Guy Stevens: «Στον κόσμο υπάρχουν μόνο δύο Phil Spectors... και εγώ είμαι ο ένας από αυτούς!»

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Η περίπτωση του Guy Stevens ήταν πολύ ιδιάζουσα… Ήταν ένας τυπάκος που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1943 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έτυχε να έχει μια από τις πιο ενημερωμένες δισκοθήκες στην Αγγλία, πράγμα που τον έκανε περιζήτητο DJ και με μεγάλη επιρροή, όχι μόνο στο κοινό, αλλά και στα ίδια τα συγκροτήματα, με αποτέλεσμα να διαμορφώσει τον ήχο της βρετανικής σκηνής. O Stevens ήταν ο άνθρωπος που έφερε σε επαφή τους δημιουργούς των Procol Harum, Gary Brooker και Keith Reid. Μάλιστα, ο Stevens τους πρότεινε σαν όνομα το όνομα μιας γάτας, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν Procul Harun («Procul» ήταν το πρόθεμα του εκτροφέα), αλλά εκείνοι το σημείωσαν λάθος και έτσι βάφτισαν τα συγκρότημα Procol Harum.

O Stevens είναι ο άνθρωπος που βάπτισε και τους Mott the Hoople από το όνομα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Willard Manus το οποίο δημοσιεύτηκε το 1966 (σύμφωνα με τον συγγραφέα, «hoople» είναι οι συντηρητικού άνθρωποι σε θέσεις κλειδιά που κάνουν το σύστημα να λειτουργεί. Ο Norman Mott, ο ήρωας του βιβλίου, δεν είναι ένας «hoople», αλλά βιώνει διάφορες περιπέτειες σε ένα σύγχρονο σχόλιο για τη θρησκεία, τον πόλεμο και την ειρήνη, τον Νότο, τις φυλετικές διακρίσεις κ.ο.κ.)
Ο ίδιος άνθρωπος, ο Stevens, ήταν ο παραγωγός του άλμπουμ London Calling των Clash.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή...

Οι περισσότεροι Βρετανοί έφηβοι άρχισαν να ακούν μουσική στα μέσα της δεκαετίας του ’50 χάρη στους δίσκους των Elvis Presley, Chuck Berry και Little Richard. Σιγά-σιγά όμως, η μουσική βιομηχανία έκανε στην άκρη αυτά τα ονόματα για να παρουσιάζει νέους καλλιτέχνες, με αποτέλεσμα εκείνοι που άκουγαν τους προηγούμενους, να αναζητούν μια συνέχεια εκείνου του ήχου. Έτσι ανακάλυψαν τον πρωτόλειο ήχο του Αμερικάνικου rhythm and blues.
Για να γίνει όμως αυτό, οι πιτσιρικάδες ήταν αναγκασμένοι να αγοράζουν αμερικανικούς δίσκους εισαγωγής και μ’ αυτά και μ’ αυτά, μέχρι το 1962 ο Guy Stevens, ο οποίος έβγαζε τα προς το ζην δουλεύοντας ως ασφαλιστής, είχε αποκτήσει την πιο ενημερωμένη δισκοθήκη αμερικανικού rhythm and blues στην Μεγάλη Βρετανία, ένα είδος που ακόμα δεν είχε μεγάλο κοινό στο νησί, κάτι που όμως εκείνη την χρονιά άρχισε να αλλάζει χάρη στους Rolling Stones και την επιτυχία τους.
Κάπως έτσι ξεκίνησε το βρετανικό R&B στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 και άρχισε να απειλεί τη δημοτικότητα των Beatles και την σκηνή του Merseybeat.
Το 1964, πολλές μπάντες έπαιζαν πλέον όπως οι Rolling Stones σε ολόκληρη την Αγγλία, ακόμα και στο Λίβερπουλ.

Τον Μάρτιο του 1963, άνοιξε στο Σόχο το Scene, ένα από αυτά τα κλαμπ ιδιοκτησίας του Ιρλανδού επιχειρηματία Ronan O'Rahilly, ένα όνομα που έχει γραφτεί στην ιστορία, κυρίως για τον πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό Radio Caroline, τον οποίο δημιούργησε το 1964 με τον Alan Crawford, με αρχικό σκοπό να παρακάμψουν τον έλεγχο των δισκογραφικών εταιρειών στη μετάδοση μουσικής στο Ηνωμένο Βασίλειο και να σπάσουν το μονοπώλιο των ραδιοφωνικών εκπομπών του BBC.
Ενώ στην αρχή ήταν ένας πειρατικός σταθμός χωρίς άδεια από καμία κυβέρνηση, το Radio Caroline μετέδιδε από διεθνή ύδατα και από το 1964 μέχρι το 1990 χρησιμοποίησε πέντε διαφορετικά πλοία και είχε τρεις διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Το 1967, οι Βρετανοί υπήκοοι που άκουγαν το συγκεκριμένο ραδιοσταθμό διέπρατταν κανονική παρανομία.
Το 1963, ο Guy Stevens εγκαινίασε στο κλαμπ του O'Rahilly μια «R&B Disc Night» που καθιερώθηκε κάθε Δευτέρα βράδυ, παίζοντας κυρίως δίσκους «μαύρων» δισκογραφικών εταιρειών όπως η Stax, η Chess και η Motown. Αυτές οι βραδιές άρχισαν να προσελκύουν το κοινό των mods, αλλά και μουσικούς όπως μέλη των Rolling Stones, των Beatles, των Who, των Yardbirds, των Small Faces και άλλους.

Σε μια συνέντευξη το 2000, η σύζυγος του Stevens, Diane Cox, θυμόταν ότι «η φάση στο κλαμπ Scene ήταν κυρίως για τους mods. Ήταν το μετά το τέλος του σαββατοκύριακου επειδή γινόταν Δευτέρα βράδυ. Δεν ξέρω αν οι θαμώνες ήταν ακόμα φτιαγμένοι από τις αμφεταμίνες, αλλά εκείνη την εποχή δούλευες όλη την εβδομάδα και αφού αγόραζες χάπια, έβγαινες και πήγαινες στο κλαμπ Flamingo. Αν, τώρα, τη Δευτέρα άντεχες ακόμα, πήγαινες στο Scene». Το Scene έγινε τόσο δημοφιλές που ακόμα και το αμερικανικό περιοδικό Time έγραψε για αυτό.
Εκείνη την εποχή οι περισσότερες μπάντες έπαιζαν διασκευές και ο Stevens προμήθευε πολλά συγκροτήματα με τραγούδια, χρεώνοντας πέντε λίρες την κάθε κασετοσυλλογή που τους έφτιαχνε. Έγραφε κασέτες με R&B τραγούδια για τους Spencer Davis Group, τους Animals, τους Beatles, τους Stones, τους Who και άλλους, και όλοι αυτοί τον επισκέπτονταν συχνά στο σπίτι του για να ενημερώνονται.
Μάλιστα, η ζήτηση για R&B ήταν τόσο μεγάλη που κάποιες βρετανικές εταιρίες άρχισαν να κυκλοφορούν αμερικανικούς δίσκους και, το 1963, η Pye Records, η οποία κυκλοφορούσε βρετανικές κόπιες της Chess Records και της Checker Records, προσέλαβε τον Stevens για να επιλέγει τα δισκάκια της «R&B series» που θα κυκλοφορούσε και εκείνες οι επανεκδόσεις γίνονταν από τους δικούς του δίσκους και όχι από τα κανονικά μάστερ των Αμερικανών.
Η εφημερίδα Record Mirror τον προσέλαβε για να γράψει για τον Muddy Waters, τον Howlin’ Wolf, τον Chuck Berry και άλλους, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν ακόμα άγνωστοι στο ευρύτερο βρετανικό κοινό.
Το 1964, ο Chris Blackwell, ο Τζαμαϊκανο-Βρετανός ιδιοκτήτης της Island Records, πρότεινε στον Guy Stevens να αναλάβει το παράρτημα της αμερικανικής Sue Records στην Αγγλία, ως παρακλάδι της Island που ειδικευόταν κυρίως σε ska καλλιτέχνες. Εκείνος δέχτηκε και από το 1964 και μετά η βρετανική Sue κυκλοφόρησε στην Μεγάλη Βρετανία μια σειρά από επιτυχημένα σινγκλ καλλιτεχνών όπως οι Ike and Tina Turner, Rufus Thomas, Elmore James, Wilbert Harrison, Donnie Elbert, και Inez and Charlie Foxx, με πρώτη επιτυχία το «My Boy Lollipop» της Millie Small, ένα τραγούδι που είχε γράψει στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 ο Robert Spencer των Cadillacs. Η εκτέλεση που κυκλοφόρησε η Millie Small το 1964, είχε παρόμοιο ρυθμό και έγινε μεγάλη επιτυχία φτάνοντας στο νούμερο 2 της Μεγάλης Βρετανίας, στο νούμερο 1 της Ιρλανδίας και στο νούμερο 2 των Ηνωμένων Πολιτειών, πίσω από το «I Get Around» των Beach Boys, πουλώντας πάνω από 7 εκατομμύρια αντίτυπα και συστήνοντας στον κόσμο την ska μουσική.
Το 1964, η Sue άρχισε να επεκτείνεται υπογράφοντας τους Spencer Davies Group, στους οποίους ο Stevens έδινε τραγούδια για να τα παίζουν. Κι ο ίδιος όμως χρησιμοποίησε την εταιρεία όχι μόνο για να κυκλοφορήσει δισκάκια της αμερικάνικης Sue αλλά και άλλων, μικρότερων δισκογραφικών εταιριών όπως η Stax ή η Chess. Στα μέσα του 1965 η Sue είχε αποκτήσει πλέον μεγάλη επιρροή, αν αναλογιστεί κανείς ότι μέχρι τότε είχε κυκλοφορήσει καμιά εκατοστή 45άρια και αρκετά άλμπουμ.
Ο George Harrison, μάλιστα, είχε γίνει συνδρομητής της Sue αγοράζοντας κάθε καινούργια κυκλοφορία που έβγαινε στην αγορά. Οι Rolling Stones και οι Who ήταν φανατικοί υποστηρικτές της, αλλά αν και η εταιρία πήγαινε καλά, δεν γνώριζε πολλές επιτυχίες στα τσαρτ, κάτι που ο Stevens χρέωνε στο γεγονός ότι «οι έγχρωμοι δεν έχουν γίνει αποδεκτοί στην χώρα μας και οι δικοί μας καλλιτέχνες είναι όλοι μαύροι».

Όπως έλεγε, «Aυτό που δεν αρέσει στον μέσο ακροατή φαίνεται πως αρέσει στους Who και στους Rolling Stones. Οι Who χρησιμοποίησαν ένα από τα τραγούδια μας, το “Daddy Rollin’ Stone” που το είχαν ακούσει μια βραδιά που με επισκέφτηκαν». Το τραγούδι ήταν η δεύτερη πλευρά του «Anyway Anyhow Anywhere».
O Stevens ήταν επίσης πρόεδρος της Chuck Berry Appreciation Society στη Μεγάλη Βρετανία, ενώ ο λόγος του έπαιζε μεγάλο ρόλο σε κυκλοφορίες του Chuck Berry, του Bo Diddley και άλλων καλλιτεχνών της Chess και της Checker. Μάλιστα, ο Stevens πλήρωσε την εγγύηση για την αποφυλάκιση του Berry προκειμένου να περιοδεύσει στο Βρετανία.
Το 1965 ο Blackwell πρότεινε στον Stevens να αναλάβει παραγωγές δίσκων και ο πρώτος που έκανε ήταν ένα σινγκλ του Alex Harvey και τα ζωντανά ηχογραφημένα άλμπουμ των Larry Williams και Lee Dorsey.
Την επόμενη χρονιά ο Stevens διορίστηκε επικεφαλής του τμήματος καλλιτεχνών και ρεπερτορίου της Island Records και η πρώτη μπάντα που υπέγραψε ήταν οι V.I.P.s από το Μπέρμιγχαμ αφού τους μετονόμασε σε Art.
Η ψυχεδελική μουσική έπαιρνε τα πάνω της και άρχισε να αρέσει στον Stevens που ανέλαβε την παραγωγή του πολύ καλού άλμπουμ των Art, Supernatural Fairy Tales. Αν και ο δίσκος έχει κυρίως συνθέσεις του συγκροτήματος, συμπεριλαμβάνονται δύο διασκευές, στο «Come on Up» των Young Rascals και στο «For What It's Worth» των Buffalo Springfield.
Μετά από αυτό το άλμπουμ, το συγκρότημα ψιλοδιαλύθηκε μέχρι που ο Blackwell τους σύστησε τον Αμερικανό κιμπορντίστα Gary Wright, οπότε άλλαξαν πάλι όνομα, αυτή τη φορά σε Spooky Tooth.
Παραγωγός στο ντεμπούτο άλμπουμ των Spooky Tooth ήταν ο Jimmy Miller που είχε κάνει παραγωγή στους Spencer Davis Group, στους Traffic, στους Rolling Stones και στο σούπερ γκρουπ των Blind Faith, οπότε γενικά υπήρχε μια επαφή μεταξύ τους. Αργότερα, οι Judas Priest θα διασκεύαζαν το «Better by You, Better than Me» από το άλμπουμ Spooky Two.
To 1966, έπειτα από αμέτρητες επιδρομές της αστυνομίας, το The Scene έκλεισε αλλά τότε ο Stevens ήδη δούλευε για την Island.
Η επόμενη παραγωγή του ήταν το πρότζεκτ Hapshash and the Colored Coat, μια γραφιστική και μουσική συνεργασία των σχεδιαστών Michael English και Nigel Waymouth που είχε ως αποτέλεσμα το άλμπουμ Featuring the Human Host and the Heavy Metal Kids.
Τόσο ο English όσο κι ο Waymouth είχαν γίνει γνωστοί για τις ψυχεδελικές τους αφίσες με τις οποίες διαφήμιζαν συναυλίες και πάρτι που έκαναν καλλιτέχνες και μαγαζιά. Οι ψυχεδελικές μεταξοτυπίες τους ήταν τόσο καλές που πουλιόντουσαν στα μαγαζιά της Carnaby Street ενώ το πρώτο τους άλμπουμ Featuring The Human Host And The Heavy Metal Kids (οι Human Host ήταν το συγκρότημα των Art) κυκλοφόρησε στις αρχές του 1967 και θεωρείται ότι επηρέασε τους Γερμανούς Amon Düül, αλλά και μέρη του άλμπουμ Their Satanic Majesties Request των Rolling Stones. O English και τον Waymouth φιλοτέχνησαν επίσης αφίσες για το UFO Club, (οι ιδιοκτήτες του οποίου τους είχαν φέρει σε επαφή), το Middle Earth Club, το undergound περιοδικό Oz και για τους Pink Floyd, τους The 5th Dimension, τους Move, τους Crazy World of Arthur Brown, τους Soft Machine, και τους Incredible String Band. Το έργο τους ενέπνευσε τον σουρεαλιστή καλλιτέχνη Mark Wilkinson (γνωστό για τις συνεργασίες του με τους Marillion, τους Judas Priest, και τους Iron Maiden).
Οι English και Waymouth έστησαν ένα μικρό στούντιο στην Princedale Road στο Χόλαντ Παρκ, κοντά στα γραφεία τουOz όπου, σύμφωνα με τον αρχισυντάκτη του περιοδικού Richard Neville, «η μόνη τους έμπνευση ήταν το LSD και τακτικός “ταξιδιωτικός συνεπιβάτης” τους ο Pete Townshend».
Το 1969 κυκλοφόρησαν ένα δεύτερο άλμπουμ με τίτλο Western Flier.

Η επόμενη κίνηση του Stevens τo 1967, ήταν να φέρει σε επαφή τον Keith Reid με τον κιμπορντίστα Gary Brooker του beat συγκροτήματος Paramounts, μιας μπάντας για τις οποίες ο Stevens έγραφε τις μουσικές επιλογές του και που το 1964 είχε γνωρίσει επιτυχία με το τραγούδι «Poison Ivy».
Σε κάποιο πάρτι, ο Reid άκουσε τον Stevens να λέει ότι εκείνη την βραδιά κάποιος είχε γίνει μια «πιο λευκή απόχρωση του γκρίζου» (a whiter shade of pale) και αυτό έδωσε στους Reid και Brooker την ιδέα για να αρχίσουν να δουλεύουν πάνω στο πρώτο τους κομμάτι. Το τραγούδι ενθουσίασε τον Stevens και, όπως προαναφέρθηκε, πρότεινε να δώσουν στο νέο συγκρότημα το όνομα της γάτας για να καταλήξουν στο Procol Harum.
Εδώ φαίνεται ότι με τις νέες μουσικές προτιμήσεις αρχίζει να δημιουργείται μια απόσταση ανάμεσα στον Stevens και στον Blackwell επειδή αν και ο πρώτος ήθελε να υπογράψει τους Procol Harum στην Island, το συγκρότημα δεν άρεσε καθόλου στον δεύτερο (ο άνθρωπος άκουγε άλλα πράγματα). Έτσι οι Procol Harum υπέγραψαν τελικά με την Deram και το «A Whiter Shade of Pale» έγινε ένα από τα πιο επιτυχημένα τραγούδια στην ιστορία της μουσικής.
Το 1967 ο Stevens φυλακίστηκε για αρκετούς μήνες λόγω ναρκωτικών και τότε κάποιοι έκλεψαν την δισκογραφική συλλογή του από το σπίτι της μητέρας του προκαλώντας του νευρικό κλονισμό. Πάντως, όταν αποφυλακίστηκε, ανέλαβε την παραγωγή σε δίσκους των Free, των Mighty Baby, και των Heavy Jelly.
Η επόμενη μπάντα που είχε τον ήχο που έψαχνε o Stevens ήταν οι Mott the Hoople. Αυτό που του άρεσε στο συγκεκριμένο συγκρότημα ήταν ο συνδυασμός των πλήκτρων με το πιάνο, όπως το είχε δει στους Procol Harum και στους Spooky Tooth, αφού πίστευε ότι αυτός ήταν ο ήχος του μέλλοντος – έπρεπε να ακούγεται σαν ένας συνδυασμός του Bob Dylan με τους Rolling Stones και αυτό οι Mott the Hoople σίγουρα το είχαν.
Αρχικά oι Hoople λέγονταν Silence και ο Stevens τους πρότεινε για τραγουδιστή τον Ian Hunter. Μαζί του ηχογράφησαν αρκετά άλμπουμ, αλλά τελικά το συγκρότημα διαλύθηκε το 1972, μετά το θαυμάσιο άλμπουμ All the Young Dudes σε παραγωγή του David Bowie, το οποίο τους οδήγησε στην κορυφή του glam rock.
Από την άλλη, ο Stevens πάλευε με την κατάθλιψη και τον αλκοολισμό μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Οι Clash έκαναν πρόβες σε έναν χώρο στο Κάμπντεν, απέναντι από το σπίτι του Bernie Rhodes, του μάνατζερ τους, και ο Stevens έμενε πολύ κοντά. Αρχικά έκανε παραγωγή σε κάποια demo του «White Riot», αλλά αργότερα ανέλαβε την παραγωγή του άλμπουμ τους London Calling. O Strummer και τον Mick Jones θυμόντουσαν για χρόνια τους ομηρικούς καβγάδες του Stevens με τον Maurice Oberstein, τον επικεφαλής της CBS στη Βρετανία – σε κάποια κόντρα τους, ο Stevens βρέθηκε ξαπλωμένος μπροστά στις ρόδες της Rolls-Royce του Oberstein.
Η CBS δεν ήθελε με τίποτα τον Stevens και όταν τον πρότεινε η μπάντα πρόβαλε σθεναρή αντίσταση. Οι καβγάδες του με τον ηχολήπτη του άλμπουμ Bill Price έμειναν ιστορικοί.
Οι Clash πλήρωναν για πολύωρα τηλεφωνήματα που έκανε ο Stevens στην Αμερική ή για τα ταξί που τον πηγαινόφερναν, επειδή εκείνος δεν κρατούσε ποτέ χρήματα πάνω του. Καθώς δεν ήταν ευχαριστημένος με τον τρόπο που έπαιζε το συγκρότημα, εφάρμοσε δική του μέθοδο. Έβγαινε από το δωμάτιο της κονσόλας και έμπαινε στον χώρο όπου ηχογραφούσε η μπάντα ουρλιάζοντας μπροστά στα πρόσωπά τους, με την ανάσα του να βρωμάει μπράντι, χορεύοντας, κουνώντας χέρια και πόδια και, όταν όλα αυτά τελείωναν, κραύγαζε «το έχουμε!»
«Μπορέσαμε να υπομείνουμε όταν ανατίναξε την κονσόλα ή όταν χτύπησε τον κιθαρίστα με μια σκάλα, αλλά όταν έχυσε κρασί στο πιάνο για να το κάνει να ακούγεται καλύτερα, κοντέψαμε να τον σκοτώσουμε», θυμάται ο Jones.
«Συνιστούμε ανεπιφύλακτα τον Guy Stevens σε όποιον θέλει να κάνει έναν υπέροχο δίσκο», έλεγε ο Strummer.
Το ίδιο το συγκρότημα πάντα υποστήριζε τον Stevens και έλεγε πως ήταν σημαντικότατος για την ποιότητα του London Calling. Αναγνώριζαν τον ρόλο που διαδραμάτισε στις μουσικές εξελίξεις της προηγούμενης δεκαετίας.

Μετά τον θάνατό του, από υπερβολική δόση χαπιών στις 28 Αυγούστου 1981, οι Clash έγραψαν για αυτόν το «Midnight to Stevens», ενώ στην εποχή τους οι Free του είχαν αφιερώσει το «Guy Stevens Blues».
Όπως είχε πει και ο ίδιος: «Στον κόσμο υπάρχουν μόνο δύο Phil Spectors... και εγώ είμαι ο ένας από αυτούς!»

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Conny Plank: Ο θόρυβος και οι δυνατότητές του...

Joe Meek: Ψάχνοντας για τον πλανήτη «Space Rock»...

Harvest Records: Ένα label παλαιάς εσοδείας, σαν το καλό κρασί...

The Rolling Stones: Ιστορίες εξορίας στη Νότια Γαλλία και το Exile On Main Street...

Όταν οι Rolling Stones αποκήρυξαν δημόσια ένα δικό τους άλμπουμ …

Οι Beatles και ο Jimmie Nicol: Όσα δεν φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η στιγμή....

ΔΕΙΤΕ:

Guy Stevens

 


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1