Να μιλάς χωρίς να τραγουδάς: Η αλήθεια του "Aristophobia Nervosa". Η Lia Hide αφήνει τη φωνή της γυμνή από επίδειξη και ξανασκέφτεται τι σημαίνει να εκτίθεσαι, να επιμένεις και να δημιουργείς χωρίς δίχτυ ασφαλείας...

Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για έναν δίσκο που δεν θέλει να «λειτουργήσει» όπως οι άλλοι. Το Aristophobia Nervosa δεν ζητά να το αγαπήσεις. Δεν προσπαθεί να σε πείσει. Στέκεται απέναντί σου και σου λέει: έτσι έγιναν τα πράγματα. Η Lia Hide δεν αρνείται το τραγούδι. Αρνείται την ευκολία του. Για χρόνια έβλεπε τη φωνή ως ένα ακόμη όργανο. Όχι ως κέντρο. Όχι ως πρόσωπο. Κι όμως, το πρόσωπο είναι αυτό που μένει. Η «τραγουδίστρια» επισκιάζει τη συνθέτρια, την ενορχηστρώτρια , την παραγωγό. Το όνομα κρύβει. Το έργο αποκαλύπτει.

Σε αυτόν τον δίσκο, η φωνή δεν στέκεται μπροστά από τη μουσική. Περπατά μέσα της. Ηχογραφημένη σε κινητό, σε ώρες αμήχανες ή εξαντλημένες, κρατά κάτι που το στούντιο συχνά λειαίνει: την πρώτη σκέψη πριν προλάβει να φορέσει τεχνική. Όχι από αδιαφορία. Από πρόθεση. Η ωμότητα εδώ δεν είναι στυλ. Είναι ανάγκη.

Η επιλογή της ελληνικής γλώσσας λειτουργεί σαν ρίσκο που τελικά λυτρώνει. Η Hide μιλά για τον φόβο της προφοράς, για την αγωνία μήπως ακουστεί «σαν κάτι έτοιμο». Κι όμως, μέσα από αυτή τη γλωσσική έκθεση, βρίσκει έναν πιο καθαρό τόνο. Χωρίς γλυκαντικά. Χωρίς δραματική υπερβολή. Μια καθημερινή φωνή που κουβαλά δύσκολες ιστορίες.

Ο τίτλος του δίσκου μοιάζει ειρωνικός, αλλά δεν είναι. Η «αριστοφοβία» γεννήθηκε από την κακοποίηση μιας λέξης που κάποτε σήμαινε το αγαθό, το έντιμο, το ουσιαστικό. Η οργή εδώ δεν είναι πολιτική διακήρυξη. Είναι προσωπικό όριο. Μια άρνηση να συμμετέχεις σε μια ρητορική που αδειάζει τις λέξεις από το βάρος τους.

Στη σκηνή, το έργο γίνεται σχεδόν θεατρικό, αλλά δεν παύει να είναι μουσικό. Είναι γραμμένο για ένταση, για χαμηλές συχνότητες που δονούν το σώμα. Δεν χωρά εύκολα σε μικρούς χώρους, ούτε σε μικρές προσδοκίες. Η διεθνής αναγνώριση, ακόμη και η πορεία μέχρι τη διαδικασία των Grammy, δεν αλλάζει τον πυρήνα. Οι διακρίσεις δεν πληρώνουν τα ενοίκια των στούντιο, ούτε φέρνουν αυτόματα ευκαιρίες. Φέρνουν όμως μια σιωπηλή επιβεβαίωση: δεν είσαι αόρατη.

Στην κουβέντα που ακολουθεί, η Hide μιλά χωρίς στόμφο. Για τη ρουτίνα της διδασκαλίας, για τις συγκρούσεις στο στούντιο, για την ανάγκη να μη γλυκάνει όσα πονάνε. Μιλά για το να είσαι εργάτης της τέχνης πριν γίνεις καλλιτέχνης. Και για το πείσμα να συνεχίζεις, ακόμη κι όταν τα bookings αργούν και τα emails μένουν αναπάντητα.

Το επόμενο κεφάλαιο έχει ήδη αρχίσει. Πιο μινιμαλιστικό, λέει. Διαφορετικό. Όπως πάντα.
Γιατί τελικά, το Aristophobia Nervosa δεν είναι μια απόρριψη του τραγουδιού. Είναι μια μετατόπιση ευθύνης. Από το να ακουστείς, στο να πεις κάτι που αντέχει να μείνει.

******

Το Aristophobia Nervosa δεν λειτουργεί σαν συμβατικός δίσκος. Πότε κατάλαβες ότι το τραγούδι δεν ήταν πια το κατάλληλο μέσο για αυτό που ήθελες να πεις;

Νομίζω πως στα χρόνια που δισκογραφώ, δεν έχω νιώσει παρά μόνο ελάχιστες φορές πως το τραγούδι, ή καλύτερα, το να τραγουδάω και να τα ηχογραφώ και να τα κυκλοφορώ/εκθέτω, είναι το κατάλληλο μέσο για να πω αυτά που θέλω. Πάντα θεωρούσα πως η φωνή είναι άλλο ένα όργανο, και είναι μάλλον αναγκαίο κακό – o κόσμος τείνει να θυμάται πιο εύκολα εμάς. Αυτό που συμβαίνει με την έκθεσή μου ως 'τραγουδίστρια' ενώ είμαι πολλά περισσότερα (τραγουδοποιός/συνθέτης, πιανίστρια, ενορχηστρωτής, παραγωγός, κλπ κλπ), έχει πολύ πλάκα – δεν αναφέρει σχεδόν κανείς τις άλλες μου ιδιότητες, που είναι εδώ που τα λέμε (κατ' εμέ τουλάχιστον) πιο 'δύσκολες' να καταφέρεις. Εγώ σε όλη μου την δισκογραφία θεωρούσα ότι το όλο δημιούργημα θα πει αυτό που θέλω κι όχι η φωνή μόνο (κι ακόμα δηλαδή, έτσι σκέφτομαι όταν δημιουργώ).

Το όνομά μου *Hide - που ναι είναι από κατά λάθος ορθογραφικό μεν, ταιριαστό για πολλά χρόνια δε, 'έκρυβε' τελικά ακριβώς αυτό : εμένα. Προτιμούσα να κρύβομαι πίσω από τα τραγουδιστικά μου λόγια/στίχους, μελωδίες, χωρίς να παρουσιάζω με 100% ειλικρίνεια ποια είμαι και τι θέλω να πω, και κυρίως χωρίς να τραγουδάω όπως ήθελα. Ίσως λόγω των σπουδών, αν και ξεκίνησα “αυτοδίδακτη” ή πιο σωστά, εκτός-ωδειακή ακροατομαθήτρια και σπούδασα πολύ αργότερα, φόρεσα μάλλον πολύ βαριά πάνω μου το σαμάρι της ευθύνης όλης της δυτικής ιστορίας της μουσικής - δικό μου το φταίξιμο κι η ενοχή που απέκτησα – οι καθηγητές μου ήταν -σχεδόν- όλοι εξαιρετικοί και ανοιχτόμυαλοι. Ίσως λόγω των συνεργατών που ήταν πάντα γύρω μου κυρίως άντρες, στουντιακά/ενορχηστρωτικά/παιχτικά κλπ (στις ελάχιστες εξαιρέσεις η Ειρήνη Κετικίδη και η Ηλιάνα Κορέτση) και πάντα αυτοί “ξέραν καλύτερα” ή προσπαθούσαν “να με προστατέψουν” και δεν μπορούσα να πω την γνώμη μου χωρίς δεικτικά σχόλια, κάτι που με μπλόκαρε και με έκανε να μαζεύομαι ή να προσπαθώ να γίνω πιο κατανοητή σε αυτούς μπας και τουλάχιστον σταματήσει η κριτική και τελειώνει η μίξη. Γι' αυτό ίσως και άργησα κιόλας να.. κυκλοφορήσω - αν και ξεκίνησα να δημιουργώ και να παίζω live με μπάντες από τα τέλη 90ς, να ηχογραφώ με πρότζεκτ από το 2007, τον προσωπικό μου δίσκο τον κατάφερα το 2013. Ίσως λόγω της εργασίας μου: το ότι είμαι καθηγήτρια τραγουδιού, με έχει εδώ και 20+ χρόνια, δυστυχώς ή ευτυχώς, καθηλωμένη σε μία κατάσταση όπου τραγουδάω “στη δουλειά” κάποια από τα δυσκολότερα τραγούδια σε ποικίλα ρεπερτόρια, καθημερινά, χωρίς κοινό, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς καμία ανταπόδοση πέραν αυτής του μαθητή μου εκείνης της στιγμής, κι έτσι, έφτασε κάποια στιγμή το να τραγουδάω να μου είναι.. αν όχι βαρετό, σίγουρα ρουτίνα. Γι' αυτό κιόλας δεν θα ακούσει κανείς από μένα δισκογραφικά τις δυνατότητές μου, αν με πετύχει σε live, μόνο τότε. Μου φαίνεται αστείο να γράψω κάτι για να “δείξω” την φωνή μου, ενώ στο live παρασέρνομαι από την στιγμή και με κάνει ότι θέλει αυτή. Άρα, πότε κατάλαβα ότι το τραγούδι δεν είναι το κατάλληλο μέσο? Δεν ξέρω αν είναι. Δεν έχω τοποθετηθεί απέναντι του, ίσα-ίσα, απλά με τον συγκεκριμένο δίσκο, δεν ήθελα να τα πω τραγουδιστικά (εκτός από την 'Αρρώστια' που είναι ερωτοτράγουδο, και ε, στα καταραμένα ερωτοτράγουδα νομίζω πως το 'χω πια το κολάι) . Δεν ήθελα να τα γλυκάνω ή να παραπονεθώ ή να τα ντύσω κάτι πέραν από αυτό που είναι: είναι ιστορίες πολύ δύσκολες και τις ήθελα όπως τις έζησα και τις ζω, ωμά και με καθημερινή φωνή (εξ ου και η ηχογραφήσεις με το κινητό).

Είναι ο πρώτος σου δίσκος εξ ολοκλήρου στα ελληνικά. Τι σε εξέθεσε περισσότερο αυτή η επιλογή και τι σου έδωσε πίσω;

Ένιωσα πολύ άνετα η αλήθεια είναι, αν και είναι ένα βήμα που το φοβόμουν πολύ καιρό. Είναι μακράν ο αγαπημένος μου δίσκος να ακούω, από τους δικούς μου. Ένιωσα πολύ άνετα και λόγω του Θάνου Καλέα, που το τελειώσαμε μαζί στο στούντιο (φυσικά και είχα την στήριξη των αγοριών μου, του Γιώργου Ράδου και του Aki'Base που το άκουγαν σε κάθε του εξέλιξη και το στηρίξανε με όλες τους τις δυνάμεις). Τι μου έδωσε πίσω? Μία Grammy consideration για Best Spoken Word/Poetry Album και απίστευτα καλές κριτικές απέξω, και λόγω αυτών, την προσοχή κάποιων μεγάλων εντύπων, εδώ. Περίμενα πολλά περισσότερα από εδώ, από το ραδιόφωνο και την 'σκηνή', αντ' αυτών, μου έδωσε αυτό που δίνει πάντα το εδώ – αλλά είμαι καλό κορίτσι και δεν θα πω την γραφική φράση που μου έρχεται.. Κρατάω τα καλά. Ο δίσκος κυκλοφόρησε από την Second Records της Αυστρίας, σε βινύλιο, σε παγκόσμια διανομή, είχε όμως και όλη την καλή διάθεση της σύμπνοιας των γλυκύτατων Institute for Experimental Arts. Τον άκουσαν άνθρωποι που εκτιμώ πολύ, τον αγνόησαν επιδεικτικά άλλοι, δεν πειράζει, δεν είναι πατάτες τηγανιτές, δεν μπορεί να αρέσει παντού.

Ο τίτλος μιλά για έναν φόβο απέναντι στην «αριστεία». Πότε ένιωσες ότι η ευαισθησία ή η επιμονή σου έγιναν βάρος ή απειλή για τους άλλους;

Ο τίτλος μιλά για μια φοβία που ανέπτυξα στην αλόγιστη και χλευαστική σχεδόν χρήση, των τελευταίων εχμ.. 6 και κάτι χρόνων ας πούμε, της λέξης “Αριστεία”. Στην αρχή με ενόχλησε μετά άρχισε να μου δημιουργεί πραγματικό θυμό και πρόβλημα, να ακούω όλες αυτές τις άρες μάρες κουκουνάρες για αρίστους και μετακλητούς. Τα αριστεία εμείς στην μουσική, ως πχ τίτλος σπουδών, ιδρώνουμε για να τα πάρουμε. Αρχαιολογία και τέτοια δεν είμαι, αλλά για να εξηγήσω : το Άριστο κατά την αρχαιότητα εξέφραζε την έννοια του Αγαθού (πχ επειδή η τροφή αποτελούσε το πιο σημαντικό αγαθό επιβίωσης του ανθρώπου στην καθημερινότητα του, το πχ γεύμα ονομαζόταν Άριστο - πιθανότατα πρωινό ή μεσημεριανό). Το Αγαθό είναι κάτι που εννοιολογικά στερείται κακού. Και στο διανοητικό κομμάτι η λέξη είχε την έννοια του αγαθού δηλ. του έντιμου ανθρώπου, του ανθρώπου με ήθος και αξία, αυτόν που οι πράξεις και η στάση της ζωής του δίνανε το μέγιστο όφελος σε αυτόν που ακολουθούσε το πρότυπο του. Ε, γι’ αυτό και είμαι έξαλλη με την χρήση της λέξης, κι έτσι απέκτησα φοβία (που λέει ο λόγος) στο να την βλέπω ή να την ακούω. Η επιμονή μου ναι, ίσως κι η ευαισθησία μου μάλλον είναι βάρος για κάποιους που κατά καιρούς θα βρεθούν κοντά μου, και αργά ή γρήγορα, θα μαζέψουν τα μπογαλάκια τους προς άλλη παραλία.

Φυσικά και έχουν φτάσει στα αυτιά μου τι λένε για μένα εκεί έξω, σε μια δαχτυλήθρα κολυμπάμε όλοι, εξάλλου. Δεν νομίζω να έχω καταφέρει να γίνω μέχρι και απειλή, για κάποιον, oh wow, φαντάζεσαι;! Σε γενικές γραμμές είμαι συνήθως αυτή που θα δίνει χαλί να την πατήσεις, αλλά ποιος ξέρει… Κάποιον θα έχω κακοκαρδίσει κάποτε, I guess. Είμαι όμως πλέον στην ηλικία που δεν με απασχολεί καθόλου σε ποιοyς είμαι συμπαθής και σε ποιοyς όχι και γιατί, με όποιο το κόστος, και δεν μπορώ να πάρω μέρος σε πηγαδάκια και παρεάκια αν δεν είναι true, μονό και μόνο για να είμαι relevant, ή για να συμπεριληφθώ.

Η φωνή εδώ λειτουργεί κυρίως ως αφήγηση και όχι ως επίδειξη. Πώς επαναπροσδιόρισες τη χρήση της φωνής σου σε αυτό το έργο; Τα φωνητικά ξεκίνησαν ως ηχογραφήσεις σε κινητό τηλέφωνο. Τι κρατά αυτή η πρώτη, ωμή λήψη που θα χανόταν σε μια πιο «καθαρή» στούντιο συνθήκη;

Το δύσκολο ήταν η γλώσσα, που εγώ φοβόμουν, γιατί έχω ακούσει και ακούω πολλά ελληνικά άλμπουμ που με κάνουν να στραβομουτσουνιάζω με τα ελληνικά τους – βεβαία, περί ορέξεως, δεν είμαι κι ο πιο εύκολος ακροατής, εδώ που τα λεμέ (ναι, θα με έλεγες ξινή, γενικά..). Φοβόμουν ότι θα μου βγει προφορά περίεργη ή ότι θα ακουστώ σαν τις συναδέλφισσες του έντεχνου, και δεν ήθελα. Βοήθησε αρκετά ακριβώς αυτό, το ότι κρατήθηκαν οι πρώτες ηχογραφήσεις, και μπήκανε αυτές στο δίσκο, οπότε και δεν μπήκε κανένα φίλτρο αυτοπεποίθησης ή τεχνικής εκεί. Κάποια ήταν αργά το βράδυ κλαίγοντας, άλλα ήταν παζλ πολλών σκέψεων και πολύ προσεκτικό edit, άλλα ήταν αυτόματο brainstorming, εντελώς throughcomposed (όπως πχ η Σπανακόπιτα, έτσι βγήκε, έτσι το ακούτε, ένα take, μία στιγμή). Όπως είπα και πριν, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ, μακάρι να μπορούσα ίσως, να χρησιμοποιήσω την φωνή μου για να κάνω επίδειξη, είναι κόντρα στην αισθητική μου. Δεν θέλω ο άλλος να με ακούσει με το στανιό γιατί τα σπάω σαν τραγουδίστρια. Θέλω να ακούσει όλο το έργο, όλο το κομμάτι, όλο το δίσκο, και να δει και το βίντεο εάν υπάρχει.

Ένα λεπτό όμως, να πούμε λίγο τα σύκα και της σκάφης: τα φωνητικά μπορεί να γραφτήκαν στο κινητό, αλλά ο δίσκος σε καμία περίπτωση δεν ήταν .. ξεπέτα. Στο στούντιο δουλέψαμε πάρα πολύ σκληρά να γίνει όλο αυτό μία συνθήκη αντάξια των ενορχηστρώσεων και των παιξιμάτων των παιδιών, δεν ήταν η εύκολη λύση, ήταν η αναγκαία κατάσταση για το ζητούμενο.

Ο δίσκος κινείται ανάμεσα σε πολλά ηχητικά πεδία χωρίς να διαλύεται. Ποιος ήταν ο βασικός σου άξονας στην παραγωγή για να παραμείνει ενιαίος;

Ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια, χαίρομαι που το πέτυχα. Αφενός, σκληρή και πολύ δουλεία. Πολλές ώρες ενορχηστρωτικά και sampling και editing και φτου κι από την αρχή, άπειροι τσακωμοί και συγκρούσεις και διαφωνίες με τα αγόρια μου, αλλά και φανταστικό τους μπασοτύμπανο που πάντα δένει το γλυκό. Αυτό νομίζω. Μπορεί εγώ να γράφω τα πάντα όλα, αλλά τα εκτελούμε οι 3 μας, και μπορεί σε αυτόν τον δίσκο να τους άφησα τις λιγότερες ελευθερίες από ποτέ, αλλά στα πράγματα που πήραν πρωτοβουλία, τα κομμάτια απλά απογειώθηκαν (πχ τα σόλο του μπάσο του Aki στην Σπανακόπιτα και Νθύμιον και ο χαρακτήρας του παιξίματός του, τα τύμπανα του Γιώργου, που κατ' εμέ, είναι από τους λίγους του χώρου που έχει τον δικό του, κατάδικό του ήχο, θα τον αναγνώριζα παντού και πάντα, και τον λατρεύω). Και το πιο σημαντικό, όλο αυτό έδεσε, γιατί ο Θάνος που το μιαρέ με άκουσε, με πίστεψε, με άφησε να κάνω ότι θέλω και το πήγαμε μαζί κι ακόμα παραπέρα και παραπάνω. Και ε, ναι. Έχουμε φανταστικό μαστερά, απλά μπείτε discogs και γράψτε Denis Blackham…

Σε κομμάτια χωρίς φωνή, όπως τα Nthymion και To Gnothi, η σιωπή αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Πότε επιλέγεις να μη μιλήσεις;

Έχω γράψει τόσα πολλά πλήκτρα σε αυτά τα 2 κομμάτια που πραγματικά εξουθενώθηκα, και δεν ήθελα και να πω και κάτι παραπάνω. Το Γνώθι λέει “Είμαι ένα...” για να το συμπληρώσετε εσείς – να γίνει του καθενός δικό του. Το Νθύμιον πάλι είναι σαν ..σουβενίρ από τα live στις περιοδείες που έχουμε παίξει, που όταν παίζουμε το DAD ή το Johnnhy and I όλο ξεφεύγουμε και από 7λεπτα, 8λεπτα κομμάτια τα κάνουμε του ενός τετάρτου, οπότε με έτρωγε το χεράκι μου να έχουμε ένα ακόμα Korn κομμάτι να παίζουμε, κι εγώ επιτέλους να βάλω λίγο γλώσσα μέσα.

Πώς μεταφέρεται ένα τόσο εσωτερικό και αφηγηματικό έργο στη σκηνή; Τι αλλάζει όταν το Aristophobia Nervosa γίνεται live;

Μέχρι τώρα έχει παιχτεί 2 φορές και οι 2 σε μικρά θέατρα. Ενώ στην αρχή εγώ το δρομολόγησα και το επέλεξα λόγω της οικειότητας του μικρού χώρου, τελικά δεν θα το ξαναπροτιμήσω, παρά μόνο για μία τελευταία φορά, τώρα τον Μάρτιο που θα παίξουμε στην Μικρή Σκηνή στην Θεσσαλονίκη. Δεν είναι η μουσική μας για μικρή σκηνή, ακόμα κι αν μπορούμε να τα καταφέρουμε εξαιρετικά. Ναι, είναι πιο θεατρικό το δρώμενο, σχεδόν σαν παράσταση, γιατί μπορώ να το κάνω, ναι, μπορείς να δεις τις 23999 εκφράσεις που παίρνω και ναι με παίρνουν τα κλάματα, ναι τα αγόρια μπορούν να κάνουν μαγικά και ο ήχος είναι πάντα τέλειος, αλλά ο δίσκος έχει γραφτεί για να παιχτεί δυνατά και βαριά και έντονα. Για αυτό και στις 2 προηγούμενες εμφανίσεις δεν παίχτηκε ολόκληρος γιατί οι χώροι δεν άντεχαν αντίστοιχα sub και decibel και κοπήκαν κομμάτια. Οπότε, στο βωμό του δράματος δεν θα θυσιάσω την μουσική. Μουσικός δίσκος είναι στο κάτω-κάτω, όχι μονόπρακτο, ούτε 'φασούλα' 3 σινθια pre-rec και από πάνω φωνές με ύφος και πολύ θεαθήναι.

Έχεις αναφέρει ότι το υλικό θα αποκτήσει και αγγλόφωνη εκδοχή. Πρόκειται για απλή μετάφραση ή για μια νέα ανάγνωση του ίδιου έργου;

Ένα κείμενο που σέβεται τον εαυτό του δεν μπορεί απλά να μεταφραστεί, έτσι έχει γίνει απόδοση του κειμένου, κυρίως γιατί κάποιες φράσεις είναι καθαρά ελληνικές και έπρεπε να αποκτήσουν την αντίστοιχη έννοια στα αγγλικά. Οι στίχοι υπάρχουν ήδη στο site μας, liahide.com σε ξεχωριστό tab, αλλά ναι, θα κυκλοφορήσουν πολύ σύντομα σε βιβλίο, μαζί με ποιητικές συμμετοχές, αλλά και με πολύ ιδιαίτερη εικονογράφηση. Δεν μπορώ να αποκαλύψω ακόμα ακριβώς τι είναι αυτό, αλλά είναι ήδη κατά τα 80% έτοιμο, και είμαι κι εγώ και ο εκδοτικός οίκος πολύ ενθουσιασμένοι για αυτή την κίνηση! Σύντομα, λεπτομέρειες! Υπάρχει συζήτηση από την Second Records για ηχογράφηση και της αγγλικής version, δεν έχουμε αποφασίσει ακόμα όμως.

Μετά από έναν τόσο πυκνό και απαιτητικό δίσκο, προς ποια κατεύθυνση νιώθεις ότι κινείται το επόμενο κεφάλαιο της δισκογραφίας σου;

Το επόμενο κεφάλαιο έχει ήδη τίτλο, και είναι έτοιμο για πρόβες και φινιρίσματα, το γράφουμε ήδη με τα παιδιά άδω και καιρό, έτσι λειτουργεί το πρότζεκτ αυτό, πάντα – πριν κυκλοφορήσει καν ο ένας δίσκος, ο επόμενος είναι κατά το ήμισυ τοποθετημένος στο χώρο το - κι εγώ δεν κάθομαι στα αυγά μου εύκολα η αλήθεια είναι. Είναι πιο .. μινιμάλ, τρόπον τινά, αν πρέπει να πω κάτι, και όχι δεν μοιάζει με οτιδήποτε άλλο έχουμε κυκλοφορήσει και ναι είναι όπως λέει κι ο Aki'Base ο καλύτερος μας δίσκος, ως ο επόμενος. Παρόλα αυτά, στην Αριστοφόβια χρωστάμε το βίντεο της, ένα κινηματογράφημα που ετοιμάζουμε με τον Θάνο Λυμπερόπουλο άδω και πολύ καιρό, και μόλις τελειώσουμε τα γυρίσματα θα αρχίσουμε τα δέοντα σπαμαρίσματα, promise…

Ευχαριστώ για τον χρόνο σου!

Εγώ ευχαριστώ που αντέξατε τα.. σεντονάκια μου!

 official site

bandcamp

facebook

instagram

Second Records

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Lia Hide - "Aristophobia Nervosa": Μια σκοτεινή spoken word εμπειρία στην ελληνική γλώσσα...

"Η μουσική μας λέει πού να πάμε": Οι iota για το One Band, One Show...

Καλλιόπη Μητροπούλου: «Το Between εκφράζει το μετέωρο, την αβεβαιότητα..»

«Μπλακ»: Η Katscenes μιλά για τη δημιουργία, τη συνεργασία και την εξέλιξη της μουσικής της ταυτότητας...

Bog art: Χορεύοντας ανάμεσα στα συντρίμμια του χρόνου...

Μια συζήτηση με τη Σtella: Επιβραδύνοντας για να πας μπροστά...


image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 

 

Miles Davis: «Έχω αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε ή έξι φορές...»

Γράφει ο Αχιλλέας ΙΙΙ

Υπάρχει ένα ανέκδοτο που κυκλοφορεί καιρό στην πιάτσα, σύμφωνα με το οποίο όταν ο Miles Davis βρέθηκε καλεσμένος στο Λευκό Οίκο με τη σύζυγό του από τον Ronald Reagan για τη βράβευση του Ray Charles, γύρισε η πρώτη κυρία των ΗΠΑ και τον ρώτησε “Τι σπουδαίο έχεις κάνει εσύ στη ζωή σου και σε κάλεσαν εδώ απόψε;” Ψύχραιμα εκείνος της απάντησε: “Λοιπόν, έχω αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε ή έξι φορές. Εσύ τι έχεις κάνει, πέρα από το να πηδάς τον Πρόεδρο;”

Read more ...

Forgotten Records: Forever Changes (1967), Η σκιά πίσω από το Καλοκαίρι της Αγάπης...

Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

Πώς ο Arthur Lee και οι Love αποδόμησαν το ψυχεδελικό όνειρο του ’67 και άφησαν έναν δίσκο που ακόμη στοιχειώνει το παρόν

Υπάρχουν άλμπουμ που καταγράφουν την εποχή τους και άλλα που την αμφισβητούν. Το Forever Changes των Love ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Κυκλοφόρησε το 1967, τη χρονιά που το καλοκαίρι ονομάστηκε «της αγάπης» και η Καλιφόρνια φάνταζε σαν υπόσχεση διαρκούς φωτός. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη συλλογική μέθη, ο Arthur Lee έγραφε τραγούδια που έμοιαζαν με σημειώματα από το υπόγειο.

Read more ...

Prolapse - "I Wonder When They’re Going To Destroy Your Face" + Συναυλία στο Αρχιτεκτονική live stage...

Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

Με το I Wonder When They’re Going To Destroy Your Face, οι Prolapse επιστρέφουν στη δισκογραφία ύστερα από 25 ολόκληρα χρόνια και το κάνουν όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς από μια μπάντα που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να γίνει αρεστή, επίκαιρη ή «εύπεπτη». Δεν πρόκειται για comeback καριέρας, αλλά για μια ωμή υπενθύμιση ότι ο θυμός, η ειρωνεία και η κοινωνική δυσανεξία δεν γερνούν, απλώς… συσσωρεύονται.

Read more ...

Στην Άλλη Άκρη Της Γραμμής Μια Άγνωστη...

Γράφει ο Γιώργος Τσέκας 

Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει…Επίμονα… Για αρκετή ώρα. Κανείς δεν μιλάει στο σπίτι. Σηκώνομαι αργά-αργά και απαντάω. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια άγνωστη, «Η» άγνωστη. «Εγώ είμαι πάλι, μου είπε δεν με θυμάσαι;» Μα καλά πως είναι δυνατόν, γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί προσποιείσαι πως δεν με ξέρεις;» Μου έδωσε όσο χρόνο χρειαζόμουν για να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Η σιωπή στο τηλέφωνο αλλά και μέσα στο σπίτι έμοιαζε νεκρική.

Read more ...

Bog art: Χορεύοντας ανάμεσα στα συντρίμμια του χρόνου...

Οι Bog art μιλούν στον ΧΡΗΣΤΟ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ για τη φθορά, τη σιωπή και τη δημιουργική αντίσταση στο The Dance of Broken Promises

Υπάρχουν δίσκοι που υψώνουν τη φωνή τους και άλλοι που μαθαίνουν να στέκονται ακίνητοι, αφήνοντας τον χρόνο να περάσει από μέσα τους. Το The Dance of Broken Promises ανήκει στη δεύτερη κατηγορία: ένα έργο που δεν βιάζεται να πείσει, δεν διεκδικεί εύκολες κορυφώσεις, αλλά επιμένει στη διάρκεια, στη ρωγμή, στη σιωπή ως ισότιμο υλικό με τον ήχο.  Οι Bog art δεν γράφουν τραγούδια για να κρύψουν τη φθορά• γράφουν για να την κατοικήσουν. Με λόγο παρατηρητικό και μουσική που μοιάζει να κινείται σαν σκιά πάνω σε ερείπια, ο νέος τους δίσκος λειτουργεί ως ένας αργός χορός πάνω σε ό,τι χάθηκε, σε ό,τι δεν τηρήθηκε, σε ό,τι συνεχίζει παρ’ όλα αυτά να αναπνέει.

Read more ...

Mike Bloomfield (28.07.1943 – 15.02.1981): το λευκό αγόρι που αγάπησε τα blues όσο κανένας...

Με αφορμή τη συμπλήρωση 45 χρόνων από τον θάνατο του θρυλικού κιθαρίστα, ο Θανάσης Μήνας ξεφυλλίζει τις σημαντικότερες σελίδες της ζωής και της δισκογραφίας του πιο αγαπημένου του κιθαρίστα.

Στο απόγειό του, ο Mike Bloomfield ήταν ο σημαντικότερος λευκός blues κιθαρίστας της γενιάς του. Η ένταση και η αφομοίωσή του στα αφροαμερικανικά blues συνέβαλαν καθοριστικά στον αναδυόμενο ήχο της δεκαετίας του '60. Οι συνεισφορές του σε ηχογραφήσεις όπως το Highway 61 Revisited ήταν πολύ σημαντικές, αλλά η θητεία του στην Butterfield Blues Band ήταν αυτή που εδραίωσε τη φήμη του. Μια ομάδα μουσικών του Σικάγο που συνδύαζαν σκληρά ηλεκτρικά blues με τις ελεύθερες παρεκκλίσεις της Αντικουλτούρας∙ η κιθάρα του Bloomfield ήταν εξίσου προσδιοριστική για τον ήχο τους όσο και η φυσαρμόνικα του ηγέτη Paul Butterfield. Όπως δήλωσε κάποτε ο ρυθμικός κιθαρίστας του συγκροτήματος, ο Elvin Bishop: «Κανείς δεν ήταν τόσο καλός όσο ο Bloomfield. Τεχνικά ήταν ένα τέρας».

Read more ...

Kapten: "Dancing Tooth" (ψηφιακή κυκλοφορία, 2025)

Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

Ένα πολυρυθμικό άλμπουμ για τον φόβο, τον χρόνο και τη συλλογική αφύπνιση

Υπάρχουν άλμπουμ που σου επιβάλλονται από την πρώτη ακρόαση. Και υπάρχουν εκείνα που σε κερδίζουν αργά, σχεδόν υπόγεια, μέχρι να συνειδητοποιήσεις πως έχεις ήδη μπει στον κόσμο τους. Το Dancing Tooth των Θεσσαλονικιών Kapten ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν φωνάζει. Χτίζει ατμόσφαιρα. Και μέσα της πάλλεται κάτι ανήσυχο.

Read more ...

«Το κλασικό […] αυγοθήκη, φθηνή μοκέτα και φελιζόλ»: Τα Αυτοσχέδια Μουσικά Στούντιο της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του ’70 ως τις αρχές του ’90...

Γράφει η Αλεξάνδρα Καραμούτσιου (Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ)

Εισαγωγή: Αντώνης Ζήβας

Οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ του Merlin’s Music Box στον συνεχή τους διάπλου στον τεράστιο ψηφιακό Ωκεανό των καιρών μας, ανέσυραν από τον… βυθό της ελληνικής punk σκηνής των 80’ς, την ιστορία της εν λόγω σκηνής στην Θεσσαλονίκη. Η ιστορία που θα διαβάσετε έχει γραφτεί δια χειρός της Αλεξάνδρας Καραμούτσιου και πρόκειται για την πτυχιακή της εργασία . Αν παρ' όλα αυτά πρόκειται για κάτι τέτοιο, με τη σειρά μας λέμε ένα μεγάλο «Μπράβο» για την όλη προσπάθεια, η οποία, από όσο θυμούνται τα γέρικα μυαλά μας, δεν έχει ξαναϋπάρξει κάτι αντίστοιχο για τη συγκεκριμένη punk σκήνη.

Στην ιστοσελίδα, λοιπόν,  «Κοινωνικός Atlas Θεσσαλονίκης»,  ξεδιπλώνεται μια συναρπαστική αφήγηση που φωτίζει μία λιγότερο γνωστή όψη της μουσικής ζωής της πόλης: τα αυτοσχέδια στούντιο που άνθησαν στη Θεσσαλονίκη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές του ’90.

Read more ...

Lia Hide - "Aristophobia Nervosa": Μια σκοτεινή spoken word εμπειρία στην ελληνική γλώσσα...

Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

Το νέο άλμπουμ της Lia Hide συνδυάζει ποίηση, performance και avant-garde ήχο, σε έναν από τους πιο τολμηρούς ελληνικούς δίσκους της χρονιάς

Read more ...

Tilaye Gebre: Ethio-jazz για τη νύχτα...

Γράφει ο Θανάσης Μήνας

Το παίξιμό του γεννημένου στην Αντίς Αμπέμπα σαξοφωνίστα Tilaye Gebre είναι νυχτερινό και moody. Πριν ξεκινήσει σόλο καριέρα, υπήρξε μέλος των Equators Band, οι οποίοι το 1976 μετονομάστηκαν σε Walias Band - δικό του είναι το σόλο στο φοβερό "Muziqawi Silt" των τελευταίων που περιέχεται και στις συλλογές Ethiopiques. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Χαϊλέ Σελασιέ, στα χρόνια της χούντας η ethio-jazz πέρασε σε καθεστώς ημι-παρανομίας και ο Tilaye Gebre αναγκάστηκε να ηχογραφεί στο underground... Η ανθολογία Τilaye's Saxophone With The Dahlak Band που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από την ετικέτα της Muziqawi, περιλαμβάνει εννέα κομμάτια από το 1976, εννιά μακροσκελή τζαμαρίσματα με βαριά rhythm section, υπνωτικά πλήκτρα και το σαξόφωνο να τριπάρει.

Read more ...

Μάρκος Βαμβακάρης: 54 χρόνια χωρίς τον «πατριάρχη» του ρεμπέτικου...

Γράφει ο Προκόπης Σαμαρτζής

Ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν μπήκε ποτέ στη μέση. Ούτε στη ζωή ούτε στο πάλκο. Προτιμούσε την άκρη, εκεί όπου στέκονται όσοι δεν διεκδικούν χώρο, αλλά τον γεμίζουν. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έμαθαν να ζητούν, μόνο να δίνουν. Κι ίσως γι' αυτό έμεινε τόσο μεγάλος. Υπήρξε κεντρική μορφή του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και θεμελιωτής του ρεμπέτικου τραγουδιού, όχι μόνο ως συνθέτης αλλά ως κοινωνικό και ηθικό πρότυπο. Η ζωή και η στάση του αντανακλούν την πορεία ενός ανθρώπου της εργατικής τάξης που μετατράπηκε, σχεδόν άθελά του, σε πολιτισμικό ορόσημο.

Read more ...

"Η μουσική μας λέει πού να πάμε": Οι iota για το One Band, One Show...

Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη για το νέο τους live που ενώνει nu jazz και hip hop...

Φωτογραφίες: Chistina Alossi 

Από το Part Of Something μέχρι το See Your Universe, οι iota έχουν αφήσει πίσω την ανάγκη να καθορίσουν ποιοι είναι και έχουν παραδώσει τον έλεγχο στη μουσική. Στον πυρήνα της δημιουργίας τους δεν υπάρχει φόρμα ή θεωρία• υπάρχει μόνο το groove, ο παλμός που σε βάζει μέσα στο κομμάτι και τον χώρο. Κομμάτια όπως το Dope Jazz ή το Aspect γεννιούνται έτσι, από την κίνηση και όχι από τη σκέψη, αφήνοντας τη φόρμα να έρθει εκ των υστέρων.

Read more ...

Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)

Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

Ο χρόνος, η μνήμη και ο φόβος στην ηλεκτρονική σκιά της Ελλάδας

Το πέμπτο άλμπουμ των Paranoia’s Broken Machine, Είναι ο Χρόνος Εθισμός (“Time Is an Addiction”), είναι μια σκοτεινή ηλεκτρονική εμπειρία που κινείται ανάμεσα σε dark electro, industrial και electropunk. Από την πρώτη στιγμή, η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική και σωματική, σαν να κινείται ο χρόνος σε ασταμάτητο βρόχο και οι μνήμες να καίγονται σε θραύσματα.

Read more ...

To "British Steel" των Judas Priest, μια καθοριστική στιγμή στην εξέλιξη του heavy metal...

Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

Το British Steel των Judas Priest εμφανίστηκε στην αγορά με έναν εκκωφαντικό θόρυβο για να αλλάξει τα δεδομένα τόσο για το βρετανικό συγκρότημα όσο και για τον ήχο του metal γενικότερα. Και ενώ στις προηγούμενες δουλειές τους οι Judas είχαν ακολουθήσει τρόπον τινά το ρεύμα της εποχής με progressive και hard rock/blues επιρροές, καθώς προχωρούσαν προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 και με το punk να κλέβει την παράσταση, ο ήχος τους γινόταν πιο σκληρός, πιο «μεταλλικός».

Read more ...

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1