Γιάννης Καστανάρας

  • Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας (από διάφορες πηγές)

    «Όλοι μας, άντρες ή γυναίκες, μαύροι ή λευκοί, απαιτούμε σεβασμό. Είναι βασικό μας δικαίωμα» - Aretha Franklin
    Δενήταν καν δικό της. Το έκανε όμως δικό της μετατρέποντας ένα τραγούδι γραμμένο από έναν άντρα που καλούσε τη γυναίκα του να του δείξει «λίγο σεβασμό», σε έναν ύμνο για την απελευθέρωση της γυναίκας, σε ένα εξαντλητικό φεμινιστικό μήνυμα πριν το φεμινισμό, σε μια Αμερική που μόλις είχε αρχίσει να ξετυλίγει το νήμα της γυναικείας απελευθέρωσης, σε μια Αμερική που ξυπνούσε απότομα από τα βίαια ξεσπάσματα μιας σειράς κοινωνικών κινημάτων που συγκλόνιζαν τον πλανήτη, μια Αμερική όπου ο φυλετικός διαχωρισμός ήταν ακόμα ο κανόνας σε πολλές πολιτείες. Αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεχάσει την καταιγιστική, πληθωρική παρουσία της Aretha Franklin να τραγουδά το «Respect» απευθυνόμενη στον έκπληκτο κινηματογραφικό σύζυγό της Matt Murphy στην ταινία Blues Brothers 2000; Όπως σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την καταπληκτική ερμηνεία της είκοσι χρόνια , στην πρώτη «φάση» της ταινίας, όταν τον φιλοδωρούσε με το «Think», μια άλλη κομματάρα, αφήνοντάς τον άναυδο.

  • Οι 32 Bastards είναι τέσσερις μπάσταρδοι απόγονοι των Dead Kenndys που αντανακλούν όλη εκείνη τη σοφία, την οποία οι πιονιέροι του αμερικάνικου hardcore μεταλαμπάδευσαν με τόσο ανεπιτήδευτο τρόπο σε ολόκληρο τον πλανήτη. Το Πατρινό κουαρτέτο εφορμά με ένα “kill ‘em all” attitude, και στα τέσσερα κομμάτια του πρώτου τους ΕΡ (έχει προηγηθεί ένα προπέρσινο σινγκλ) φαίνονται πραγματικά ασυγκράτητοι. Αναμιγνύοντας στοιχεία punk και rockabilly με ανεπαίσθητες αλλά αιχμηρές metal απολήξεις και ένα απρόσμενο έξοχο reggae “σπάσιμo”, οι 32 Bastards εξαπολύουν όλη τη νεανική οργή τους και την προσθέτουν στην αστείρευτη πηγή του νέου ελληνικού rock and roll. Προσπαθώ να φανταστώ όλη αυτή την ενέργεια πάνω στη σκηνή…

  • Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Ο Andrea Camilleri γεννήθηκε στο Porto Empedocle της Σικελίας το 1925. Σπούδασε σε δραματικής χολή της Ρώμης, σκηνοθέτησε έργα για το θέατρο και την τηλεόραση με ειδίκευση στον Πιραντέλο και τον Μπέκετ, και υπήρξε παραγωγός πολλών πολιτιστικών προγραμμάτων. Ακλόνητος κομμουνιστής, δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Il Corso delle cose το 1978. Το 1994 δημοσιεύθηκε η πρώτη του ιστορία με τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο, για να ακολουθήσει σειρά βιβλίων με τις περιπέτειες του αντι-ήρωα αστυνομικού, τα οποία έχουν πουλήσει πάνω από δέκα εκατομμύρια παγκοσμίως, ενώ η τηλεοπτική σειρά με πρωταγωνιστή τον Luca Zingaretti στο ρόλο του Μονταλμπάνο γνώρισε τεράστια επιτυχία και προβλήθηκε (και εξακολουθεί να προβάλλεται) σε πολλές χώρες.
    Ο Camilleri πέθανε στις 17 Ιουλίου 2019, στο νοσοκομείο σε ηλικία 94 χρονών. Παρακάτω δημοσιεύονται μερικές από τις θέσεις και τις απόψεις του σπουδαίου Ιταλού συγγραφέα…

  • Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΤΑΝΑΡΑΣ

    Εδώ έχουμε να κάνουμε με επτά δυναμίτες που βάζουν το μαχαίρι στο κόκαλο. Οι ANFO επέστρεψαν δισκογραφικά έπειτα από σχεδόν μια πενταετία και μαζί μ’ αυτούς επιστρέφει (ευτυχώς) όλη η οργή για την εποχή που ζούμε. Καταλυτικοί στίχοι, punk rock χωρίς αναστολές που όσο κι αν έχει τις ρίζες του βαθιά στο old school, ακούγεται τόσο φρέσκο και τόσο καταιγιστικό που δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο ανάσας. Είναι ένας κυκλώνας που συνεπαίρνει και που όσο περισσότερο το ακούς (και χάρη στα παιδιά έχω την τιμή να το ακούω εδώ και κάμποσο καιρό), αντιλαμβάνεσαι ότι τα πράγματα από δύσκολα μπορεί να γίνουν εύκολα και τούμπαλιν. Οι ANFO πάντως δεν βρίσκονται εδώ για να προσφέρουν λύσεις αλλά για να δώσουν τη δική τους εξήγηση σχετικά με το τι σήμαινε, τι σημαίνει και τι θα σημαίνει για πάντα το punk.

  • Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    φωτο: Vera Ioakimidi 

    Δυο σχεδόν χρόνια μετά το Afterglow, οι φίλοι μου από την Κύπρο επιμένουν να με εκπλήσσουν ευχάριστα. Έχοντας στο δισάκι μια νέα ολοκληρωμένη δουλειά που κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο, επιστρέφουν για να αφήσουν ακόμα μια φορά τη στάμπα τους στα σύγχρονα ψυχεδελικά δεδομένα, ακολουθώντας ένα δρόμο που κρίνοντας από το αποτέλεσμα και τη διάθεση θα μας ταξιδέψει ακόμα για πολύ. Το δεύτερο άλμπουμ των παιδιών από τη Λεμεσό έχει τίτλο Superfonica και είναι ο επόμενος ογκόλιθος στο οικοδόμημα που χτίζουν αργά αλλά σταθερά οι Arcadian Child.

  • Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Οι νότες εκτοξεύονται από την καμπάνα του σαξοφώνου, πλούσιες και διαπεραστικές. Όταν ο Bird κινείται, μαζί του κινείται και το σαξόφωνο, σαν να είναι ένα, σαν ένα άγαλμα που περιστρέφεται γύρω από το βάθρο του. Οι νότες ταξιδεύουν μέχρι το μπαρ, γκελάρουν στους πίσω τοίχους και στο πλήθος που στέκει μπροστά από τις μαύρες κουρτίνες κι αμέσως μετά σαρώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη όλο το χώρο.

  • Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    «Νομίζω ότι αν γινόταν ποτέ κάποια Αποκάλυψη που θα ισοπέδωνε το Πόρτλαντ και στο μέλλον έρχονταν εξωγήινοι αρχαιολόγοι για να μελετήσουν τα ερείπια, θα έβρισκαν το σύμβολο των Dead Moon παντού, σε ολόκληρη την πόλη. Θα αναρωτιόντουσαν μήπως αυτό ήταν το λατρευτικό σύμβολο των πολιτιστικών ταγών αυτής της πόλης». (Eric Isaacson, ιδιοκτήτης της Mississippi Records)

    Ο Fred και η Toody Cole (γεννημένοι αμφότεροι το 1948 - δυστυχώς ο Fred μας άφησε τον Νοέμβριο του 2017)  υπήρξαν παντρεμένοι για σχεδόν μισό αιώνα και σίγουρα θεωρούνται από τα μακροβιότερα ζευγάρια (αν όχι το μακροβιότερο) ζευγάρια σε συναισθηματικό και καλλιτεχνικό επίπεδο. Περισσότερο γνωστοί σαν τα δυο τρίτα των Dead Moon, έχουν βάλει ένα σημαντικό λιθαράκι στο οικοδόμημα του rock ’n’ roll, χάρη στη μουσική τους αλλά και την ιδιοσυγκρασία τους. Για τους Dead Moon τα πολλά λόγια είναι περιττά, καθώς ο Fred και η Toody είναι από τα πιο προσφιλή πρόσωπα ανάμεσα στους φίλους της ελληνικής undrground σκηνής χάρη στις επανειλημμένες εμφανίσεις τους – ποιος από όσους βρέθηκαν εκεί μπορεί να ξεχάσει το εκρηκτικό πρώτο τους live στο An Club το φθινόπωρο του 1992 με καλεσμένους τους Last Drive και το συγκλονιστικό και ατέλειωτο τζαμάρισμα-φινάλε στο “Gloria” με τους Drive και με τον  Chuck Prophet, o οποίος το ίδιο βράδυ έπαιζε με τους Green On Red στο ΡΟΔΟΝ και μόλις τέλειωσε το σετ του ήρθε να παρακολουθήσει τους Dead Moon; Μαζί με τον συμπαθέστατο (και κατά πολύ νεότερο) ντράμερ Andrew Loomis που από πέρσι δεν βρίσκεται πια στη ζωή, οι Dead Moon κατάφεραν να διατηρηθούν αναλλοίωτοι στο πέρασμα του χρόνου.

  • Οι Dendrites αυτοπαρουσιάζονται στο Merlin's και απαντούν στις ερωτήσεις του Γιάννη Καστανάρα

    (Η πρώτη φωτό είναι του Deep Beneath και οι υπόλοιπες του Πέτρου Δημουλά)

    Οι Dendrites φτιάχτηκαν το 2013 και σήμερα είμαστε ο Θανάσης (φωνή, κιθάρα), ο Γιώργος (κιθάρα) ο Αλέκος (μπάσο) και ο Δημήτρης (τύμπανα). Το 2016 κυκλοφορήσαμε τον πρώτο μας ομώνυμο δίσκο, τον οποίο υποδέχτηκε ανέλπιστα ζεστά και ο κόσμος αλλά και ο τύπος. Την ίδια χρονιά βγάλαμε ένα DIY videoclip για το “Whiskey Preachin' Motherfucker”, το οποίο σήμερα έχει ξεπεράσει τις 10 χιλιάδες προβολές στο κανάλι μας. Το 2016-2017 βγήκαμε όσο μπορούσαμε στο δρόμο, παίξαμε σε πολλές πόλεις ανά την Ελλάδα και μοιραστήκαμε την σκηνή με Brant Bjork, Kadavar, The Re-Stoned, Planet of Zeus, Nightstalker, 1000Mods, Naxatras και άλλες εξαιρετικές μπάντες.

  • Οι Fuzztones εξυμνούν το rock and roll. Βρώμικοι, άγριοι και πρωτόγονοι. Ο ήχος τους, ένα βακχικό όργιο, ακούγεται θαρρείς και οι Count V και οι Standells έχουν φιλτραριστεί μέσα από κάποιο περιοδικό κόμιξ. Αδιαμφισβήτητος αρχηγός τους εδώ και κοντά σχεδόν σαράντα χρόνια είναι ο Rudi Protrudi, ένας άνθρωπος με ιδιαίτερα ταλέντα, μια μορφή του garage rock όσο πιο χαρακτηριστική γίνεται. Το Merlin’s Music Box ανέτρεξε στο μακρινό και στο κοντινό παρελθόν τους και παρουσιάζει μερικές άγνωστες πτυχές από τον βίο του κυρίου Protrudi και της θρυλικής μπάντας του.

  • Φωτογραφια: Abies S.

    Το σκηνικό που στήνει ο Γιώργος Ζερβός (κινητήριος μοχλός των Swingin’ Cats) είναι απλό και έξοχα λειτουργικό. Στόχος του είναι το fan, η διασκέδαση που λέμε, και σε αυτό τα καταφέρνει περίφημα. Έχοντας παρακολουθήσει τις προάλλες την κυριολεκτικά «ζωντανή» παρουσίαση του πρώτου άλμπουμ του στο Gazarte, ομολογώ ότι με εντυπωσίασε η επικοινωνία του Ζερβού και των πολύ καλών μουσικών που τον συνόδευσαν με το κοινό, ένα κοινό που βρισκόταν εκεί για να διασκεδάσει επειδή ο Γιώργος αυτό ακριβώς κάνει: είναι ένας διασκεδαστής που ξεσηκώνει τον κόσμο με το πρώτο άγγιγμα των χορδών της κιθάρας.

  • γράφει και ρωτάει ο Γιάννης Καστανάρας

    φωτο: Eirhnh Pappa

    Στις αρχές του περσινού καλοκαιριού ο Θανάσης Γκιουλέας μου έδωσε ν' ακούσω το ηχογραφημένο ντεμπούτο άλμπουμ των Golden Nugget. Την μπάντα την είχα δει για πρώτη φορά στο διήμερο "2 Days of Thunder"που είχε οργανώσει το Merlin's Music Box και το πολύ στο τρίτο κομμάτι είχα γίνει φαν. Η μουσική μου, η μουσική που θα ήθελα να παίζω αν ήξερα να παίζω μουσική, μια χαρντροκίλα θαρρείς και οι Nugget είχαν πάρει σβάρνα όλα τα sixties και seventies ακούσματά μου και μου τα πετούσαν κατάμουτρα. Και ποιους δεν άκουγες στον ήχο τους... Grand Funk, Allmans, Jimi, Mountain, Purple, Budgie, Blue Cheer, Skynyrd, και, και, και... Προσκύνησα...

  • Κείμενο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΤΑΝΑΡΑΣ

    Φωτογραφίες: ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (QoQ photos)

    Τους Grey River & The Smoky Mountain τους είδα για πρώτη φορά στην παρθενική τους εμφάνιση την άνοιξη του 2014 στο καφέ «Μπαμπάς». Οι παράγοντες που με ώθησαν να βρεθώ εκείνο το βράδυ στο Κουκάκι ήταν δυο: χαζεύοντας λίγες μέρες νωρίτερα το έξοχο ταινιάκι των Graveyard Train για το "The Ballad of Beelzebub" στο youtube, το μάτι μου έπεσε τυχαία στη στήλη με τα πλαϊνά βίντεο. Οποία έκπληξις! Κάποιοι Grey River & The Smoky Mountain είχαν διασκευάσει το εν λόγω κομμάτι και όταν άνοιξα από περιέργεια για να το ακούσω τα έχασα διαπιστώνοντας ότι το συγκρότημα που εκτελούσε μια πιο light διασκευή του τραγουδιού καταγόταν από την Αθήνα. Λίγες μέρες αργότερα το κουβέντιασα με τον Ιωσήφ από τους Rosewood Brothers, ο οποίος μου μίλησε με τα καλύτερα λόγια για τα τέσσερα παιδιά. Χάρη σ’ αυτόν ψήθηκα να τραβηχτώ και να παρακολουθήσω το πρώτο τους live. Παρεμπιπτόντως, το ίδιο βράδυ έπαιζαν στο An οι Atomic Bitchwax, τους οποίους δεν ήθελα να χάσω για κανένα λόγο. Αφού το καλοσκέφτηκα, φαντάστηκα ότι οι Grey River θα έπαιζαν σχετικά νωρίς κι έτσι καβάλησα το δίκυκλο και βουρ για τον «Μπαμπά»…

  • Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Πριν από 26 χρόνια, το 1993 δηλαδή, ένα θλιβερό γεγονός συντάραξε το χώρο του underground. Σύμφωνα με  ανακοίνωση που εξέδωσε το συγκρότημα των Dwarves, ο πολυαγαπημένος τους κιθαρίστας που ακούει στο όνομα He Who Cannot Be Named (ή HeWhoCanNotBeNamed  ή Pete Vietnamcheque) είχε χάσει τη ζωή του στη διάρκεια ενός καβγά έξω από ένα μπαρ στη Φιλαδέλφεια, όταν ο μεθυσμένος αντίπαλός του τον μαχαίρωσε μέχρι θανάτου. Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία (όσο αστραπιαία γινόταν στην προδιαδικτυακή εποχή). Πολλοί (ανάμεσά τους κι εμείς στο έντυπο, τότε, Merlin's) έσπευσαν να αναδημοσιεύσουν την είδηση με τα γνωστά RIP και λοιπά, ενώ αμέσως μετά οι Dwarves κυκλοφόρησαν το Sugarfix, το τρίτο τους άλμπουμ για την Sub Pop του Σιάτλ που φυσικά ήταν αφιερωμένο στον εκλιπόντα συνάδελφό τους...

  • Θύελλα από το παρελθόν… Οι Headquake ροκάρουν και ενώ ετοιμάζουν το νέο, τρίτο επίσημο άλμπουμ, έριξαν στην κυκλοφορία το Roots and Branches, μια «συλλογή» κομματιών ακυκλοφόρητων μέχρι σήμερα που η μπάντα είχε ηχογραφήσει σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη κοσμική ατμόσφαιρα, ίσως σε έναν άλλο πλανήτη. Δυο πλευρές βινυλίου, εννέα κομμάτια, μια ιστορική καταγραφή ενός παρελθόντος που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι παρόν καθώς οι Headquake, όπως υπήρχαν την περίοδο 1993-1995, υπήρξαν πρωτοπόροι σε αυτό που αποκαλούμε stoner rock.

  • Είναι γνωστό ότι οι Beatles υπήρξαν γενναιόδωροι με λιγότερο (έως πολύ λιγότερο) γνωστούς καλλιτέχνες και ότι ιδίως το δίδυμο oι Lennon και McCartney (σαν ντουέτο ή καθένας μόνος του) έγραψε τραγούδια που τα ηχογράφησαν ονόματα όπως οι Fourmost (“I’m In Love”), oι Badfinger (“Come and Get It”), η Mary Hopkin (“Goodbye”), η Cilla Black (“It’s For You”) και οι Peter and Gordon (“A World Without Love”), μεταξύ άλλων. Ωστόσο, εκείνο που άφησε ιστορία ήταν το “I Wanna Be Your Man” μια σύνθεση των Lennon/McCartney που οι δυο Beatles είχαν συνθέσει αρχικά για να το τραγουδήσει ο Ringo Starr προκειμένου να συμπεριληφθεί στο δεύτερο στούντιο άλμπουμ του κουαρτέτου από το Λίβερπουλ. Ένα τραγούδι που σε ένα μοναδικό παιχνίδι της μοίρας αποτέλεσε το δεύτερο σινγκλ των Rolling Stones. Οι Beatles είχαν ήδη ηχογραφήσει μια σειρά από επιτυχημένα σινγκλ και ένα εξίσου επιτυχημένο ντεμπούτο LP και μέσα σε λίγους μήνες είχαν γίνει το νέο μεγάλο όνομα της βρετανικής μουσικής σκηνής, στα πρόθυρα να κατακτήσουν την υφήλιο.

  • Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    «Καθώς η γεμάτη ένταση, μεταλλική μουσική ανεβοκατεβαίνει σαν παλίρροια, ο Curtis δε διστάζει μπροστά σε τίποτα. Αυτή η ένταση, και η υπερένταση που προκαλεί, διακρίνεται καθαρά σε κάθε στάση του κορμιού του. Ακόμα κι όταν χορεύει ξέφρενα, παραμένει άκαμπτος. Κοντοκουρεμένος και φορώντας άνετα ρούχα, έχει μια σχεδόν μιλιταριστική ακαμψία που υπονομεύει τις προσπάθειές του να αφήσει ελεύθερο το σώμα του. Δίχως την παραμικρή ευελιξία, οι κινήσεις του θυμίζουν τα σπαστικά τινάγματα μιας μαριονέτας. Υπάρχουν στιγμές που ξαφνικά δείχνει εξαντλημένος – αναστενάζει και κλείνει τα μάτια. Όταν τα ξανανοίγει, είναι γουρλωμένα σ’ ένα βλέμμα απλανές, θολά, θαρρείς κι είναι γεμάτα δάκρια. Έπειτα χάνεται και πάλι, χορεύοντας σαν μανιακός, σαν να έχει γυρίσει κάποιο διακόπτη» – Steve Morris (ντραμς, Joy Division)

  • Μετάφραση: Γιάννης Καστανάρας

    Το End Of The Century ήταν το πέμπτο άλμπουμ των Ramones, αλλά η μπάντα θα προτιμούσε να μην έχει κυκλοφορήσει. Η συνεργασία τους με τον αλλόκοτο παραγωγό του περιβόητου 'Wall of Sound" Phil Spector ήταν μια εμπειρία που, τουλάχιστον για τον μπασίστα Dee Dee Ramone, ήταν τρομακτική. Η μέθοδος που ακολούθησε για την ηχογράφηση ο Spector απείχε έτη φωτός από τις ιδέες και την ιδιοσυγκρασία του νεοϋορκέζικου συγκροτήματος και σύμφωνα με τον Dee Dee, πολλές φορές η κατάσταση ξέφευγε απ' τον έλεγχο. Σύμφωνα πάντως με τον Markh Ramone, ο Spector ναι μεν είχε τα όπλα αλλά είχε άδεια και δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ για να απειλήσει το συγκρότημα. Ωστόσο, η αφήγηση του Dee Dee, αλήθεια ή ψέμματα, έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον...

  • Κείμενο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΤΑΝΑΡΑΣ

    Δεν μπορούμε να πούμε τι θα ήταν ο Lenny Bruce σήμερα, αν ο χάρος δεν τον έπαιρνε μαζί του την τελευταία φορά που τον επισκέφτηκε. Μπορεί να ήταν άγιος ή γκουρού, ή ένα καθωσπρέπει αποτοξινωμένο junkie. Δεν αποκλείεται, πάλι, να είχε παραμείνει ένας διασκεδαστής που θα προκαλούσε το κοινό, την κυβέρνηση και το κατεστημένο, θα ξερνοκοπώντας αισχρόλογα, τα οποία όμως θα σήμαιναν τα πάντα. Αυτό, το τελευταίο, είναι και το πιο πιθανό. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν θα το μάθουμε ποτέ.
    Ο Lenny είχε ένα πρόβλημα που σε τελική ανάλυση δεν ήταν δικό του. Ο Lenny ήθελε να εκστομίζει πάνω στη σκηνή τα ίδια λόγια που χρησιμοποιούσε στην καθημερινότητά του. Για τον περισσότερο κόσμο, ένα κορμί κατατρυπημένο από τις ενέσεις και μουλιασμένο στη μεθεδρίνη δε σημαίνει τίποτε παραπάνω από άλλο ένα ακόμα κουφάρι ξαπλωμένο στο νεκροθάλαμο κάποιου νοσοκομείου περιμένοντας βουβό και ακίνητο την ιατρική γνωμάτευση για τα «αίτια» που προκάλεσαν το θάνατο. Ο Θάνατος… Η ουσία της ζωής και η ύστατη κραυγή της.

  • Μεταφράζει ο Γιάννης Καστανάρας

    Το 1966, ο θρύλος της βιολέτας που ξεπρόβαλε μέσα από τους βάλτους μιας πόλης διυλιστηρίων κοντά στα σύνορα του Τέξας με τη Λουιζιάνα για να ερμηνεύσει θρηνώντας τα blues, έτσι όπως δεν είχε τραγουδήσει ποτέ άλλος λευκός, άνδρας ή γυναίκα, είχε ήδη αρχίσει να ανθίζει. Χιλιάδες κείμενα θα προσπαθούσαν να περιγράψουν την Janis σαν τραγουδίστρια – το Cashbox θα την αποκαλούσε «ένα μείγμα από Leadbelly, ατμομηχανή, Καλάμιτι Τζέιν, Bessie Smith, ένας πύργος πετρελαιοπηγής κι ένα κακής ποιότητας μπέρμπον που διοχετεύτηκε στον 20ό αιώνα κάπου ανάμεσα στο Ελ Πάσο και το Σαν Φρανσίσκο». Ελάχιστοι όμως γραφιάδες θα μπορούσαν να συλλάβουν την πραγματική της φύση. Την Janis Joplin έπρεπε να τη δεις και να την ακούσεις. Ίσως οι καλύτεροι χαρακτηρισμοί για αυτήν αναφέρονταν σε μια γνήσια τραγουδίστρια των blues που σεβόταν τη μουσική – κάποια που έπρεπε να τραγουδάει και όχι κάποια που απλώς ήθελε να τραγουδάει – και ότι αισθανόταν μεγάλη ανασφάλεια από τη στιγμή που ανέβαινε στη σκηνή. Κατά συνέπεια, όλα έβγαιναν στη φόρα. «Χάρη στο ταλέντο της, η Janis Joplin σου δημιουργούσε την εντύπωση ότι κάθε βράδυ έβγαζε τα άντερά της τραγουδώντας», είχε παρατηρήσει ο Bill Graham. «Κατ’ αυτή την έννοια, ήταν σαν την Piaf. Παρακολουθούσες ένα κερί να καίγεται χωρίς άλλο υλικό για να αντικαταστήσει το εξαντλημένο».

  • «Εκείνοι που μιλούν για επανάσταση χωρίς να αναφέρονται ρητά στην καθημερινή ζωή, χωρίς να κατανοούν το ανατρεπτικό περιεχόμενο στον έρωτα και το θετικό περιεχόμενο στην άρνηση των περιορισμών, οι άνθρωποι αυτοί έχουν ένα πτώμα στο στόμα τους».  Ραούλ Βανεγκέμ – Πραγματεία για την τέχνη του βίου προς χρήση των μελλοντικών γενεών


    Πριν από μισό αιώνα ακριβώς, τον Μάιο του 1968, τα οδοφράγματα υψώθηκαν στους δρόμους του Παρισιού για τρίτη φορά, έπειτα από την Παρισινή Κομμούνα το 1871 και την απελευθέρωση της γαλλικής πρωτεύουσας από τους Ναζί το 1944. Τα γεγονότα ξεκίνησαν από φοιτητικές διαμαρτυρίες εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ενώ την κατάληψη της Σορβόνης ακολούθησαν άγριες απεργίες και καταλήψεις σπουδαστικών και εργασιακών χώρων, οι οποίες επεκτάθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα βάζοντας φρένο στην οικονομία της Γαλλίας.Στην ουσία κάθε στρώμα της γαλλικής κοινωνίας ενεπλάκη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στα γεγονότα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας συζητούσαν για κάθε πλευρά της ζωής σε συνελεύσεις όπου επικρατούσε συνωστισμός, μέσα σε κατειλημμένα πανεπιστήμια, σχολεία, ιδιωτικούς και δημόσιους εργασιακούς χώρους. Δεκατετράχρονα αγόρια εισέβαλαν σε σχολεία θηλέων απαιτώντας την «απελευθέρωση των κοριτσιών μας». Εκατομμύρια ήταν εκείνοι που έγραψαν ιστορία. Αυτή είναι η στόφα της επανάστασης…

FEATURED VIDEOS

  • 1