το τραγούδι. Αρνείται την ευκολία του. Για χρόνια έβλεπε τη φωνή ως ένα ακόμη όργανο. Όχι ως κέντρο. Όχι ως πρόσωπο. Κι όμως, το πρόσωπο είναι αυτό που μένει. Η «τραγουδίστρια» επισκιάζει τη συνθέτρια, την ενορχηστρώτρια , την παραγωγό. Το όνομα κρύβει. Το έργο αποκαλύπτει.

    Σε αυτόν τον δίσκο, η φωνή δεν στέκεται μπροστά από τη μουσική. Περπατά μέσα της. Ηχογραφημένη σε κινητό, σε ώρες αμήχανες ή εξαντλημένες, κρατά κάτι που το στούντιο συχνά λειαίνει: την πρώτη σκέψη πριν προλάβει να φορέσει τεχνική. Όχι από αδιαφορία. Από πρόθεση. Η ωμότητα εδώ δεν είναι στυλ. Είναι ανάγκη.

    Η επιλογή της ελληνικής γλώσσας λειτουργεί σαν ρίσκο που τελικά λυτρώνει. Η Hide μιλά για τον φόβο της προφοράς, για την αγωνία μήπως ακουστεί «σαν κάτι έτοιμο». Κι όμως, μέσα από αυτή τη γλωσσική έκθεση, βρίσκει έναν πιο καθαρό τόνο. Χωρίς γλυκαντικά. Χωρίς δραματική υπερβολή. Μια καθημερινή φωνή που κουβαλά δύσκολες ιστορίες.

    Ο τίτλος του δίσκου μοιάζει

    Read More
  • Miles Davis: «Έχω αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε ή έξι φορές...»

    Miles Davis: «Έχω αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε ή έξι φορές...»

    Γράφει ο Αχιλλέας ΙΙΙ

    Υπάρχει ένα ανέκδοτο που κυκλοφορεί καιρό στην πιάτσα, σύμφωνα με το οποίο όταν ο Miles Davis βρέθηκε καλεσμένος στο Λευκό Οίκο με τη σύζυγό του από τον Ronald Reagan για τη βράβευση του Ray Charles, γύρισε η πρώτη κυρία των ΗΠΑ και τον ρώτησε “Τι σπουδαίο έχεις κάνει εσύ στη ζωή σου και σε κάλεσαν εδώ απόψε;” Ψύχραιμα εκείνος της απάντησε: “Λοιπόν, έχω αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε ή έξι φορές. Εσύ τι έχεις κάνει, πέρα από το να πηδάς τον Πρόεδρο;”

    Read More
  • Forgotten Records: Forever Changes (1967), Η σκιά πίσω από το Καλοκαίρι της Αγάπης...

    Forgotten Records: Forever Changes (1967), Η σκιά πίσω από το Καλοκαίρι της Αγάπης...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Πώς ο Arthur Lee και οι Love αποδόμησαν το ψυχεδελικό όνειρο του ’67 και άφησαν έναν δίσκο που ακόμη στοιχειώνει το παρόν

    Υπάρχουν άλμπουμ που καταγράφουν την εποχή τους και άλλα που την αμφισβητούν. Το Forever Changes των Love ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Κυκλοφόρησε το 1967, τη χρονιά που το καλοκαίρι ονομάστηκε «της αγάπης» και η Καλιφόρνια φάνταζε σαν υπόσχεση διαρκούς φωτός. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη συλλογική μέθη, ο Arthur Lee έγραφε τραγούδια που έμοιαζαν με σημειώματα από το υπόγειο.

    Read More
  • Prolapse -

    Prolapse - "I Wonder When They’re Going To Destroy Your Face" + Συναυλία στο Αρχιτεκτονική live stage...

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Με το I Wonder When They’re Going To Destroy Your Face, οι Prolapse επιστρέφουν στη δισκογραφία ύστερα από 25 ολόκληρα χρόνια και το κάνουν όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς από μια μπάντα που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να γίνει αρεστή, επίκαιρη ή «εύπεπτη». Δεν πρόκειται για comeback καριέρας, αλλά για μια ωμή υπενθύμιση ότι ο θυμός, η ειρωνεία και η κοινωνική δυσανεξία δεν γερνούν, απλώς… συσσωρεύονται.

    Read More
  • Στην Άλλη Άκρη Της Γραμμής Μια Άγνωστη...

    Στην Άλλη Άκρη Της Γραμμής Μια Άγνωστη...

    Γράφει ο Γιώργος Τσέκας 

    Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει…Επίμονα… Για αρκετή ώρα. Κανείς δεν μιλάει στο σπίτι. Σηκώνομαι αργά-αργά και απαντάω. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια άγνωστη, «Η» άγνωστη. «Εγώ είμαι πάλι, μου είπε δεν με θυμάσαι;» Μα καλά πως είναι δυνατόν, γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί προσποιείσαι πως δεν με ξέρεις;» Μου έδωσε όσο χρόνο χρειαζόμουν για να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Η σιωπή στο τηλέφωνο αλλά και μέσα στο σπίτι έμοιαζε νεκρική.

    Read More
  • Bog art: Χορεύοντας ανάμεσα στα συντρίμμια του χρόνου...

    Bog art: Χορεύοντας ανάμεσα στα συντρίμμια του χρόνου...

    Οι Bog art μιλούν στον ΧΡΗΣΤΟ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ για τη φθορά, τη σιωπή και τη δημιουργική αντίσταση στο The Dance of Broken Promises

    Υπάρχουν δίσκοι που υψώνουν τη φωνή τους και άλλοι που μαθαίνουν να στέκονται ακίνητοι, αφήνοντας τον χρόνο να περάσει από μέσα τους. Το The Dance of Broken Promises ανήκει στη δεύτερη κατηγορία: ένα έργο που δεν βιάζεται να πείσει, δεν διεκδικεί εύκολες κορυφώσεις, αλλά επιμένει στη διάρκεια, στη ρωγμή, στη σιωπή ως ισότιμο υλικό με τον ήχο.  Οι Bog art δεν γράφουν τραγούδια για να κρύψουν τη φθορά• γράφουν για να την κατοικήσουν. Με λόγο παρατηρητικό και μουσική που μοιάζει να κινείται σαν σκιά πάνω σε ερείπια, ο νέος τους δίσκος λειτουργεί ως ένας αργός χορός πάνω σε ό,τι χάθηκε, σε ό,τι δεν τηρήθηκε, σε ό,τι συνεχίζει παρ’ όλα αυτά να αναπνέει.

    Read More
  • Mike Bloomfield (28.07.1943 – 15.02.1981): το λευκό αγόρι που αγάπησε τα blues όσο κανένας...

    Mike Bloomfield (28.07.1943 – 15.02.1981): το λευκό αγόρι που αγάπησε τα blues όσο κανένας...

    Με αφορμή τη συμπλήρωση 45 χρόνων από τον θάνατο του θρυλικού κιθαρίστα, ο Θανάσης Μήνας ξεφυλλίζει τις σημαντικότερες σελίδες της ζωής και της δισκογραφίας του πιο αγαπημένου του κιθαρίστα.

    Στο απόγειό του, ο Mike Bloomfield ήταν ο σημαντικότερος λευκός blues κιθαρίστας της γενιάς του. Η ένταση και η αφομοίωσή του στα αφροαμερικανικά blues συνέβαλαν καθοριστικά στον αναδυόμενο ήχο της δεκαετίας του '60. Οι συνεισφορές του σε ηχογραφήσεις όπως το Highway 61 Revisited ήταν πολύ σημαντικές, αλλά η θητεία του στην Butterfield Blues Band ήταν αυτή που εδραίωσε τη φήμη του. Μια ομάδα μουσικών του Σικάγο που συνδύαζαν σκληρά ηλεκτρικά blues με τις ελεύθερες παρεκκλίσεις της Αντικουλτούρας∙ η κιθάρα του Bloomfield ήταν εξίσου προσδιοριστική για τον ήχο τους όσο και η φυσαρμόνικα του ηγέτη Paul Butterfield. Όπως δήλωσε κάποτε ο ρυθμικός κιθαρίστας του συγκροτήματος, ο Elvin Bishop: «Κανείς δεν ήταν τόσο καλός όσο ο Bloomfield. Τεχνικά ήταν ένα τέρας».

    Read More
  • Kapten:

    Kapten: "Dancing Tooth" (ψηφιακή κυκλοφορία, 2025)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Ένα πολυρυθμικό άλμπουμ για τον φόβο, τον χρόνο και τη συλλογική αφύπνιση

    Υπάρχουν άλμπουμ που σου επιβάλλονται από την πρώτη ακρόαση. Και υπάρχουν εκείνα που σε κερδίζουν αργά, σχεδόν υπόγεια, μέχρι να συνειδητοποιήσεις πως έχεις ήδη μπει στον κόσμο τους. Το Dancing Tooth των Θεσσαλονικιών Kapten ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν φωνάζει. Χτίζει ατμόσφαιρα. Και μέσα της πάλλεται κάτι ανήσυχο.

    Read More
  • «Το κλασικό […] αυγοθήκη, φθηνή μοκέτα και φελιζόλ»: Τα Αυτοσχέδια Μουσικά Στούντιο της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του ’70 ως τις αρχές του ’90...

    «Το κλασικό […] αυγοθήκη, φθηνή μοκέτα και φελιζόλ»: Τα Αυτοσχέδια Μουσικά Στούντιο της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του ’70 ως τις αρχές του ’90...

    Γράφει η Αλεξάνδρα Καραμούτσιου (Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ)

    Εισαγωγή: Αντώνης Ζήβας

    Οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ του Merlin’s Music Box στον συνεχή τους διάπλου στον τεράστιο ψηφιακό Ωκεανό των καιρών μας, ανέσυραν από τον… βυθό της ελληνικής punk σκηνής των 80’ς, την ιστορία της εν λόγω σκηνής στην Θεσσαλονίκη. Η ιστορία που θα διαβάσετε έχει γραφτεί δια χειρός της Αλεξάνδρας Καραμούτσιου και πρόκειται για την πτυχιακή της εργασία . Αν παρ' όλα αυτά πρόκειται για κάτι τέτοιο, με τη σειρά μας λέμε ένα μεγάλο «Μπράβο» για την όλη προσπάθεια, η οποία, από όσο θυμούνται τα γέρικα μυαλά μας, δεν έχει ξαναϋπάρξει κάτι αντίστοιχο για τη συγκεκριμένη punk σκήνη.

    Στην ιστοσελίδα, λοιπόν,  «Κοινωνικός Atlas Θεσσαλονίκης»,  ξεδιπλώνεται μια συναρπαστική αφήγηση που φωτίζει μία λιγότερο γνωστή όψη της μουσικής ζωής της πόλης: τα αυτοσχέδια στούντιο που άνθησαν στη Θεσσαλονίκη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές του ’90.

    Read More
  • Lia Hide -

    Lia Hide - "Aristophobia Nervosa": Μια σκοτεινή spoken word εμπειρία στην ελληνική γλώσσα...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Το νέο άλμπουμ της Lia Hide συνδυάζει ποίηση, performance και avant-garde ήχο, σε έναν από τους πιο τολμηρούς ελληνικούς δίσκους της χρονιάς

    Read More
  • Tilaye Gebre: Ethio-jazz για τη νύχτα...

    Tilaye Gebre: Ethio-jazz για τη νύχτα...

    Γράφει ο Θανάσης Μήνας

    Το παίξιμό του γεννημένου στην Αντίς Αμπέμπα σαξοφωνίστα Tilaye Gebre είναι νυχτερινό και moody. Πριν ξεκινήσει σόλο καριέρα, υπήρξε μέλος των Equators Band, οι οποίοι το 1976 μετονομάστηκαν σε Walias Band - δικό του είναι το σόλο στο φοβερό "Muziqawi Silt" των τελευταίων που περιέχεται και στις συλλογές Ethiopiques. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Χαϊλέ Σελασιέ, στα χρόνια της χούντας η ethio-jazz πέρασε σε καθεστώς ημι-παρανομίας και ο Tilaye Gebre αναγκάστηκε να ηχογραφεί στο underground... Η ανθολογία Τilaye's Saxophone With The Dahlak Band που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από την ετικέτα της Muziqawi, περιλαμβάνει εννέα κομμάτια από το 1976, εννιά μακροσκελή τζαμαρίσματα με βαριά rhythm section, υπνωτικά πλήκτρα και το σαξόφωνο να τριπάρει.

    Read More
  • Μάρκος Βαμβακάρης: 54 χρόνια χωρίς τον «πατριάρχη» του ρεμπέτικου...

    Μάρκος Βαμβακάρης: 54 χρόνια χωρίς τον «πατριάρχη» του ρεμπέτικου...

    Γράφει ο Προκόπης Σαμαρτζής

    Ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν μπήκε ποτέ στη μέση. Ούτε στη ζωή ούτε στο πάλκο. Προτιμούσε την άκρη, εκεί όπου στέκονται όσοι δεν διεκδικούν χώρο, αλλά τον γεμίζουν. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έμαθαν να ζητούν, μόνο να δίνουν. Κι ίσως γι' αυτό έμεινε τόσο μεγάλος. Υπήρξε κεντρική μορφή του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και θεμελιωτής του ρεμπέτικου τραγουδιού, όχι μόνο ως συνθέτης αλλά ως κοινωνικό και ηθικό πρότυπο. Η ζωή και η στάση του αντανακλούν την πορεία ενός ανθρώπου της εργατικής τάξης που μετατράπηκε, σχεδόν άθελά του, σε πολιτισμικό ορόσημο.

    Read More
  • "Η μουσική μας λέει πού να πάμε": Οι iota για το One Band, One Show...

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη για το νέο τους live που ενώνει nu jazz και hip hop...

    Φωτογραφίες: Chistina Alossi 

    Από το Part Of Something μέχρι το See Your Universe, οι iota έχουν αφήσει πίσω την ανάγκη να καθορίσουν ποιοι είναι και έχουν παραδώσει τον έλεγχο στη μουσική. Στον πυρήνα της δημιουργίας τους δεν υπάρχει φόρμα ή θεωρία• υπάρχει μόνο το groove, ο παλμός που σε βάζει μέσα στο κομμάτι και τον χώρο. Κομμάτια όπως το Dope Jazz ή το Aspect γεννιούνται έτσι, από την κίνηση και όχι από τη σκέψη, αφήνοντας τη φόρμα να έρθει εκ των υστέρων.

    Read More
  • Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)

    Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Ο χρόνος, η μνήμη και ο φόβος στην ηλεκτρονική σκιά της Ελλάδας

    Το πέμπτο άλμπουμ των Paranoia’s Broken Machine, Είναι ο Χρόνος Εθισμός (“Time Is an Addiction”), είναι μια σκοτεινή ηλεκτρονική εμπειρία που κινείται ανάμεσα σε dark electro, industrial και electropunk. Από την πρώτη στιγμή, η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική και σωματική, σαν να κινείται ο χρόνος σε ασταμάτητο βρόχο και οι μνήμες να καίγονται σε θραύσματα.

    Read More
  • To

    To "British Steel" των Judas Priest, μια καθοριστική στιγμή στην εξέλιξη του heavy metal...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Το British Steel των Judas Priest εμφανίστηκε στην αγορά με έναν εκκωφαντικό θόρυβο για να αλλάξει τα δεδομένα τόσο για το βρετανικό συγκρότημα όσο και για τον ήχο του metal γενικότερα. Και ενώ στις προηγούμενες δουλειές τους οι Judas είχαν ακολουθήσει τρόπον τινά το ρεύμα της εποχής με progressive και hard rock/blues επιρροές, καθώς προχωρούσαν προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 και με το punk να κλέβει την παράσταση, ο ήχος τους γινόταν πιο σκληρός, πιο «μεταλλικός».

    Read More
  • Στο μαύρο ανάμεσα στα καρέ: Το Tarwar του Ιλάν Μανουάχ και η σιωπηλή παγκόσμια γλώσσα των κόμικς...

    Στο μαύρο ανάμεσα στα καρέ: Το Tarwar του Ιλάν Μανουάχ και η σιωπηλή παγκόσμια γλώσσα των κόμικς...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης 

    Ο Tarwar του Ιλάν Μανουάχ είναι ένα κόμικ χωρίς εικόνες με τη συνηθισμένη έννοια. Ή, πιο σωστά, είναι ένα κόμικ φτιαγμένο από εκείνες τις εικόνες που συνήθως δεν προσέχουμε: τα μαύρα panels. Τα κενά. Τις στιγμές όπου η αφήγηση σταματά και κάτι μένει μετέωρο.

    Read More
  • Lead Belly: Blues σε δώδεκα χορδές...

    Lead Belly: Blues σε δώδεκα χορδές...

    Γράφει ο Μιχάλης Τζάνογλος

    Ο Lead Belly, ή Huddie William Ledbetter, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Μούρινγκσπορτ της Λουιζιάνα στις 20 (ή 23) Ιανουαρίου 1888 και μεγάλωσε στον βαθύ αμερικανικό Νότο, βιώνοντας από νωρίς τη φτώχεια, τον φυλετικό διαχωρισμό και τη βία της εποχής του Jim Crow. Ήταν αυτοδίδακτος μουσικός, δεξιοτέχνης της δωδεκάχορδης κιθάρας, με εντυπωσιακή μνήμη και ένα τεράστιο ρεπερτόριο που περιλάμβανε blues, work songs, spirituals, μπαλάντες και παραδοσιακά τραγούδια. Ο Lead Belly δεν αντιμετώπιζε τη μουσική σαν τέχνη για το κοινό, αλλά σαν εργαλείο αφήγησης, επιβίωσης και συλλογικής μνήμης.

    Read More
  • Following (1998): Η πιο καθαρή και υπόγεια στιγμή του Christopher Nolan (Αφιέρωμα #1)

    Following (1998): Η πιο καθαρή και υπόγεια στιγμή του Christopher Nolan (Αφιέρωμα #1)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Μια ασπρόμαυρη άσκηση περιορισμού, παρακολούθησης και αφηγηματικής εμμονής πριν το βάρος των μεγάλων προϋπολογισμών

    Το Following είναι μια ταινία φτιαγμένη από έλλειψη. Έλλειψη χρημάτων, έλλειψη χρόνου, έλλειψη σταθερού εδάφους. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει η πιο ειλικρινής στιγμή του Christopher Nolan. Ένα φιλμ που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να υπάρξει. Και μέσα σε αυτή την ανάγκη, βρίσκει τη μορφή του.

    Read More
  • LONE: Εκεί όπου η φωνή μαθαίνει να ακούει το σώμα...

    LONE: Εκεί όπου η φωνή μαθαίνει να ακούει το σώμα...

    Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Η Άννα Παπαϊωάννου (Anna Vs June) μιλά για τον ήχο, τη διάδραση και την τρυφερότητα ως καλλιτεχνική πράξη.

     Η Άννα Παπαϊωάννου δεν αντιμετωπίζει τη μουσική ως προϊόν, αλλά ως συνθήκη. Έναν ζωντανό χώρο όπου ο ήχος, το σώμα και η εικόνα διαπραγματεύονται διαρκώς τη θέση τους. Από τις παραδοσιακές φωνητικές πρακτικές μέχρι την ηλεκτρονική αποδόμηση και τον αυτοσχεδιασμό, η διαδρομή της ως Anna Vs June μοιάζει λιγότερο με πορεία και περισσότερο με άνοιγμα.

    Το LONE είναι μια performance που αρνείται τη σταθερότητα. Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο, τίποτα δεν επιβάλλεται. Η φωνή καταγράφεται και θρυμματίζεται, το σώμα απαντά, τα visuals παρεμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Όλα συμβαίνουν μπροστά μας, όχι για να εξηγηθούν, αλλά για να βιωθούν.

    Read More
  • H Μινεάπολη του Bruce...

    H Μινεάπολη του Bruce...

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Σε μια εποχή που πολλοί καλλιτέχνες προτιμούν την ουδετερότητα για να μη «χάσουν κοινό», ο Bruce Springsteen διαλέγει ξανά πλευρά: τη μεριά των θυμάτων. Και αυτό τον κάνει όχι απλώς σπουδαίο μουσικό, αλλά ηθικό σημείο αναφοράς. Γιατί ο «Boss» δεν φοβήθηκε ποτέ να πει ότι η μουσική δεν είναι διακόσμηση της πραγματικότητας, είναι όπλο απέναντί της.

    Read More
  • Void Droid: «Mythic» (άλμπουμ σε ψηφιακή μορφή, CD και βινύλιο)

    Void Droid: «Mythic» (άλμπουμ σε ψηφιακή μορφή, CD και βινύλιο)

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    φωτογραφία: Cristina Alossi

    Οι Πατρινοί Void Droid το γλεντάνε κανονικά στο Mythic, το πρόσφατο άλμπουμ τους, και μαζί τους το γλεντάει και ο ακροατής, επειδή το σήμερα είναι πολύ σύντομο και το αύριο πολύ κοντινό. Παίρνουν μια ανθηρή ποικιλία που ξεφυτρώνει μέσα από δημιουργικές progressive προσεγγίσεις και κυριολεκτικά… της αλλάζουν τα φώτα...

    Read More
  • NTISNEY: Όταν οι λέξεις γίνονται μελωδία...

    NTISNEY: Όταν οι λέξεις γίνονται μελωδία...

    Η Εύα Πολιτάκη και ο Σέργιος Βούρδης μου μιλούν στον Χρήστο Κορναράκη για τη λέξη ως ήχο, τη συνεργασία ως ένστικτο και έναν δίσκο που γεννήθηκε χωρίς σχέδιο...

    φωτογραφίες: Δημήτρης Μαντζανίδης

    Το NTISNEY δεν μοιάζει με δίσκο που αποφάσισε τι θέλει να πει. Μοιάζει περισσότερο με κάτι που υπήρχε ήδη και απλώς βρήκε τον τρόπο να ακουστεί. Τα τραγούδια κινούνται χαμηλόφωνα, αλλά όχι διστακτικά. Υπάρχουν επειδή πρέπει, όχι για να πείσουν.

    Η συνάντηση της Εύας με τον Σέργιο βασίστηκε σε μια σπάνια συνθήκη εμπιστοσύνης. Δεν υπήρξαν οδηγίες, ούτε κοινό λεξιλόγιο από την αρχή. Υπήρξε χρόνος, ακρόαση και μια αίσθηση ότι οι λέξεις και οι μελωδίες γνώριζαν ήδη πού να πάνε. Ο δίσκος στήθηκε σαν γέφυρα, όχι σαν δήλωση.

    Σε μια σκηνή που συχνά ζητά εξήγηση και ταχύτητα, το NTISNEY επιλέγει την αργή κατανόηση. Δεν κλείνει το μάτι στον ακροατή. Του αφήνει χώρο να μπει, αν θέλει. Η συζήτηση που ακολουθεί δεν επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει το έργο, αλλά να φωτίσει τον τρόπο που φτιάχτηκε: από λέξεις, σιωπές και μια κοινή αίσθηση μέτρου.

    Read More
  • Sly Stone: Το άχθος μιας ιδιοφυΐας...

    Sly Stone: Το άχθος μιας ιδιοφυΐας...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Ο Sly Stone (κατά κόσμον Sylvester Stewart) άρχισε να εμφανίζεται σε συγκροτήματα στο λύκειο και σπούδασε μουσική θεωρία στο Solano Community College. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60, είχε πλέον εγκαταλείψει οριστικά το σχολείο για να εργαστεί ως DJ στον KSOL του Σαν Φρανσίσκο, έναν ραδιοσταθμό που ειδικευόταν στη soul. Συνεργάστηκε επίσης με πολλά ανερχόμενα συγκροτήματα.
    To 1966 ο Sly είχε ήδη δικό του συγκρότημά, τους Sly and the Stoners, το ίδιο και ο αδελφός του, ο Freddie, τους Freddie and the Stone Souls. Τα δυο αδέλφια αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την ιδέα το νέο σχήμα να περιλαμβάνει λευκούς και μαύρους μουσικούς, άνδρες και γυναίκες, που θα έπαιζαν όργανα και θα τραγουδούσαν – κάτι μάλλον πρωτότυπο για την εποχή. Οι Sly and the Family Stone άρχισαν να εμφανίζονται μαζί το 1967 και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους, A Whole New Thing.

    Read More
  • Bog art -

    Bog art - "The Dance of Broken Promises" (CD και ψηφιακή έκδοση, 2026)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    φωτογραφία: Τηλέμαχος Παπαδόπουλος (qoq photos)

    Fracture as form...

    Οι Bog art δεν υπήρξαν ποτέ μπάντα της άνεσης. Από την αρχή κινούνται σε μια ζώνη εσωτερικής τριβής: πίστη και αμφιβολία, εγγύτητα και απόσταση, έρωτας και αποσύνθεση. Το The Dance of Broken Promises (2026), ο τέταρτος δίσκος τους, δεν προσπαθεί να συμφιλιώσει αυτές τις αντιθέσεις. Τις αφήνει να συνυπάρχουν. Και χτίζει έναν δίσκο πάνω στη διάρκεια, όχι στην κάθαρση.

    Read More
  • To

    To "The Weight of Forever" των HeadQuake, μια ηχητική επένδυση για δρόμους χωρίς επιστροφή...

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Υπάρχουν δίσκοι που δεν γράφονται για ακρόαση με ακουστικά. Γράφονται για μακρινά road trips, για νύχτες που το κοντέρ γράφει χιλιόμετρα και ο χρόνος χάνει το νόημά του, για δρόμους που δεν ξέρεις αν σε βγάζουν κάπου ή απλώς σε απομακρύνουν από όλα τα υπόλοιπα. Το The Weight of Forever των HeadQuake είναι ακριβώς αυτός ο δίσκος...

    Read More
  • «Η βελόνα και η ζημιά που έκανε»: Ένας μικρός φόρος τιμής στον Ντάνι Γουίτεν…

    «Η βελόνα και η ζημιά που έκανε»: Ένας μικρός φόρος τιμής στον Ντάνι Γουίτεν…

     
    Φαντάσου ένα μικρό κλαμπ στο Λος Άντζελες, το 1968. Τρία παιδιά από το Οχάιο βρίσκονται στη σκηνή· μετά βίας τα βγάζουν πέρα. Λέγονται The Rockets. Είναι καλοί, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται.
    Και τότε μπαίνει ο Νιλ Γιανγκ... 
    Ο Γιανγκ μόλις είχε φύγει από τους Buffalo Springfield. Έψαχνε έναν ήχο, κάτι ωμό και ηλεκτρικό, που να ταιριάζει με τη μουσική που ούρλιαζε μέσα στο κεφάλι του. Όταν άκουσε την κιθάρα του Ντάνι Γουίτεν, ήξερε ότι το είχε βρει.
    «Θες να τζαμάρουμε;» ρώτησε ο Γιανγκ μετά τη συναυλία.
    Αυτή η ερώτηση άλλαξε τα πάντα.

    Read More
  • Νίκος Κοντογούρης: «Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι λιγάκι περήφανος για αυτά που έχω κάνει, είναι ότι έμαθα στον κόσμο κάποια πράγματα...»

    Νίκος Κοντογούρης: «Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι λιγάκι περήφανος για αυτά που έχω κάνει, είναι ότι έμαθα στον κόσμο κάποια πράγματα...»

    Ο Μike Πούγουνας και ο Γιάννης Καστανάρας συζητούν εφ' όλη της ύλης με τον Νίκο Κοντογούρη

    Για τους ανθρώπους που αγόραζαν δίσκους και διάβαζαν μουσικά έντυπα, είναι αισθητή η απουσία, τα τελευταία χρόνια, του Νίκου Κοντογούρη, ενός ανθρώπου – κινητή εγκυκλοπαίδεια.
    Υπάρχουν πολλοί λάτρεις της μουσικής που λόγω ηλικίας, δεν τον γνωρίζουν.
    Ο Νίκος, γεννήθηκε στην Καλλιθέα αλλά μεγάλωσε, στην δεκαετία του ’60, στα βόρεια προάστια και εμείς τον γνωρίσαμε μέσα από τις σελίδες του Ποπ και Ροκ , του Zoo , του φανζίν Psychagogos που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην δεκαετία του ’80 με κασέτα και φυσικά μέσα από το δισκοπωλείο του, το Art Nouveau.
    Κάποια στιγμή, πριν μερικά χρόνια ο Νίκος αποχώρησε από τον χώρο και συνταξιοδοτήθηκε.
    Μιας και ήμασταν γνωστοί για πολλά χρόνια, Πούγουνας και Καστανάρας αποφασίσαμε να τον βρούμε και να κάνουμε μια συζήτηση μαζί του, ώστε να τον συστήσουμε σε εκείνους που τον γνωρίζουν αλλά και σε εκείνους που θα ήθελαν να τον μάθουν. Βρήκαμε ένα ωραίο καφέ στην πλατεία του Νέου Ηρακλείου και αφού είπαμε τα νέα μας, μιας και είχαμε καιρό να βρεθούμε, έγινε η αρχή…

    Read More
  • Eli  and The Portraits: «H ζούγκλα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς αποδοχή...»

    Eli and The Portraits: «H ζούγκλα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς αποδοχή...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη


    Δεν ακούς αυτόν τον δίσκο. Τον διασχίζεις. Το The Jungle Within ξεκινά σαν χαμηλός παλμός και καταλήγει να γίνεται τοπίο. Ένα τοπίο εσωτερικό, πυκνό, γεμάτο φωνές που δεν ζητούν εξηγήσεις αλλά παρουσία. Οι Eli and the Portraits στήνουν ένα αφήγημα που ακουμπά περισσότερο στην εμπειρία παρά στη φόρμα, περισσότερο στο βίωμα παρά στο είδος.

    Εδώ το concept δεν είναι κόλπο, είναι επιβίωση. Ζώα που μιλούν σαν άνθρωποι, άνθρωποι που κρύβονται πίσω από ζώα, τραγούδια που λειτουργούν σαν συνεδρίες, σαν συλλογική κατάθεση.

    Η μουσική αντλεί από folk, post-rock, θεατρικότητα και υπόγεια ένταση, αλλά τίποτα δεν κρατιέται ως αναφορά.

    Όλα υπηρετούν την αφήγηση. Το The Jungle Within ζητά χρόνο, αλλά τον επιστρέφει πολλαπλασιασμένο. Με νόημα. Τους ευχαριστώ για τον χρόνο τους.

    Read More
  • Νίκος Σκαλκώτας: Ο καλλιτέχνης που διάβαζε τον κόσμο μέσα από τους ήχους του...

    Νίκος Σκαλκώτας: Ο καλλιτέχνης που διάβαζε τον κόσμο μέσα από τους ήχους του...

    Γράφει ο Προκόπης Σαμαρτζής

    Στην άκρη μιας εποχής που άλλαζε με ορμή, γεννήθηκε ένας άνθρωπος που δεν άκουγε απλώς τον κόσμο• τον διάβαζε μέσα από τους ήχους του. Από τη Χαλκίδα ως το Βερολίνο και πάλι πίσω στην Αθήνα, κουβαλούσε μαζί του μια αόρατη βαλίτσα γεμάτη μελωδίες που δεν είχαν ακόμη ειπωθεί, ρυθμούς χωρίς σύνορα και χρώματα που δεν υπάκουαν σε καμία γνωστή παλέτα. Όλα αυτά ζωντάνευαν όταν ακουμπούσε απαλά το δοξάρι πάνω στο αγαπημένο του μουσικό όργανο, το βιολί. Εκεί, πάνω στις χορδές του, έβρισκε καταφύγιο και περιπέτεια μαζί.

    Read More
  • Loud Silence: «Ο χρόνος αποκτάει νόημα όταν αντιμετωπίζεται συνολικά. Αλλιώς μας τρώει...»

    Loud Silence: «Ο χρόνος αποκτάει νόημα όταν αντιμετωπίζεται συνολικά. Αλλιώς μας τρώει...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη 

    Αν κάτι διαπερνά το Filled With Nothing/Feeling like GOD από την πρώτη νότα, είναι η αίσθηση ότι τίποτα δεν στέκεται μόνο του. Πληρότητα και κενό, ένταση και σιωπή, κίνηση και παύση συνυπάρχουν χωρίς να αναιρούνται. Η μπάντα δεν επιχειρεί να εξηγήσει τις αντιφάσεις της εποχής, αλλά να τις κατοικήσει.

    Read More
  • 39 Clocks: Aντίσταση στην ομοιομορφία...

    39 Clocks: Aντίσταση στην ομοιομορφία...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Το γερμανικό πειραματικό ντουέτο 39 Clocks εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970, κατακτώντας μια ξεχωριστή θέση στην post-punk και underground μουσική σκηνή της εποχής. Με οδηγό τον μινιμαλισμό των Velvet Underground, ο Christian Henjes, γνωστός ως C.H. 39, και ο Jürgen Gleue, γνωστός ως J.G. 39, άναψαν τις μηχανές των 39 Clocks στο Ανόβερο χρησιμοποιώντας ελάχιστα όργανα για τις υπνωτικές επαναλήψεις και μια avant-garde προσέγγιση στον ήχο. Η μουσική τους συχνά αντλούσε έμπνευση από το garage, την ψυχεδελική μουσική και το krautrock, διατηρώντας παράλληλα μια στεγνή ωμότητα που τους ξεχώριζε από τα πιο εμπορικά συγκροτήματα της εποχής. Μέχρι το 1979, είχαν ήδη αποκτήσει φήμη για τις αντισυμβατικές τους εμφανίσεις, παίζοντας συχνά σε ημίφως και εστιάζοντας περισσότερο στην ατμόσφαιρα παρά στο θέαμα.

    Read More
  • Little Willie John:  rhythm ‘n’ blues από τη «στενή»...

    Little Willie John: rhythm ‘n’ blues από τη «στενή»...

    Γράφει ο Θανάσης Μήνας 

    Ο σύντομος βίος του Little Willie John υπήρξε σχεδόν μυθιστορηματικός. Γεννημένος στο Κάλεντεϊλ του Άρκανσω τον Νοέμβριο του 1937, με το ονοματεπώνυμο William Edward John, ήταν ο μικρός αδελφός της τραγουδίστριας Mable John -από τις ελάχιστες που έγραψαν τόσο για την Tamla όσο και για τη Stax.

    Read More
  • The Man & His Failures - Survival Kit (Geheimnis Records, 2025)

    The Man & His Failures - Survival Kit (Geheimnis Records, 2025)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Μια βουτιά στην αστική δυστοπία των The Man & His Failures, όπου κάθε σύνθεση ισορροπεί ανάμεσα σε industrial ρυθμούς, EBM ηλεκτρισμό και darkwave ατμόσφαιρα, αποκαλύπτοντας ένα concept  άλμπουμ που ζει, αναπνέει και απαιτεί πλήρη παρουσία.

    Read More
  • One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #10)

    One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #10)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    “Every revolution begins fighting demons. Motherfuckers just end up fighting themselves.”

    Η φράση ακούγεται σχεδόν κουρασμένα, χωρίς στόμφο. Και όμως, μέσα της χωρά ολόκληρο το One Battle After Another (2025). Ο Paul Thomas Anderson δεν ενδιαφέρεται για την αρχή της επανάστασης. Τον ενδιαφέρει η φθορά της. Το σημείο όπου η ιδέα έχει επιβιώσει, αλλά οι άνθρωποι όχι.

    Read More
  • Γιώργος Μικάλεφ:

    Γιώργος Μικάλεφ: "Γίνομαι ακραίος γιατί αφενός σιχαίνομαι τον καθωσπρεπισμό και αφετέρου είναι τόσο ακραία αυτά που ζούμε, που η πραγματικότητα ξεπερνάει την φαντασία..."

    Ο καλλιτέχνης Γιώργος Μικάλεφ συστήνεται στο Merlin's και απαντάει στις ερωτήσεις του Γιάννη Καστανάρα

    Γεννήθηκα στην Κέρκυρα και η καταγωγή μου είναι από τη Μάλτα. Εξ ου και το ξενικό επώνυμο. Μεγάλωσα στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο επεξεργασίας Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης. Ζωγράφιζα από μικρός όπως όλα τα παιδιά και απλά δεν σταμάτησα μεγαλώνοντας. Οι πρώτες μου επιρροές στη ζωγραφική δεν ήταν τόσο οι “Μεγάλοι Παλαιοί” ζωγράφοι όσο η punk μουσική. Αν αρκούν τρία ακόρντα για να ξεκινήσεις να παίζεις μουσική, τότε αρκεί ένα μολύβι και χαρτί για να ξεκινήσεις να ζωγραφίζεις. Ιδέες να κατεβάζει το κεφάλι σου και τον δρόμο σου τον βρίσκεις. Δίχως διαδίκτυο, καλλιτεχνικό περιβάλλον ή σπουδές, ήταν κάπως δύσκολο να αποκτήσω ανάλογη παιδεία. Έπαιρνα όποτε μπορούσα αυτούς τους τόμους με τους ζωγράφους που πήγαιναν πακέτο με τις εφημερίδες. Όταν έπεσε στα χέρια μου ένας τόμος με το ως τότε έργο του Εδουάρδου Σακαγιάν ήταν αποκάλυψη για μένα...

    Read More
  • Fuzz, Farfisa, ντέφι: Οι  Dionysians μιλούν για το

    Fuzz, Farfisa, ντέφι: Οι Dionysians μιλούν για το "Να Κάψουμε το Χθες", την ανάγκη για φυγή και τη "διονυσιακή" ενέργεια του ελληνικού garage rock...

    Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Δεν χρειάζονται κραυγές για να τραβήξεις την προσοχή όταν ο ήχος έχει λόγο ύπαρξης. Το Να Κάψουμε το Χθες των The Dionysians εμφανίζεται αθόρυβα, αλλά μένει - ένα ντεμπούτο που θυμίζει γιατί το ελληνικό garage rock έχει ακόμη σφυγμό, ιδρώτα και αλήθεια. Με fuzz κιθάρες, Farfisa σε πρώτο πλάνο και ελληνικό στίχο που μιλά χωρίς φίλτρα, η μπάντα χτίζει έναν κόσμο ζωντανό και ανεπεξέργαστο, σαν να γράφτηκε σε πραγματικό χρόνο, μέσα σε ένα δωμάτιο που βράζει από ένταση.

    Μίλησα για λογαριασμό του merlis.gr μαζί τους για τη γέννηση του project, τη συνειδητή ακατέργαστη παραγωγή, την ανάγκη να «καεί» το χθες και το γιατί, σε μια εποχή λείου indie ήχου, εκείνοι επιλέγουν να κρατήσουν τις κιθάρες μπροστά και την ενέργεια ωμή.

    Read More
  • 1
  • 2

Ο Γεννάδιος Αρβανίτης, γεννημένος στο Βερολίνο το 1992, δραστηριοποιείται εδώ και πάνω από μια δεκαετία στη μουσική ως Degear0001 - ένα προσωπικό project που κινείται στον αστερισμό της πειραματικής electronica, του DIY glitch-pop, και της sample-based μουσικής performance. Με σπουδές βιολιού και ιστορικό σε punk μπάντες και φιλαρμονικές, κατέληξε να παίζει σόλο με samplers, loopers και χακαρισμένα παιχνιδάκια ήχου, σε ένα προσωπικό language που φέρνει στον νου τον Mr. Oizo, τους Deerhoof και τη γαλλική house που δεν φοβάται το λάθος.

Έχει ήδη κυκλοφορήσει τέσσερα άλμπουμ (Caotronic, Tronologic [ψηφιακές κυκλοφορίες], Retrocurrency [2020] και Acrobatic Memory [2023], έχει εμφανιστεί σε ανεξάρτητα φεστιβάλ και στέκια, ενώ το όνομά του - που προέρχεται από τον παλιό του εταιρικό κωδικό εργαζομένου - επιβιώνει γιατί, όπως λέει, “δεν βρήκε κάτι καλύτερο”.

Το A Space OCD, που κυκλοφορεί τώρα από τη Mekka Records σε βινύλιο και όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες, είναι το πιο ώριμο, αλλά και το πιο ελεύθερο έργο του μέχρι σήμερα. Μια δουλειά που δεν προσποιείται τίποτα, αλλά κουβαλά μια φουτουριστική παιδικότητα που συγκινεί.

Μίλησα μαζί του για τον ρόλο της τυχαιότητας, τις sci-fi αφηγήσεις, το circuit-bending ως διαλογισμό, τη νοσταλγία του φουτουρισμού, αλλά και για το πόσο απελευθερωτικό είναι να χτίζεις τη μουσική σου χωρίς να προσπαθείς να είσαι κάτι συγκεκριμένο. Ίσως τελικά αυτό να είναι η νέα πειραματική ποπ: ένα ασφαλές χάος που μοιάζει με σένα, όταν σταματάς να προσπαθείς να μοιάσεις σε κάποιον άλλον.

**********************

Το A Space OCD μοιάζει με έναν μικρό ηχητικό πλανήτη, φτιαγμένο από αναμνήσεις, live loops και glitchy textures. Τι σημαίνει για σένα ο όρος "πειραματική ποπ" και πώς τον επαναπροσδιορίζεις με αυτό το άλμπουμ;

Για μένα ο όρος πειραματική ποπ σημαίνει το να υπάρχει μια ελευθερία φόρμας, ηχοχρωμάτων και χροιών, που καθορίζεται από την δημιουργική διαδικασία και την τυχαιότητα μέσα σε αυτήν, διατηρώντας όμως ποπ αισθητική -που σημαίνει- πιασάρικες μελωδίες και στιγμές που μπορούν να σου μείνουν στο μυαλό. Η πρώτη μου επαφή με τον όρο, ήταν με ένα σχήμα που λατρεύω ‘Micachu & The Shapes’, του οποίου ο ήχος, πράγματι είναι πιασάρικες μελωδίες-λόγια, με έναν unconventional τρόπο.
Σε αυτό το άλμπουμ πειραματίστηκα με πολλές μεθόδους ηχογράφησης, και με πολλά αυτοσχέδια όργανα που παράγουν ιδιαίτερους ήχους, παρόλα αυτά, μου αρέσει το συνολικό αποτέλεσμα να είναι ένα σχετικά συμβατικό άκουσμα.

 Το “Tiger Dancer” ξεκίνησε από μια απλή φράση. Τελικά κατέληξε να γίνει κάτι σαν μανιφέστο. Πώς μετατρέπεται μια ατάκα σε ταυτότητα;

Δεν είχα σκοπό να μετατρέψω την ατάκα αυτή σε κάτι, αλλά μου φαίνεται πολύ αστείο το σενάριο στο οποίο τα είχα σκεφτεί όλα από πριν. Η ταυτότητα προέκυψε λόγω των γραφιστικών. Η Εύα Μπόλου είχε την ιδέα να γίνει σήμα κατατεθέν η τίγρης επειδή της φάνηκε ότι η φιγούρα αυτή θυμίζει τον Degear0001 σαν περσόνα. Μετά απλώς κατάλαβα ότι μάλλον θα ήθελα να γίνει σήμα κατατεθέν γιατί θα με γλίτωνε από το να βρω κάτι άλλο. (χεχε)

Στο “Evil Bib” χρησιμοποιείς ηχογράφηση από ένα jam στο Underathens, ενώ το “Small Ass Outro” κλείνει με μια σχεδόν χορωδιακή αίσθηση κοινότητας. Πόσο σημαντικό είναι για σένα το «αυτοσχέδιο» και το «τυχαίο» μέσα στη διαδικασία;

Μέχρι να ξεκινήσω επίσημα να δουλεύω αυτό τον δίσκο μαζί με τον Ορέστη Παπαδόπουλο, για μένα το αυτοσχέδιο και τυχαίο μεσα στη διαδικασία ήταν το μόνο πράγμα που είχε σημασία. Τρεφόμουν πολύ από το να συμβαίνει κάτι που δεν έχω πλήρη έλεγχο, και ίσα ίσα, συμβαίνει τόσο τυχαία το οτιδήποτε που με εκπλήσσει συνεχώς, με συνέπεια να περνώ φανταστικά με τον εαυτό μου. Επειδή όμως η μουσική μου πέραν από ακατέργαστες σκέψεις και πειραματισμό, βασίζεται και πολύ στην μελωδία και ρυθμό, ήθελα να τιμήσω αυτόν τον δίσκο (σε σχέση με προηγούμενες κυκλοφορίες) και να το κάνω να ακούγεται ωραίο. Και σε αυτό συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και ο Ορέστης.

Η σχέση σου με το circuit-bending φαίνεται να είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλό ηχητικό πείραμα. Είναι μια μορφή hacking της πραγματικότητας;

Όπως το οτιδήποτε που κάνω τρέφεται από την τυχαιότητα, έτσι και το circuit-bending. Νομίζω ότι το βάζω στην κατηγορία ασχολιών, που βοηθούν να σπάσει η μονοτονία και βαρεμάρα της καθημερινότητας. Επειδή είμαι άνθρωπος που βαριέται πολύ εύκολα, το circuit-bending και ηχητικό hacking έχει αυτό το τυχαίο αποτέλεσμα που μου δίνει έμπνευση για νέα πράγματα. Πέραν αυτού, όποτε ασχολούμαι με αυτό και γενικότερα τα audio electronics, μπαίνω σε μια πολύ προσωπική στιγμή στην οποία μιλάω με το εαυτό μου, βυθίζομαι σε μια κατάσταση που δεν υπάρχει τίποτε άλλο γύρω μου, μια σχεδόν διαλογιστική κατάσταση.

Πόσο ρόλο έπαιξε το βερολινέζικο background σου στην ακουστική αισθητική του Degear0001; Είναι το Βερολίνο απλώς μια ανάμνηση ή μια ενεργή, βαθιά συναισθηματική αναφορά;

Επειδή έζησα στο Βερολίνο μέχρι τα 7 μου (παρόλο που λένε ότι ένα άτομο καθορίζεται από τα 5 πρώτα χρόνια), δεν έχω πολλές καθοριστικές αναμνήσεις που να έχουν άμεση επιρροή στην μουσική μου.
Οπότε πράγματι είναι απλώς μια ανάμνηση, που ίσως με έχει επηρεάσει σε πολλά θέματα, αλλά δεν είναι πολύ ξεκάθαρα πώς.

Η γαλλική house σκηνή, τα anime και τα video games: αυτά τα τρία στοιχεία έχουν κάτι κοινό - έναν συνδυασμό φουτουρισμού και νοσταλγίας. Πώς συνδέονται μέσα στον ήχο σου;

Δεν πρόλαβα το αρχικό κίνημα του φουτουρισμού, αλλά πάντα μου κινούσε πολύ το ενδιαφέρον το ότι υπάρχουν τόσες ιδέες για το πώς θα ήταν το άγνωστο (μέλλον, παράλληλα σύμπαντα κλπ), και το πώς συνδέονται με το γνωστό (ανθρώπινη ύπαρξη, ψυχολογία, σχέσεις κλπ). Η νοσταλγία μπαίνει στην εξίσωση από τη στιγμή που ο φουτουρισμός έχει πια ξεζουμιστεί σαν κόνσεπτ, και προσπαθούμε με αναφορά τον φουτουρισμό να γυρίσουμε πίσω στην ανθρωπότητα του τώρα.

Όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν, με έχουν πλάσει και είμαι ο Γεννάδιος που είμαι, και συνδέονται στον ήχο μου χωρίς πολλή σκέψη. Το βασικότερο όμως είναι ότι όταν γράφω/παίζω μουσική, μπαίνω σε κάποιον φανταστικό κόσμο και για λίγο δεν υπάρχει η πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς είναι που μου αρέσει και στα anime, τα videogames και την γαλλική house σκηνή. Τέλος, ο δίσκος αυτός για μένα είναι μια μικρή sci-fi ιστοριούλα που μπορεί να σε βυθίσει σε έναν φανταστικό κόσμο αν αφεθείς.

Το A Space OCD έχει φτιαχτεί σαν να μην ενδιαφέρεται για είδη, όρια ή εμπορικές ταμπέλες. Παρ’ όλα αυτά κυκλοφορεί σε βινύλιο, έναν αναλογικό φορέα γεμάτο «fetish». Ποια είναι η σχέση σου με το φυσικό μέσο;

Αρχικά το να βάλω ταμπέλες και να προσπαθήσω να παράξω κάτι έχοντας από πρίν ορίσει το είδος/ύφος, το μόνο που θα κατάφερνε είναι να μην χαίρομαι με το αποτέλεσμα και να περιορίζω την ανάγκη μου για δημιουργία και εξερεύνηση. Το μέσο του βινυλίου υπήρξε στη ζωή μου από μικρή ηλικία, μιας και στο σπίτι είχαμε πικάπ και αρκετούς δίσκους (από ρόκ, μέχρι κλασική μουσική, και μερικούς παιδικούς δίσκους στα ολλανδικά). Έχω επισκευάσει και μεταποιήσει κάμποσα πικάπ για ένα πρότζεκτ των trigger happy για το Subset Festival. Επίσης είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι το βινύλιο ακούγεται καλύτερα και καμιά φορά χτυπάω πόρτες και ρωτάω αν ‘θα θέλατε να σας μιλήσουμε για το βινύλιο;’

Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στον ήχο ως παιχνίδι και στη μουσική ως δομή. Εσύ πού στέκεσαι πάνω σ’ αυτή τη γραμμή;

Έχω κάποια βάση από μουσική παιδεία, οπότε με τα χρόνια έχω αναπτύξει μια καλή διαίσθηση για τον ήχο. Γι’ αυτό όταν βρίσκομαι σε δημιουργική κατάσταση, μπορώ εύκολα να δώσω μορφή και δομή σε πράγματα που προέκυψαν τυχαία. Νομίζω πως όσο περνάει ο καιρός και εξελίσσομαι σαν καλλιτέχνης, η “λεπτή γραμμή” ανάμεσα στο παιχνίδι και στη δομή αρχίζει να μοιάζει με δύο μονοπάτια που σιγά σιγά ενώνονται. Και τελικά δεν τα ξεχωρίζω πια τόσο εύκολα

Η τίγρη στον δίσκο είναι κατά κάποιο τρόπο ο γάτος σου σε μορφή pop-icon. Αν η μουσική σου ήταν ένα φανταστικό πλάσμα, τι θα ήταν;

Σε πολλά θέματα σίγουρα μου θυμίζει τον Jar Jar Binks από το Star Wars που προσπαθεί να είναι χρήσιμος αλλά αποτυγχάνει με τους πιό γελοίους τρόπους. Τα αιλουροειδή ταιριάζουν αρκετά επειδή φαίνεται να τους είναι πολύ δύσκολο να συγκεντρωθούν σε ένα πράγμα για πάνω από 3 δευτερόλεπτα. Δεν το έχω φανταστεί ποτέ σαν εικόνα, αλλά σίγουρα θα ήταν μια αστεία μείξη ζώων που δε θα βγάζει κάποιο ιδιαίτερο νόημα.

Αν έπρεπε να διαλέξεις ένα σημείο στο “A Space OCD” που να σε περιγράφει 100% ως δημιουργό, ποιο θα ήταν αυτό και γιατί;

Στο κομμάτι ‘Circuit Bendingo’, αν και θα έλεγα ότι όλο το κομμάτι με περιγράφει 100%, αν έπρεπε να διαλέξω ένα σημείο αυτού, θα ήταν προς το τέλος όπου τραγουδάω (μαζί με την Εύα, τον Ορέστη και την Βούλα) “it is time, it is time” μέχρι το τέλος του κομματιού. Σε αυτό το σημείο έχω πετύχει στο 100% το συναίσθημα μου και τον τρόπο σκέψης μου.

 


Degear0001 – A Space OCD

Μια μικρή sci-fi ιστορία για ανθρώπους που αγαπούν το λάθος περισσότερο από την τελειότητα...

Υπάρχουν άλμπουμ που προσποιούνται ότι είναι “πειραματικά” και άλμπουμ που είναι πειραματικά χωρίς να το κάνουν σημαία. Το A Space OCD του Degear0001 - κατά κόσμον Γεννάδιου Αρβανίτη - ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για έναν δίσκο που γράφτηκε με loopers, samplers, χακαρισμένα παιδικά παιχνίδια, φίλους που τραγουδάνε με πάθος και τον ήχο ενός κινητού που γράφει τυχαία σε ένα παραλιακό απόγευμα. Και παρά τα παραπάνω, δεν είναι δυσπρόσιτος. Ίσα-ίσα: σε τραβάει μέσα στον φαντασιακό του κόσμο με μια παιδική απλότητα και ένα ειλικρινές “δεν το παίρνω και τόσο σοβαρά”.

Από το πρώτο κομμάτι (Tiny Tea Leaves), γίνεται φανερό ότι ο δίσκος δεν ενδιαφέρεται να κερδίσει κανέναν με τον καθωσπρεπισμό του ή με κάποια κουλ ηχητική “ταυτότητα”. Οι ήχοι προκύπτουν οργανικά, τα samples δεν ακούγονται σαν “εφέ” αλλά σαν μέρος μιας εσωτερικής μνήμης, ενώ οι ρυθμοί (συχνά ακατάστατοι και μεταβαλλόμενοι) θυμίζουν τη δομή της ίδιας της σκέψης: κάτι ανάμεσα σε αυτοσχεδιασμό, ποπ συνείδηση και νοσταλγικό glitch.

Το Tiger Dancer, το πρώτο σινγκλ του άλμπουμ, ίσως είναι το πιο “πιασάρικο” κομμάτι που δεν τολμά να γίνει ποπ, και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί. Βασισμένο σε μια σειρά από αυθόρμητες λέξεις (“I’m a tiger / I’m a dancer”), και με την τίγρη να παίρνει τελικά θέση στο εξώφυλλο ως pop-icon, το κομμάτι λειτουργεί σαν παιχνίδι ταυτότητας – μουσικής και προσωπικής.

Η παραγωγή του Ορέστη Παπαδόπουλου προσφέρει έναν ήχο με βάθος, αλλά χωρίς φαντασμαγορία – θυμίζει περισσότερο μια παλιά, χειροποίητη κασέτα που βρήκες σε ένα κουτί με ξεχασμένα CD παρά ένα “καλογυαλισμένο” studio album. Ηχογραφήσεις με κινητό, ατελείωτα reworks, φυσικά τύμπανα (σε συνεργασία με τον Μιχάλη Κομινάκη και τον Πάνο Ντάλλα) και φίλοι που τραγουδούν “it is time, it is time” σαν μάντρα λίγο πριν το fade-out - όλα αυτά φτιάχνουν ένα αποτέλεσμα που δεν κυνηγά την τελειότητα, αλλά την αλήθεια μιας στιγμής.

Το Circuit Bendingo, το Where the Thing Goes, αλλά και το Small Ass Outro κλείνουν τον δίσκο σαν μια τελευταία σκηνή σε ταινία επιστημονικής φαντασίας με περιορισμένο budget και ανεξάντλητη φαντασία. Υπάρχει εδώ μια διάθεση να ακουμπήσεις το “φτηνό” με τρυφερότητα, να βρεις ομορφιά στο πρόχειρο, να αναδείξεις την συγκίνηση του πειράματος - και όχι του επιτεύγματος.

Όπως και τα anime, τα video games, ή η μουσική των Micachu, του Moondog και των Black Moth Super Rainbow, το A Space OCD χτίζει έναν κόσμο όπου οι αισθήσεις δεν ζητούν να οργανωθούν αλλά να απολαύσουν τη σύγχυση τους.

Το A Space OCD δεν είναι άλμπουμ “εύκολης” ακρόασης, αλλά ούτε και δύσκολης. Είναι ένας δίσκος που σου ζητά να τον αφήσεις να σε οδηγήσει - σαν τον Jar Jar Binks, ίσως, που προσπαθεί να φανεί χρήσιμος και καταλήγει να είναι αξιολάτρευτος μέσα στην αδεξιότητά του. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε πειραγμένες λούπες και παιχνιδιάρικες τίγρεις, ο Degear0001 σε πείθει ότι η πειραματική ποπ δεν είναι είδος. Είναι στάση ζωής.

bandcamp

facebook

instagram

 Mekka Records

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Sam Brace & The Merciless Bronze: Αποκλειστική συνέντευξη...

Μια συζήτηση με τη Σtella: Επιβραδύνοντας για να πας μπροστά...

 


image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 

Γραφτείτε στο newsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1