Γιάννης Ζελιαναίος

  • Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    Επ’ αφορμής του δεύτερού τους άλμπουμ,Superfonica, μια παρουσίαση της μπάντας από την Λεμεσό και μια συνέντευξη με τον frontman, Παναγιώτη Ι. Γεωργίου

    Τους Arcadian Child τους γνώρισα μουσικά πριν από κάνα χρόνο όταν και μια φίλη μού είχε στείλει να ακούσω το βίντεοκλιπ του "She’s on my mind" που άνοιγε το ντεμπούτο τους άλμπουμ Afterglow, (πως έλεγε μια παλιά γελοιογραφία;: κάποτε έγραφαν τραγούδια για να τα ακούμε, τώρα για να τα βλέπουμε). Η αλήθεια είναι ότι τσίμπησα κατευθείαν με το κομμάτι και πετάχτηκα προς bandcamp μεριά για να ακούσω ολόκληρο το άλμπουμ. Ένα άλμπουμ όπου με την πρώτη ακρόαση δεν μπορούσες να του βάλεις ταμπέλα (σιχαίνομαι τις ταμπέλες) μιας και ούτε αμιγώς νεοψυχεδέλικό ήταν, ούτε καθαρό indie, σε καμία περίπτωση stoner, ούτε ψυχεδελοπόπ και γενικά όλα τα παραρτήματα της ψυχεδέλειας, αλλά όπως σωστά χαρακτηρίζει τον ήχο της μπάντας ο Παναγιώτης στην κουβέντα που είχαμε (αν θέλετε με το ζόρι μια ταμπέλα) οι Arcadian Child παίζουν non-generic psych rock. Τα οκτώ κομμάτια που έφτιαχναν το Afterglow σχημάτιζαν ένα μεστό άλμπουμ με στιβαρές συνθέσεις, ιδανική παραγωγή από τον Αντρέα Τραχωνίτη - που τρέχει την εγχώρια δισκογραφική, λουβάνα δίσκοι – και την ίδια την μπάντα. Αν εξαιρέσεις το "She’s on my mind" που είναι και ο κράχτης του δίσκου, το Afterglow είχε άλλα επτά τραγούδια όπου σε κάθε ακρόαση ξεχώριζες κι ένα επόμενο. Ο γράφων την συγκεκριμένη περίοδο έχει κολλήσει με το καταληκτικό "Used". ενώ μετά από πολλές κι ανώριμες σκέψεις αποφάσισε πως το αγαπημένο του τραγούδι είναι το "Run". Εν κατακλείδι το Afterglow είναι το ιδανικό ντεμπούτο για μια πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα που θέλει να συστηθεί στον κόσμο και την περιμένεις στη γωνία για το δεύτερο δύσκολο άλμπουμ.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Σάββατο 16 Απριλίου του 1960 και λίγο πριν τα μεσάνυχτα ένα ταξί διαβαίνει με μεγάλη ταχύτητα τον αυτοκινητόδρομο του Wiltshire κάτω στην Νοτιοδυτική Αγγλία. Μέσα στο ταξί οι επιβαίνοντες συζητούν για την μουσική τους περιοδεία που λαμβάνει χώρα κατά μήκος του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο μάνατζερ της περιοδείας Pat Thompkins, ο τραγουδιστής και υπεύθυνος για την μεγάλη επιτυχία Be-Bop-A-Lula, Gene Vincent, ο 21ος χρόνων Eddie Cochran μαζί με την αρραβωνιαστικιά του και τραγουδοποιό Sharon Sheeley οδεύουν προς την επόμενη πόλη για ένα επόμενο live. Μέσα στην βαριά νύχτα και στην ιλιγγιώδη ταχύτητα ένα από τα λάστιχα του οχήματος θα σκάσει, το ταξί θα καρφωθεί πάνω σε ένα φανάρι του δρόμου και πριν τη σύγκρουση ο Eddie Cochran θα πέσει πάνω στην μέλλουσα γυναίκα του για να την προστατεύσει από το μεγάλο κακό. Ο ίδιος δυστυχώς θα εκσφενδονιστεί έξω από το αμάξι θα χτυπήσει σοβαρά το κεφάλι του και μετά από κάμποσες ώρες θα καταλήξει, νέος, όμορφος και άδοξα χαμένος στο πλησιέστερο νοσοκομείο της κοντινής πόλης έχοντας σώσει την γυναίκα του από βέβαιο θάνατο και με τους υπόλοιπους δυο φίλους του να ‘χουν γλιτώσει από καθαρή τύχη.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    «Δεν ήταν λίγοι οι κρατούμενοι που προσπάθησαν να ξεφύγουν από αυτή την κόλαση. Ήξερα ορισμένους. Τους έφεραν πίσω καταγδαρμένους και τσακισμένους. Οι τοίχοι του Folsom έχουν ίσα με τρία μέτρα πάχος. Εγώ όμως θα περάσω μέσα από αυτά. Τραγουδώντας. Για να δείξω πως εμείς, τα αδέλφια πίσω από τα σίδερα, είμαστε αλλιώτικοι απ’ ότι φαντάζονται έξω. Δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει το μέλλον, αλλά έχω εμπιστοσύνη στο θεό. Και αν είναι το θέλημα του, η μαγνητοταινία αυτή θα βρει το δρόμο της και θα φτάσει στα χέρια κάποιου που θα ξέρει τι να κάνει… που δεν θ’ αφήσει μια αδελφή ψυχή παρατημένη εδώ».

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Τον αποκαλούσαν «Marilyn Monroe απ’ την κόλαση» λόγω του παρουσιαστικού και του αυτοκαταστροφικού του βίου που μόνιαζε με το τρίπτυχο sex, drugs & rock n’ roll. Είχε αυτή την περίεργη θεωρία πως όλοι οι σεισμοί που συνέβαιναν στο Los Angeles προκαλούνταν από την ένταση που δημιουργείτο όταν υπήρχε μαζική χρήση ηρωίνης από τα πρεζάκια της πόλης. Κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα σημείωμα που του είχε χαρίσει η Debbie Harry και περιείχε οδηγίες για το πώς έβαφε τα μαλλιά της καθώς και τα συγκεκριμένα προϊόντα που χρησιμοποιούσε. Ο ίδιος υπήρξε κάπου εκεί στα 70s πρόεδρος του Blondie’s U.S fan club ενώ αργότερα όταν συνάντησε την Debbie συνεργάστηκαν στο άλμπουμ Miami με την δεύτερη να του κάνει backing vocals και να αναγράφεται στα credits ως D.H. Laurence, Jr.! Βαριά τοξικομανής και αλκοολικός, όταν βρισκόταν κοκαλωμένος από ουσίες μετατρεπόταν σε έναν κακό άνθρωπο προς τους φίλους και συνεργάτες του, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές με όλους τους εθισμένους. Οι καραμπίνες του μυαλού του όπλιζαν συνέχεια στίχους παράφορα παρανοϊκούς και η μουσική του ιδιοφυία ήθελε να φέρει κοντά σε αυτούς, τα blues του Mississippi με το punk της δικής του γενιάς που συνέβαινε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Οι Οι Gun Club πήραν μπροστά και με τρία άλμπουμ από το 1981 έως το 1984, έκαναν τον Jeffrey Lee Pierce να μείνει στην ιστορία ως ο κήρυκας των punk - blues.

  • Παρουσίαση και Συνέντευξη με τον Γιώργο Γιαννόπουλο και την Φαίη Φραγκισκάτου

    Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Ένας αναπτήρας ανάβει λίγο πριν την αφήγηση της νύχτας και μες στην άμπωτη που την ρολάρει μια κιθάρα μπορείς να ακούσεις τις φωνές μιας γυναίκας. Να περπατάει μαζί του μέσα από ψιχάλες που φτύνουν πόνο, θυμούμενη ένα μαύρο πουλί που ανέβαινε στην σκηνή με την πιο παρανοϊκή ματιά, αντανάκλαση μιας ζωής ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, φωτιά μέσα της, μια νύχτα που πέφτει πάνω σε ένα φως σαπισμένο, η θέα από την κάσα ενός παραθύρου που όλα φαίνονται ίδια αλλά τίποτα δεν μοιάζει να ‘χει νόημα καθώς ένα βαλς μεταφράζει ένα όνειρο και μια κιθάρα ακουμπάει στην άκρη της σκιάς λίγο μετά κι αφού η άμπωτη τα έχει πει για εκείνη την γυναίκα.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    «Η μουσική είναι η τέχνη που βρίσκεται πιο κοντά στο δάκρυ και την ανάμνηση»
    Oscar Wilde

    Φτωχός, άπορος, καταβεβλημένος από τα καταναγκαστικά έργα της φυλακής του Ρέντινγκ και εξόριστος στο Παρίσι, απήγγειλε τα στερνά χρόνια της ζωής του πεζοτράγουδα μέσα στα καπηλειά για ένα ποτήρι μπράντι. Με τη στάση ζωής και τα έργα του όμως πάνω στο χαρτί είχε προλάβει να γρονθοκοπήσει το αγγλικό κατεστημένο και να φέρει το τέλος της ηθικής του 19ου αιώνα. Κυνηγήθηκε άγρια για τα ομοφυλοφιλικά του πάθη, προκάλεσε θύελλες αντιδράσεων με τα βιβλία και τον τρόπο ζωής του, υπήρξε ένας κυνικός δανδής με δαντέλες και βελούδα αλλά πάνω απ’ όλα ένας εξαίσιος ρήτορας.

  • Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    «Δεν υπάρχει κανένα μέρος στον κόσμο όπου θα ανήκω όταν θα φύγω. Δεν θα ξέρω το σωστό από το λάθος όταν θα φύγω. Δεν θα με βρείτε να τραγουδώ αυτό το τραγούδι όταν θα φύγω. Οπότε πρέπει να το κάνω όσο είμαι ακόμα εδώ»

    Με αυτούς τους στίχους όπου έμελλαν να είναι και προφητικοί, ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδοποιούς της δεκαετίας του ’60 έδινε έμπρακτα το δικό του μοναδικό στίγμα στην ίσως πιο βρώμικη περίοδο που διένυσε η Αμερική. Ο λόγος για τον Phil Ochs όπου κάπου εκεί στις 9 Απριλίου του 1973 έβαλε τέλος στην ζωή του έχοντας πρώτα προλάβει να πει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια διαμαρτυρίας που γράφτηκαν ποτέ για τα κοινωνικά εγκλήματα που συνέβαιναν στην αντίπερα όχθη.
    Γεννημένος στο Ελ Πάσο του Τέξας τον Δεκέμβρη του ’40 ο νεαρός Phil έδειξε τις μουσικές του ικανότητες από τα χρόνια της εφηβείας μιας και ήταν μεγάλο ταλέντο στο κλαρινέτο. Αν και στο σχολείο τα μουσικά του μονοπάτια ορίζονταν στην κλασική παιδεία, ο Ochs έστηνε αφτί στο ραδιόφωνο ακούγοντας τους rock n roll μύθους, Buddy Holly, Elvis Presley καθώς και τους folk τραγουδοποιούς Hank Williams, Johnny Cash, κ.α. Αργότερα και μπαίνοντας στο Πανεπιστήμιο όπου ήθελε μετά μανίας να σπουδάσει δημοσιογραφία ήρθε αντιμέτωπος καταλυτικά με τα τραγούδια των Woody Guthrie, Pete Seeger και πιο πολύ του Bob Gibson που ήταν και η μεγαλύτερη επιρροή του.

  •  Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Ο Muddy Waters τον είχε χαρακτηρίσει ως έναν επικίνδυνο τύπο, ο κιθαρίστας και καλός του φίλος, Johnny Shrines ως έναν περιπλανώμενο ταξιδευτή όπου πατρίδα του ήταν εκεί που βρισκόταν το καπέλο του και συνήθως πάντοτε το έψαχνε. Προορισμός του η αιώνια κίνηση, η επόμενη πόλη στο Δέλτα του Μισσισσιππή, το επόμενο κακόφημο μπαρ που γύρευε μπελάδες, το καθοριστικό σταυροδρόμι που θα 'γραφε τους στίχους και θα καθόριζε τον μύθο του. Και οι μύθοι γύρω από το όνομα του Robert Johnson - δόξα τα άγραφα βιβλία της μουσικής ιστορίας - είναι πάμπολλοι, με ισχυρότερο εκείνον που λέει πως κάποτε πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για να παίξει την τέλεια κιθάρα αφήνοντας άναυδους όλους εκείνους που θα στέκονταν απέναντί του για να ακούσουν τα blues του.


  • Παρουσίαση και συνέντευξη του Γιάννη Ζελιαναίου με τα δυο βασικά μέλη της μπάντας

    Μεγαλώσαμε μέσα σε μια σκοτεινή νιότη, με μια σκοτεινή βασίλισσα για προσκεφάλι, λέγοντάς μας μια ανείπωτη ιστορία κάποια οποιαδήποτε ώρα. Παρέα με την δεσποινίς κάβλα, παρέα με βότκα και χάπια, υπερασπίζοντας την σιωπή σε μια τελευταία ευκαιρία μπας και ξεφύγουμε λίγο πριν έρθει ένα τραγούδι που θα μας βάλει για ύπνο. Ζούμε στον αστερισμό της σχιζοφρένειας και μια ρημάδα ταχύτητα μας πλησιάζει.
    Πάντα μ’ άρεσε να φτιάχνω φράσεις από τίτλους τραγουδιών ενός άλμπουμ κι αυτό κάνω ακόμα. Αυτό κάνω και τώρα με τους Schizo Constellation που στις αρχές της αποφράδας τούτης χρονιάς κυκλοφόρησαν τον ντεμπούτο τους δίσκο κάτω από κανένα label. Τους παρακολουθώ κάθε μέρα να κοινωνούν το βινύλιό τους ανάμεσα σε φίλους, γνωστούς, δισκάδικα, μπαραποθήκες, φανζινάδες και λοιπούς συνδαιτυμόνες που διαλέγουν μια πλευρά στα πράγματα και δεν βαράνε προσοχή στην πρώτη πρόσκληση που σκάει από την άλλη μεριά. Από το λεγόμενο underground κι εναλλακτικό μπουχτίσαμε στην κωλοτούμπα τα τελευταία πολλά χρόνια κι εγώ κάτι δικά μου σκέφτομαι τώρα που ακούω το Dark Youth των φίλων, (φίλοι κι όχι μαλακίες), Schizo Constellation.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Άκου κιθάρες πάνω στα ανοιγμένα εντόσθια του κόκορα. Ρίξε μπαρούτι στην κάνη πριν φιλήσεις την γυναίκα και φύγεις την αυγή. Ζέψε το άλογο καλά, πιες ουίσκι και φάε φίδι ανοιγμένο στα δυο. Κάψε το μαχαίρι, άναψε τη φωτιά, φτύσε τον καπνό και τζάσε απ’ την πόλη. Φτιάξε θηλιά γερή και φύσα την καραμπίνα, μάσα χορτάρι, πιες καφέ νερόπλυμα με σκόνη, γέμισε πάνινο φλασκί, κλέψε στα χαρτιά, φόρα το καπέλο, κοιμήσου σε πέτρα, κλώτσα το αρμαδίγιο μακριά, ίδρωσε στην έρημο σκάβοντας τον λάκκο και μ’ ένα ξύλο στήσε το σταυρό. Στο τραίνο κλέψε τα λεφτά, τον μεξικάνο φόβισε κι άσε του σιτάρι για φαΐ. Σε δωμάτιο πιο βρώμικο κι από σένα, κάνε μπάνιο μισό, μην δίνεις όνομα ποτέ κι όταν ζητάς σπίρτο να έχεις πάντα αίμα στα δάχτυλα. Κλείσε το μάτι στο παιδί και ρίξτου λίγο ασήμι καθώς με ξεραμένο το στόμα και την γλώσσα σκύβεις σ’ ανύπαρκτη πηγή, φύλα την δεξιά σου τσέπη. Το όπλο κοίτα να είναι εκεί γεμάτο όλο σφαίρες γιατί έρχεται ο άλλος απ’ τη σκιά για να σου την ανάψει. Αγρίεψε το βλέμμα σου, χόρεψε τα δάχτυλά σου κι ετοιμάσου. Ο θάνατος στα γουέστερν συμβαίνει πάντα μεσημέρι… (συνεχίζεται στο τέλος από τους Sounds Like Barley).

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος
    Πέμπτη 5 Ιουνίου του 1975 και μέσα στα στούντιο της Abbey Road, οι Pink Floyd ηχογραφούν το ένατό τους άλμπουμ με τίτλο Wish you Were Here. Ένας εύσωμος άντρας με ξυρισμένο το κεφάλι και τα φρύδια μπαίνει κρυφά στο στούντιο, κάθεται σε μια γωνιά και παρακολουθεί αθόρυβα την μπάντα να βρίσκεται στη μέση της εκτέλεσης του «Shine On You Crazy Diamond». Ο μυστηριώδης άντρας δεν είναι κανένας άλλος από τον Syd Barrett, τον άνθρωπο που δημιούργησε κι έβαλε μπροστά την μηχανή των Floyd. Τα μέλη του συγκροτήματος στην αρχή δεν τον αναγνωρίζουν αλλά λίγο αργότερα σταματούν την ηχογράφηση και εμφανώς συγκινημένοι πέφτουν στο πλευρό του, με τον Roger Waters να ξεσπά σε κλάματα. Αφού ζητούν την άποψή του για το τραγούδι κι εκείνος τους απαντά πως το βρίσκει κάπως παρωχημένο, αποχωρεί ήσυχα από το στούντιο για να τραβήξει στο πατρικό του ώστε να συνεχίσει να ζωγραφίζει και να ασχολείται με τις γεωργικές καλλιέργειες ως το πέρας της ζωής του, τον Ιούλιο του 2006. Μιας ζωής γεμάτης μουσική ευφυΐα που την τερμάτισε ο ίδιος πρόωρα, καταστρέφοντας το μυαλό του μέσω ψυχεδελικών ναρκωτικών ουσιών.

  • Γράφει ο Max Decharne
    Μετάφραση Γιάννης Ζελιαναίος

    Μέρος Πρώτο: Από τους Earls στους Stars

    Πίσω στον Γενάρη του 1992 κι όταν όλος ο μουσικός τύπος γράφει συνέχεια άρθρα για το Grunge και το Shoegaze, ένα σύνολο μουσικών από το Βόρειο Λονδίνο φορώντας ρούχα που σε παραπέμπουν στο πιοτό και αυτοαποκαλούνται Earls of Suave φτάνουν στο στούντιο Toe – Rag, που μόλις έχει ανοίξει στο Shoreditch, για να ηχογραφήσουν μια κι έξω ένα single για την Camden Town Records του Nick Garrard, που βρίσκεται πάνω από το ιστορικό δισκάδικο Rock On Records δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό του Camden. Το single περιέχει τα τραγούδια A Cheat και Who Will The Next Fool To Be και ήταν το πρώτο κομμάτι βινυλίου που ξεπρόβαλε από το στούντιο Toe – Rag.
    Οι Earls of Suave αποτελούνταν από τους Bal Croce στα φωνητικά και πρώην μέλος των String Rays, τον πρώτο κιθαρίστα Johnny Johnson που ήταν στους Cannibals και τώρα έπαιζε μπάσο στους Thee Headcoats, τον δεύτερο που και πάλι ήταν στους String Rays, τον μπασίστα Paul Dempsey που βρισκόταν στην αρχική σύνθεση των Gallon Drunk εκεί στις αρχές των eighties κι εμένα στα πλήκτρα και καμιά φορά στα φωνητικά (έπαιζα ντραμς στους Gallon Drunk αλλά τα βράδια ήμουνα με τους Earls).

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Παλιές, κοινότυπες αλλά με πολλά αναμνησιακά χαμόγελα οι μουσικές αυτοβιογραφίες των νιάτων μας. Πιο παλιές, αρκετά ξεπερασμένες, αλλά να μένουν εκεί, περήφανες και με πολλά καντάρια σκόνη να τις φυγαδεύουν στα συρτάρια ενός αρχαίου κομοδίνου, οι κασέτες compilations που κάποτε μας έγραψε ένας μακρινός ξάδερφος που ήξερε πιότερη μουσική από μας, με καλά κρυμμένα μουσικά μυστικά της αντίπερα όχθης. Ο ίδιος κάποτε μου είχε πει: «Η δεκαετία του ’80 είναι η πιο παρεξηγημένη απ’ όλες. Βγήκαν απίστευτα πράγματα που λειτούργησαν σαν φίλτρο για τις επόμενες, τούτες που ζούμε, και κρύφτηκαν μέσα της μερικά από τα καλύτερα διαμάντια της μουσικής ιστορίας». Κακά τα ψέματα αλλά η ιστορία το απέδειξε και το αποδεικνύει περίτρανα. Τα ‘80s, (τα μυστικά ‘80s), είναι εκείνα που πέρασαν από κόσκινο τις παλιότερες μουσικές, τις γαλούχησαν με την τελευταία αθωότητα που υπήρξε και τις ξέρασαν στις αρχές των nineties και στα πρώτα γεννητούρια του διαβατάρικου αιώνα που ζούμε. Ένα από τα μεγαλύτερα χωνευτήρια και μια από τις πιο σημαντικές σκηνές που έβγαλε ποτέ η πλάση, ήταν ένα μέρος όπου τα καγκουρό δεν μοχθούν για άλλα δυο πόδια και οι ακτές της Maroubra δεν ζηλεύουν ήλιους και σανίδες surf της άλλης μεριάς.

  • Κείμενο: Γιάννης Ζελιαναίος
    Mixtape: Tex Perkins 

    Νεο mixcloud του Merlin's για τον σπουδαίο Αυστραλό παραγωγό Tony Cohen (1957-2017) από ένα ηχητικό αφιέρωμα του Tex Perkins κι ενα σχετικο κειμενο από τον Γιάννη Ζελιαναίο...

    ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ MIXTAPE ΤΟΥ TEX PERKINS ΕΔΩ...

    Μάθαινε από νωρίς, από πολύ νωρίς, και καθώς τα χρόνια θα μάζευαν τραγούδια μέσα στο στομάχι του, (διότι εκεί χτυπάει ύπουλα η μουσική), ο Tony Cohen θα γινόταν ένας από τους καλύτερους μουσικούς παραγωγούς που πέρασαν πίσω από κονσόλα, όχι μόνο στο νησί των καγκουρό αλλά σε ολόκληρο τον ταλαιπωρημένο μουσικό πλανήτη.
    Μόλις στα 19 του χρόνια θα πέρναγε την πόρτα των Armstrong Recording Studios στη Μελβούρνη για να φτιάξει τον ήχο και την παραγωγή στους glamrockάδες, Supernaut που κάναν κάποιον σχετικό ντόρο εκεί στα μέσα προς τέλη των 70s, για να διαλυθούν αργότερα και μετά από δυο δίσκους. Αλλαγή δεκαετίας και ο Cave τον καλεί στο στούντιο να μαζέψει τα ασυμμάζευτα στο γενέθλιο πάρτι των Boys Next Door. Ευτυχώς δεν το κάνει και από εκεί και πέρα θα ξεκινήσει μια συνεργασία των δυο τους που θα κρατήσει με τους Birthday Party και θα συνεχίσει για κάμποσους δίσκους των Bad Seeds. Ονόματα όπως οι Go Betweens, οι Pel Mel, οι Moodists, οι Corpse Grinders, Crime and the City Solution και πολλοί ακόμα μέσα στα eighties, θα περάσουν από τα χέρια του και τις ιδιοφυείς ικανότητές του. Η αρχή της δεκαετίας του ’90 θα τον βρει πίσω από την κονσόλα για το ντεμπούτο των Once Upon a Time του μακαρίτη Bruno Adams, του Chris Russel και του Mick Harvey.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναιος

    Λένε πως τα θλιμμένα τραγούδια όταν δημιουργούνται δεν διώχνουν την κατάθλιψη έξω από τον κόσμο και μακριά από μια λυπημένη κάμαρα όπου ο δημιουργός τα καμώνει. Το μόνο που καταφέρνουν και κάνουν γερά είναι να στριμώξουν στη γωνία οποιουδήποτε δωματίου τα ζοφερά συναισθήματα και να μην τα αφήσουν να πάρουν αέρα καθ’ όλη τη διάρκειά τους. Η ζωή και ο δημιουργικός κάματος του Townes Van Zandt από το 1968 μέχρι και την πρωτοχρονιά του 1997 – όταν η κιθάρα του έμεινε μοναχή και παρατημένη στην άκρη ενός ξεβαμμένου τοίχου κάπου στο Memphis – κινήθηκε μέσα σε κάμαρες απομόνωσης, συνοικιακά μπαρ, με παρίες ενός απρόσκλητου κόσμου, φτηνά μοτέλ, πίσω αυλές γεμάτες αναθέματα και τροχόσπιτα όπου τα blues και η country του θανατικού μολογούσαν μερικά από τα πιο λυπημένα ξοδέματα που έβγαλε ο χώρος.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ το 1964, υιοθετημένος. Στα πέντε του μετακομίζει στην Georgia και αποφασίζει πως αγαπημένο του τραγούδι είναι το Kaw-Liga του Hank Williams. Ξεκινά να γράφει τραγούδια, ο παππούς του έπαιζε κιθάρα κι έφτιαχνε country κομμάτια καθώς η γιαγιά του φτιασίδωνε τους στίχους. Αρχίζει να παίζει τρομπέτα στην ηλικία των εννιά, μέντοράς του ο Randy Edgar, αγαπημένα του τραγούδια τότε, το Night The Lights Went Out In Georgia του Bobby Russell, το Delta Dawn τραγουδισμένο από το δεκατριάχρονο κορίτσι θαύμα, Tanya Tucker, καθώς και το The Night Chicago Died των Βρετανών Paper Lace. Στην ηλικία των δεκατριών κατεβαίνει στην πόλη με λίγα δολάρια στην τσέπη κι αγοράζει το Sgt. Peppers, μαζί μ’ αυτό κι ένα γιουκαλίλι.

  • γράφει ο  Γιάννης Ζελιαναίος


    … κράτα ρε φίλε, ένα ταξί παραμάσχαλα να πάρουμε… κι αυτό θα μας φύγει. Με κάμποσα κατοστάρικα πίναμε ιούσκια κάποτες, τους ξερνούσαμε τους πούστηδες και δίναμε και παραπάνω για το καθάρισμα να ουμ. Αυτό το να ουμ απ’ τις ταινίες το πήραμε… μπορεί κι απ’ τους Μπαοκτζήδες. Ναι ρε, απ’ τους Μπαοκτζήδες και να πα να γαμηθεί η κουλτούρα που γαμεί το χαρτί. Κράτα ρε, μη πέφτεις… έλα δω… κοίτα με ρε μαλάκα, σηκώνω το κουλό μου. Ρε το πούστη… όχι το ταρίφα ρε μαλάκα, εσένα λέω… ναι ρε, εσένα. Κάθεσαι σ’ αυτή τη κολώνα που ‘ναι σαν καβλί τόση ώρα και σε κρατάω… ρε το πούστη… ρε μαλάκα, βαστήξου στα πόδια σου, ρε σύνερθε… καλά εντάξει μη συνέρθεις, πώς να συνέρθεις, το κώλο σου ήπιες… ναι ρε, εντάξει θα ‘ρθει το ταξί. Ρε μαλάκα,

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    «Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
    ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο»

    Αν ψάξεις με μια γρήγορη ματιά στα κεφάλαια που συνδέουν την ποίηση με την μουσική εύκολα θα διαπιστώσεις πως είναι ο περισσότερες φορές μελοποιημένος. Ο άληστος Edgar Allan Poe που έγινε κάτι σαν ευαγγέλιο για όλη την γοτθική κουλτούρα δεν άφησε τα μεθυσμένα χνώτα του μονάχα στην σκοτεινή μουσική αλλά και σε άλλα είδη και μορφές τέχνης. Σχεδόν όλα τα μουσικά είδη όμως που διάβηκαν μέσα στα χρόνια είχαν κάποιον καλλιτέχνη να ξεφυλλίζει τις σελίδες του και να σιγομουρμουράει στις δικές του ονειροκαταδιώξεις ένα στίχο, ένα ποίημα, μια ιστορία του κυρίου Ποτέ πια. Χρόνια πριν και από τότε που πέθανε ο συγγραφέας, ένας μυστηριώδης επισκέπτης σημάδευε κάθε χρόνο τα γενέθλια του (19 Γενάρη 1809) με έναν μεταμεσονύκτιο φόρο τιμής. Άφηνε τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μισογεμάτο μπουκάλι κονιάκ στον τάφο του Poe, προτού χαθεί και πριν ξεθαφτεί η καινούργια μέρα. Τα τελευταία χρόνια, η παράδοση αυτή σιώπησε αφού ο επονομαζόμενος ως Poe Toaster σταμάτησε να επισκέπτεται τον τάφο του ποιητή την νύχτα των γενεθλίων του. Μια παράδοση που ο μύθος λέει πως ήταν οικογενειακή υπόθεση αφού πήγε από πατέρα σε γιο και μετέπειτα ο γιος εξαφανίστηκε. Από τότε διάφοροι μιμητές εμφανίστηκαν στον τάφο του Poe συνεχίζοντας το τελετουργικό, μέχρι τρία χρόνια πριν όπου το όλο εγχείρημα ανέλαβε να φέρει εις πέρας το Maryland Historical Society της Βαλτιμόρης.
    Φέτος το φάντασμα του Poe γιορτάζει τα 210 χρόνια από την γέννησή του και ο γράφων ψάχνει την δισκοθήκη του διαλέγοντας κάποιες αγαπημένες απαγγελίες και τραγούδια-αναφορές στον άνθρωπο που ήπιε μέχρι θανάτου και βαφτίστηκε ο συγγραφέας του σκοταδιού.

  • Εκείνο που θα θυμάμαι πάντα απ’ τα χρόνια του Λυκείου ήταν οι κοπάνες της Τετάρτης σαν ήμασταν απογευματινοί. Πρώτα έπεφταν οι μπύρες στο τάκα τάκα μαμ, εκεί στην Καλλιθέα πίσω απ’ την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και μετά καρφί στον ηλεκτρικό για τον Περισσό. Έπαιζε η ομάδα βλέπεις κύπελλο και σένα δεν σ’ ένοιαζαν τα γαλλικά της αίθουσας αλλά εκείνα της σκεπαστής. Κοκκινόμαυρο καρό πουκάμισο, περφέκτο πέτσινο με την αγκράφα να κοπανιέται πέρα δώθε, γούρια και τα δυο, Τετάρτες-Κυριακές. Η πρώτη επαφή με τον Νίκο Νικολαΐδη θες πίστεψέ το, θες μην το πιστεύει,ς ήταν το ιστορικό πανό της original που έγραφε: «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα». Κοίταζα ολόγυρα το γήπεδο κι έψαχνα για κείνα τα κουρέλια μέχρι που ήρθε ένας τύπος κοντά στα 50 μια από κείνες τις Τετάρτες όταν η βροχή σε τσάκιζε και η ομάδα δεν έλεγε να το γράψει το ρημάδι με τίποτα. Σιδερένια μαλλιά, άσπρο μούσι με ίχνη πασατέμπο πάνω του, πρησμένα μάτια, βιβλιαράκι ιπποδρόμου στό ‘να χέρι, τρανζιστοράκι στ’ άλλο, κολλημένο πάντα στ’ αυτί. Προφέσορας της κερκίδας, προπονητής, πρόεδρος, μάνατζερ, παίκτης, αλογομούρης, βασιλιάς των γνώσεων.

  • Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

    Εμπνευστής μια ολόκληρης γενιάς, δημιουργός μερικών από των πιο καυστικών βιβλίων που γράφτηκαν τον προηγούμενο αιώνα. Τραχύς, με μαύρο χιούμορ αλλά και παραληρηματικός σε θέματα όπως ο εθισμός στα ναρκωτικά, το σεξ και η φρίκη του πόνου γενικότερα. Πάνω απ’ όλα όμως ένας καταπέλτης καταγγελιών εναντίων των κυβερνητικών συστημάτων ελέγχου της ανθρωπότητας, από τους έχοντες και κυβερνώντες. Ενεργός μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 2 Αυγούστου του 1997, ο William S. Burroughs ή αλλιώς ο παππούς όλων μας - όπως τον είχε αποκαλέσει κάποτε η Patti Smith - δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει πάνω στο γράψιμο, στη ζωγραφική, στις εμφανίσεις του στον κινηματογράφο, στις δημόσιες απαγγελίες καθώς και στη μουσική όπου επηρέασε καλλιτέχνες όπως οι David Bowie, Tom Waits, Kurt Cobain και πολλοί άλλοι. Δεν είναι διόλου τυχαία άλλωστε η σχέση του με την μουσική αν σκεφτείς πως το πρόσωπό του χώρεσε μέσα σε εκείνο το κολάζ φιγούρων της ανθρωπότητας που κοσμούσε το για κατά πολλούς καλύτερο άλμπουμ όλων των εποχών. Ο λόγος φυσικά για το Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band των Beatles, όπου τον διακρίνουμε στριμωγμένο δίπλα στην Marilyn Monroe.

FEATURED VIDEOS

  • 1