Γιάννης Ζελιαναίος

  • Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    Επ’ αφορμής του δεύτερού τους άλμπουμ,Superfonica, μια παρουσίαση της μπάντας από την Λεμεσό και μια συνέντευξη με τον frontman, Παναγιώτη Ι. Γεωργίου

    Τους Arcadian Child τους γνώρισα μουσικά πριν από κάνα χρόνο όταν και μια φίλη μού είχε στείλει να ακούσω το βίντεοκλιπ του "She’s on my mind" που άνοιγε το ντεμπούτο τους άλμπουμ Afterglow, (πως έλεγε μια παλιά γελοιογραφία;: κάποτε έγραφαν τραγούδια για να τα ακούμε, τώρα για να τα βλέπουμε). Η αλήθεια είναι ότι τσίμπησα κατευθείαν με το κομμάτι και πετάχτηκα προς bandcamp μεριά για να ακούσω ολόκληρο το άλμπουμ. Ένα άλμπουμ όπου με την πρώτη ακρόαση δεν μπορούσες να του βάλεις ταμπέλα (σιχαίνομαι τις ταμπέλες) μιας και ούτε αμιγώς νεοψυχεδέλικό ήταν, ούτε καθαρό indie, σε καμία περίπτωση stoner, ούτε ψυχεδελοπόπ και γενικά όλα τα παραρτήματα της ψυχεδέλειας, αλλά όπως σωστά χαρακτηρίζει τον ήχο της μπάντας ο Παναγιώτης στην κουβέντα που είχαμε (αν θέλετε με το ζόρι μια ταμπέλα) οι Arcadian Child παίζουν non-generic psych rock. Τα οκτώ κομμάτια που έφτιαχναν το Afterglow σχημάτιζαν ένα μεστό άλμπουμ με στιβαρές συνθέσεις, ιδανική παραγωγή από τον Αντρέα Τραχωνίτη - που τρέχει την εγχώρια δισκογραφική, λουβάνα δίσκοι – και την ίδια την μπάντα. Αν εξαιρέσεις το "She’s on my mind" που είναι και ο κράχτης του δίσκου, το Afterglow είχε άλλα επτά τραγούδια όπου σε κάθε ακρόαση ξεχώριζες κι ένα επόμενο. Ο γράφων την συγκεκριμένη περίοδο έχει κολλήσει με το καταληκτικό "Used". ενώ μετά από πολλές κι ανώριμες σκέψεις αποφάσισε πως το αγαπημένο του τραγούδι είναι το "Run". Εν κατακλείδι το Afterglow είναι το ιδανικό ντεμπούτο για μια πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα που θέλει να συστηθεί στον κόσμο και την περιμένεις στη γωνία για το δεύτερο δύσκολο άλμπουμ.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Σάββατο 16 Απριλίου του 1960 και λίγο πριν τα μεσάνυχτα ένα ταξί διαβαίνει με μεγάλη ταχύτητα τον αυτοκινητόδρομο του Wiltshire κάτω στην Νοτιοδυτική Αγγλία. Μέσα στο ταξί οι επιβαίνοντες συζητούν για την μουσική τους περιοδεία που λαμβάνει χώρα κατά μήκος του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο μάνατζερ της περιοδείας Pat Thompkins, ο τραγουδιστής και υπεύθυνος για την μεγάλη επιτυχία Be-Bop-A-Lula, Gene Vincent, ο 21ος χρόνων Eddie Cochran μαζί με την αρραβωνιαστικιά του και τραγουδοποιό Sharon Sheeley οδεύουν προς την επόμενη πόλη για ένα επόμενο live. Μέσα στην βαριά νύχτα και στην ιλιγγιώδη ταχύτητα ένα από τα λάστιχα του οχήματος θα σκάσει, το ταξί θα καρφωθεί πάνω σε ένα φανάρι του δρόμου και πριν τη σύγκρουση ο Eddie Cochran θα πέσει πάνω στην μέλλουσα γυναίκα του για να την προστατεύσει από το μεγάλο κακό. Ο ίδιος δυστυχώς θα εκσφενδονιστεί έξω από το αμάξι θα χτυπήσει σοβαρά το κεφάλι του και μετά από κάμποσες ώρες θα καταλήξει, νέος, όμορφος και άδοξα χαμένος στο πλησιέστερο νοσοκομείο της κοντινής πόλης έχοντας σώσει την γυναίκα του από βέβαιο θάνατο και με τους υπόλοιπους δυο φίλους του να ‘χουν γλιτώσει από καθαρή τύχη.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    «Δεν ήταν λίγοι οι κρατούμενοι που προσπάθησαν να ξεφύγουν από αυτή την κόλαση. Ήξερα ορισμένους. Τους έφεραν πίσω καταγδαρμένους και τσακισμένους. Οι τοίχοι του Folsom έχουν ίσα με τρία μέτρα πάχος. Εγώ όμως θα περάσω μέσα από αυτά. Τραγουδώντας. Για να δείξω πως εμείς, τα αδέλφια πίσω από τα σίδερα, είμαστε αλλιώτικοι απ’ ότι φαντάζονται έξω. Δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει το μέλλον, αλλά έχω εμπιστοσύνη στο θεό. Και αν είναι το θέλημα του, η μαγνητοταινία αυτή θα βρει το δρόμο της και θα φτάσει στα χέρια κάποιου που θα ξέρει τι να κάνει… που δεν θ’ αφήσει μια αδελφή ψυχή παρατημένη εδώ».

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Τον αποκαλούσαν «Marilyn Monroe απ’ την κόλαση» λόγω του παρουσιαστικού και του αυτοκαταστροφικού του βίου που μόνιαζε με το τρίπτυχο sex, drugs & rock n’ roll. Είχε αυτή την περίεργη θεωρία πως όλοι οι σεισμοί που συνέβαιναν στο Los Angeles προκαλούνταν από την ένταση που δημιουργείτο όταν υπήρχε μαζική χρήση ηρωίνης από τα πρεζάκια της πόλης. Κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα σημείωμα που του είχε χαρίσει η Debbie Harry και περιείχε οδηγίες για το πώς έβαφε τα μαλλιά της καθώς και τα συγκεκριμένα προϊόντα που χρησιμοποιούσε. Ο ίδιος υπήρξε κάπου εκεί στα 70s πρόεδρος του Blondie’s U.S fan club ενώ αργότερα όταν συνάντησε την Debbie συνεργάστηκαν στο άλμπουμ Miami με την δεύτερη να του κάνει backing vocals και να αναγράφεται στα credits ως D.H. Laurence, Jr.! Βαριά τοξικομανής και αλκοολικός, όταν βρισκόταν κοκαλωμένος από ουσίες μετατρεπόταν σε έναν κακό άνθρωπο προς τους φίλους και συνεργάτες του, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές με όλους τους εθισμένους. Οι καραμπίνες του μυαλού του όπλιζαν συνέχεια στίχους παράφορα παρανοϊκούς και η μουσική του ιδιοφυία ήθελε να φέρει κοντά σε αυτούς, τα blues του Mississippi με το punk της δικής του γενιάς που συνέβαινε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Οι Οι Gun Club πήραν μπροστά και με τρία άλμπουμ από το 1981 έως το 1984, έκαναν τον Jeffrey Lee Pierce να μείνει στην ιστορία ως ο κήρυκας των punk - blues.

  • Παρουσίαση και Συνέντευξη με τον Γιώργο Γιαννόπουλο και την Φαίη Φραγκισκάτου

    Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Ένας αναπτήρας ανάβει λίγο πριν την αφήγηση της νύχτας και μες στην άμπωτη που την ρολάρει μια κιθάρα μπορείς να ακούσεις τις φωνές μιας γυναίκας. Να περπατάει μαζί του μέσα από ψιχάλες που φτύνουν πόνο, θυμούμενη ένα μαύρο πουλί που ανέβαινε στην σκηνή με την πιο παρανοϊκή ματιά, αντανάκλαση μιας ζωής ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, φωτιά μέσα της, μια νύχτα που πέφτει πάνω σε ένα φως σαπισμένο, η θέα από την κάσα ενός παραθύρου που όλα φαίνονται ίδια αλλά τίποτα δεν μοιάζει να ‘χει νόημα καθώς ένα βαλς μεταφράζει ένα όνειρο και μια κιθάρα ακουμπάει στην άκρη της σκιάς λίγο μετά κι αφού η άμπωτη τα έχει πει για εκείνη την γυναίκα.

  • Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    «Δεν υπάρχει κανένα μέρος στον κόσμο όπου θα ανήκω όταν θα φύγω. Δεν θα ξέρω το σωστό από το λάθος όταν θα φύγω. Δεν θα με βρείτε να τραγουδώ αυτό το τραγούδι όταν θα φύγω. Οπότε πρέπει να το κάνω όσο είμαι ακόμα εδώ»

    Με αυτούς τους στίχους όπου έμελλαν να είναι και προφητικοί, ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδοποιούς της δεκαετίας του ’60 έδινε έμπρακτα το δικό του μοναδικό στίγμα στην ίσως πιο βρώμικη περίοδο που διένυσε η Αμερική. Ο λόγος για τον Phil Ochs όπου κάπου εκεί στις 9 Απριλίου του 1973 έβαλε τέλος στην ζωή του έχοντας πρώτα προλάβει να πει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια διαμαρτυρίας που γράφτηκαν ποτέ για τα κοινωνικά εγκλήματα που συνέβαιναν στην αντίπερα όχθη.
    Γεννημένος στο Ελ Πάσο του Τέξας τον Δεκέμβρη του ’40 ο νεαρός Phil έδειξε τις μουσικές του ικανότητες από τα χρόνια της εφηβείας μιας και ήταν μεγάλο ταλέντο στο κλαρινέτο. Αν και στο σχολείο τα μουσικά του μονοπάτια ορίζονταν στην κλασική παιδεία, ο Ochs έστηνε αφτί στο ραδιόφωνο ακούγοντας τους rock n roll μύθους, Buddy Holly, Elvis Presley καθώς και τους folk τραγουδοποιούς Hank Williams, Johnny Cash, κ.α. Αργότερα και μπαίνοντας στο Πανεπιστήμιο όπου ήθελε μετά μανίας να σπουδάσει δημοσιογραφία ήρθε αντιμέτωπος καταλυτικά με τα τραγούδια των Woody Guthrie, Pete Seeger και πιο πολύ του Bob Gibson που ήταν και η μεγαλύτερη επιρροή του.

  • Γράφει ο Max Decharne
    Μετάφραση Γιάννης Ζελιαναίος

    Μέρος Πρώτο: Από τους Earls στους Stars

    Πίσω στον Γενάρη του 1992 κι όταν όλος ο μουσικός τύπος γράφει συνέχεια άρθρα για το Grunge και το Shoegaze, ένα σύνολο μουσικών από το Βόρειο Λονδίνο φορώντας ρούχα που σε παραπέμπουν στο πιοτό και αυτοαποκαλούνται Earls of Suave φτάνουν στο στούντιο Toe – Rag, που μόλις έχει ανοίξει στο Shoreditch, για να ηχογραφήσουν μια κι έξω ένα single για την Camden Town Records του Nick Garrard, που βρίσκεται πάνω από το ιστορικό δισκάδικο Rock On Records δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό του Camden. Το single περιέχει τα τραγούδια A Cheat και Who Will The Next Fool To Be και ήταν το πρώτο κομμάτι βινυλίου που ξεπρόβαλε από το στούντιο Toe – Rag.
    Οι Earls of Suave αποτελούνταν από τους Bal Croce στα φωνητικά και πρώην μέλος των String Rays, τον πρώτο κιθαρίστα Johnny Johnson που ήταν στους Cannibals και τώρα έπαιζε μπάσο στους Thee Headcoats, τον δεύτερο που και πάλι ήταν στους String Rays, τον μπασίστα Paul Dempsey που βρισκόταν στην αρχική σύνθεση των Gallon Drunk εκεί στις αρχές των eighties κι εμένα στα πλήκτρα και καμιά φορά στα φωνητικά (έπαιζα ντραμς στους Gallon Drunk αλλά τα βράδια ήμουνα με τους Earls).

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Παλιές, κοινότυπες αλλά με πολλά αναμνησιακά χαμόγελα οι μουσικές αυτοβιογραφίες των νιάτων μας. Πιο παλιές, αρκετά ξεπερασμένες, αλλά να μένουν εκεί, περήφανες και με πολλά καντάρια σκόνη να τις φυγαδεύουν στα συρτάρια ενός αρχαίου κομοδίνου, οι κασέτες compilations που κάποτε μας έγραψε ένας μακρινός ξάδερφος που ήξερε πιότερη μουσική από μας, με καλά κρυμμένα μουσικά μυστικά της αντίπερα όχθης. Ο ίδιος κάποτε μου είχε πει: «Η δεκαετία του ’80 είναι η πιο παρεξηγημένη απ’ όλες. Βγήκαν απίστευτα πράγματα που λειτούργησαν σαν φίλτρο για τις επόμενες, τούτες που ζούμε, και κρύφτηκαν μέσα της μερικά από τα καλύτερα διαμάντια της μουσικής ιστορίας». Κακά τα ψέματα αλλά η ιστορία το απέδειξε και το αποδεικνύει περίτρανα. Τα ‘80s, (τα μυστικά ‘80s), είναι εκείνα που πέρασαν από κόσκινο τις παλιότερες μουσικές, τις γαλούχησαν με την τελευταία αθωότητα που υπήρξε και τις ξέρασαν στις αρχές των nineties και στα πρώτα γεννητούρια του διαβατάρικου αιώνα που ζούμε. Ένα από τα μεγαλύτερα χωνευτήρια και μια από τις πιο σημαντικές σκηνές που έβγαλε ποτέ η πλάση, ήταν ένα μέρος όπου τα καγκουρό δεν μοχθούν για άλλα δυο πόδια και οι ακτές της Maroubra δεν ζηλεύουν ήλιους και σανίδες surf της άλλης μεριάς.

  • Κείμενο: Γιάννης Ζελιαναίος
    Mixtape: Tex Perkins 

    Νεο mixcloud του Merlin's για τον σπουδαίο Αυστραλό παραγωγό Tony Cohen (1957-2017) από ένα ηχητικό αφιέρωμα του Tex Perkins κι ενα σχετικο κειμενο από τον Γιάννη Ζελιαναίο...

    ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ MIXTAPE ΤΟΥ TEX PERKINS ΕΔΩ...

    Μάθαινε από νωρίς, από πολύ νωρίς, και καθώς τα χρόνια θα μάζευαν τραγούδια μέσα στο στομάχι του, (διότι εκεί χτυπάει ύπουλα η μουσική), ο Tony Cohen θα γινόταν ένας από τους καλύτερους μουσικούς παραγωγούς που πέρασαν πίσω από κονσόλα, όχι μόνο στο νησί των καγκουρό αλλά σε ολόκληρο τον ταλαιπωρημένο μουσικό πλανήτη.
    Μόλις στα 19 του χρόνια θα πέρναγε την πόρτα των Armstrong Recording Studios στη Μελβούρνη για να φτιάξει τον ήχο και την παραγωγή στους glamrockάδες, Supernaut που κάναν κάποιον σχετικό ντόρο εκεί στα μέσα προς τέλη των 70s, για να διαλυθούν αργότερα και μετά από δυο δίσκους. Αλλαγή δεκαετίας και ο Cave τον καλεί στο στούντιο να μαζέψει τα ασυμμάζευτα στο γενέθλιο πάρτι των Boys Next Door. Ευτυχώς δεν το κάνει και από εκεί και πέρα θα ξεκινήσει μια συνεργασία των δυο τους που θα κρατήσει με τους Birthday Party και θα συνεχίσει για κάμποσους δίσκους των Bad Seeds. Ονόματα όπως οι Go Betweens, οι Pel Mel, οι Moodists, οι Corpse Grinders, Crime and the City Solution και πολλοί ακόμα μέσα στα eighties, θα περάσουν από τα χέρια του και τις ιδιοφυείς ικανότητές του. Η αρχή της δεκαετίας του ’90 θα τον βρει πίσω από την κονσόλα για το ντεμπούτο των Once Upon a Time του μακαρίτη Bruno Adams, του Chris Russel και του Mick Harvey.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναιος

    Λένε πως τα θλιμμένα τραγούδια όταν δημιουργούνται δεν διώχνουν την κατάθλιψη έξω από τον κόσμο και μακριά από μια λυπημένη κάμαρα όπου ο δημιουργός τα καμώνει. Το μόνο που καταφέρνουν και κάνουν γερά είναι να στριμώξουν στη γωνία οποιουδήποτε δωματίου τα ζοφερά συναισθήματα και να μην τα αφήσουν να πάρουν αέρα καθ’ όλη τη διάρκειά τους. Η ζωή και ο δημιουργικός κάματος του Townes Van Zandt από το 1968 μέχρι και την πρωτοχρονιά του 1997 – όταν η κιθάρα του έμεινε μοναχή και παρατημένη στην άκρη ενός ξεβαμμένου τοίχου κάπου στο Memphis – κινήθηκε μέσα σε κάμαρες απομόνωσης, συνοικιακά μπαρ, με παρίες ενός απρόσκλητου κόσμου, φτηνά μοτέλ, πίσω αυλές γεμάτες αναθέματα και τροχόσπιτα όπου τα blues και η country του θανατικού μολογούσαν μερικά από τα πιο λυπημένα ξοδέματα που έβγαλε ο χώρος.

  • γράφει ο  Γιάννης Ζελιαναίος


    … κράτα ρε φίλε, ένα ταξί παραμάσχαλα να πάρουμε… κι αυτό θα μας φύγει. Με κάμποσα κατοστάρικα πίναμε ιούσκια κάποτες, τους ξερνούσαμε τους πούστηδες και δίναμε και παραπάνω για το καθάρισμα να ουμ. Αυτό το να ουμ απ’ τις ταινίες το πήραμε… μπορεί κι απ’ τους Μπαοκτζήδες. Ναι ρε, απ’ τους Μπαοκτζήδες και να πα να γαμηθεί η κουλτούρα που γαμεί το χαρτί. Κράτα ρε, μη πέφτεις… έλα δω… κοίτα με ρε μαλάκα, σηκώνω το κουλό μου. Ρε το πούστη… όχι το ταρίφα ρε μαλάκα, εσένα λέω… ναι ρε, εσένα. Κάθεσαι σ’ αυτή τη κολώνα που ‘ναι σαν καβλί τόση ώρα και σε κρατάω… ρε το πούστη… ρε μαλάκα, βαστήξου στα πόδια σου, ρε σύνερθε… καλά εντάξει μη συνέρθεις, πώς να συνέρθεις, το κώλο σου ήπιες… ναι ρε, εντάξει θα ‘ρθει το ταξί. Ρε μαλάκα,

  • Εκείνο που θα θυμάμαι πάντα απ’ τα χρόνια του Λυκείου ήταν οι κοπάνες της Τετάρτης σαν ήμασταν απογευματινοί. Πρώτα έπεφταν οι μπύρες στο τάκα τάκα μαμ, εκεί στην Καλλιθέα πίσω απ’ την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και μετά καρφί στον ηλεκτρικό για τον Περισσό. Έπαιζε η ομάδα βλέπεις κύπελλο και σένα δεν σ’ ένοιαζαν τα γαλλικά της αίθουσας αλλά εκείνα της σκεπαστής. Κοκκινόμαυρο καρό πουκάμισο, περφέκτο πέτσινο με την αγκράφα να κοπανιέται πέρα δώθε, γούρια και τα δυο, Τετάρτες-Κυριακές. Η πρώτη επαφή με τον Νίκο Νικολαΐδη θες πίστεψέ το, θες μην το πιστεύει,ς ήταν το ιστορικό πανό της original που έγραφε: «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα». Κοίταζα ολόγυρα το γήπεδο κι έψαχνα για κείνα τα κουρέλια μέχρι που ήρθε ένας τύπος κοντά στα 50 μια από κείνες τις Τετάρτες όταν η βροχή σε τσάκιζε και η ομάδα δεν έλεγε να το γράψει το ρημάδι με τίποτα. Σιδερένια μαλλιά, άσπρο μούσι με ίχνη πασατέμπο πάνω του, πρησμένα μάτια, βιβλιαράκι ιπποδρόμου στό ‘να χέρι, τρανζιστοράκι στ’ άλλο, κολλημένο πάντα στ’ αυτί. Προφέσορας της κερκίδας, προπονητής, πρόεδρος, μάνατζερ, παίκτης, αλογομούρης, βασιλιάς των γνώσεων.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Εμπνευστής μια ολόκληρης γενιάς, δημιουργός μερικών από των πιο καυστικών βιβλίων που γράφτηκαν τον προηγούμενο αιώνα. Τραχύς, με μαύρο χιούμορ αλλά και παραληρηματικός σε θέματα όπως ο εθισμός στα ναρκωτικά, το σεξ και η φρίκη του πόνου γενικότερα. Πάνω απ’ όλα όμως ένας καταπέλτης καταγγελιών εναντίων των κυβερνητικών συστημάτων ελέγχου της ανθρωπότητας, από τους έχοντες και κυβερνώντες. Ενεργός μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 2 Αυγούστου του 1997, ο William S. Burroughs ή αλλιώς ο παππούς όλων μας - όπως τον είχε αποκαλέσει κάποτε η Patti Smith - δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει πάνω στο γράψιμο, στη ζωγραφική, στις εμφανίσεις του στον κινηματογράφο, στις δημόσιες απαγγελίες καθώς και στη μουσική όπου επηρέασε καλλιτέχνες όπως οι David Bowie, Tom Waits, Kurt Cobain και πολλοί άλλοι. Δεν είναι διόλου τυχαία άλλωστε η σχέση του με την μουσική αν σκεφτείς πως το πρόσωπό του χώρεσε μέσα σε εκείνο το κολάζ φιγούρων της ανθρωπότητας που κοσμούσε το για κατά πολλούς καλύτερο άλμπουμ όλων των εποχών. Ο λόγος φυσικά για το Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band των Beatles, όπου τον διακρίνουμε στριμωγμένο δίπλα στην Marilyn Monroe.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    "Γιατί το κορμί κινείται ξανά και το κορμί χορεύει ξανά, το κορμί τραγουδάει ξανά"

    Ο Norman Mailer τον είχε χαρακτηρίσει ως τον πιο γενναίο άνθρωπο στην Αμερική, οι κοντινοί του φίλοι έλεγαν πως ανέκαθεν και κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος ήθελε να γίνει ένας rock star μύθος, γεγονός που είχε την βάση του μιας και ο ίδιος ο πίστευε βαθιά, βαθύτατα κι ακράδαντα πως το rock n roll άγγιζε περισσότερο τον κόσμο απ’ ότι η ποίηση. Ο Bob Dylan στην εφηβεία του ολημερίς κι ολονυχτίς διάβαζε ακατάπαυστα τα ποιήματά του και είχε πάντοτε πάνω του ένα βιβλίο του, επηρεάστηκε καθοριστικά από τους στίχους του και στη συνέχεια όλοι ξέρουμε ποια ήταν η επιρροή του ίδιου του Dylan στην μουσική ιστορία. Πνευματικό παιδί του Walt Whitman και του William Blake, πολιτικοποιημένος, ανθρωπιστής, πειραματόζωο από δική του επιλογή, υποστηρικτής ψυχεδελικών ουσιών αλλά πάνω απ’ όλα υπεύθυνος για το «Ουρλιαχτό», ένα από τα καλύτερα ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ κι έγινε η σημαία μιας ολόκληρης γενιάς. Ένα ποίημα που θεωρήθηκε πορνογραφικό, έστειλε τον εκδότη του Lawrence Ferlinghetti στα δικαστήρια, δημιούργησε σάλο σε μια ολόκληρη χώρα και δίχως καμία υπερβολή έκανε τον Allen Ginsberg διάσημο κατά μήκος της Ηπείρου ακόμα και σε ανθρώπους που δεν είχαν διαβάσει ούτε καν έναν στίχο μέσα από την ωδή για τον Καρλ Σόλομον.
    Ποια ήταν όμως η σχέση του Allen Ginsberg με την μουσική και ποια η επίδρασή του σε συγκροτήματα και μουσικούς;

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Η αλήθεια είναι πως θα καταγγείλω το συγκεκριμένο άρθρο, παύλα, συνέντευξη για το βιβλίο του Τάσου Βαφειάδη ως στημένο! Και μεγαλύτερη αλήθεια είναι πως παρά τρίχα να γίνω εκδότης του εν λόγω βιβλίου. Οι κρυμμένες ιστορίες όμως πίσω από αυτή τη ζωή που ζει ο καθένας, έφεραν τα πράγματα έτσι ώστε το βιβλίο να γίνει και μια δική μου αγωνία μέχρι την μέρα που θα έφτανε τυπωμένο στα χέρια μου. Δεν θα μπω σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και με ποιους τρόπους έμπλεξα με τις Κρυμμένες Ιστορίες πίσω από τα Τραγούδια αλλά αυτό που θα γράψω είναι πως μέσω του βιβλίου κέρδισα πάνω απ’ όλα έναν καινούργιο φίλο – κι αυτός είναι ο συγγραφέας του – ενώ απ’ την άλλη για το υπέροχο στήσιμο του εξωφύλλου και του σώματός του είναι υπεύθυνος ένας άνθρωπος που με τιμά με την φιλία του από τότε που μας θυμόμαστε. Ο graphic designer, Στέλιος Χέλμης. Και το γράφω αυτό διότι πρέπει να δίνουμε τα εύσημα σε κάποιους γραφίστες που σχεδιάζουν βιβλία στην Ελλάδα (σπόντα για τους εκδότες; Ναι!) . Αλλά μακρηγορώ και πάλι… και αφού ευλογήσαμε τα γένια μας πάμε να μοιράσουμε την τράπουλα των 101+1 τραγουδιών που τράβηξε ο Τάσος μέσα από την προσωπική του δισκοθήκη και αποφάσισε να γράψει τις ιστορίες τους.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Εικονογράφηση: Έλενα Παλαιολόγου

    Η ώρα είναι μετά τα μεσάνυχτα γιατί έτσι πρέπει να είναι. Ένα πράσινο μπουκάλι στέκει δίπλα στο τραπεζάκι γιατί κάπου πρέπει να στέκει κι αυτό. Το φεγγάρι σχεδόν ροχαλίζει από μακριά κι από έναν άλλο πλανήτη καθώς αυτό είναι, ήταν και θα είναι έτσι για πολλά εκατομμύρια χρόνια. Ανοίγω το ράδιο κι ένας σταθμός κάπου από την άλλη πλευρά αναγγέλλει σαν ηχώ από b movie ταινία πως η ανθρωπότητα θα ξεκινήσει διαφορετικά αυτή τη φορά. Ο διαστημάνθρωπος που βρίσκεται πίσω απ’ το μικρόφωνο και πνιγμένος γύρω του από ένα μάτσο δυσεύρετα σαρανταπεντάρια ονομάζεται Lux Interior. Η εκπομπή… The Purple Knif Show όπου το knif φοριέται στο ανάποδό του και γίνεται fink κι όπου fink σημαίνει παλιοτόμαρο. Πίνω μια γουλιά και σκέφτομαι ότι ένα βρωμόπλασμα από το outer space φωτολιμάζει τη νύχτα μου. Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης ιδρώνει τη λεπίδα μέσα απ’ τις κιθάρες των One Way Streets.

FEATURED VIDEOS

  • 1