Χρήστος Κορναράκης

  • Loud Silence: «Ο χρόνος αποκτάει νόημα όταν αντιμετωπίζεται συνολικά. Αλλιώς μας τρώει...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη 

    Αν κάτι διαπερνά το Filled With Nothing/Feeling like GOD από την πρώτη νότα, είναι η αίσθηση ότι τίποτα δεν στέκεται μόνο του. Πληρότητα και κενό, ένταση και σιωπή, κίνηση και παύση συνυπάρχουν χωρίς να αναιρούνται. Η μπάντα δεν επιχειρεί να εξηγήσει τις αντιφάσεις της εποχής, αλλά να τις κατοικήσει.

  • Lumen Novum - Το νέο φως των Bungula...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Δεκατρία οργανικά κομμάτια που κινούνται από τη σκιά προς τη διαύγεια, χωρίς θόρυβο και χωρίς περιττές κορυφώσεις.

    Υπάρχουν δίσκοι που λειτουργούν ως συλλογές τραγουδιών και υπάρχουν δίσκοι που λειτουργούν ως τελετουργίες. Το Lumen Novum ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν σε προσκαλεί απλώς να το ακούσεις. Σε καλεί να μπεις μέσα του, να χαμηλώσεις το φως, να αφήσεις τον χρόνο να χάσει τη γραμμικότητά του.

    Οι Bungula, το δίδυμο από την Καρδίτσα, συνεχίζουν εδώ μια διαδρομή που ξεκίνησε με το Noumenia και ωρίμασε στο Sub Luna. Αν τα δύο πρώτα άλμπουμ είχαν την αίσθηση μιας αναζήτησης μέσα στη σεληνιακή σκιά, το Lumen Novum είναι η στιγμή μετά. Όχι η έκρηξη. Η διαύγεια.

  • LUV: μια συνομιλία με τη Vana των Sugar For The Pill...

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη

    Υπάρχουν δίσκοι που δεν γράφονται∙ προκύπτουν. Γεννιούνται από τη σιωπή ανάμεσα σε δύο βλέμματα, από μια φράση που δεν ειπώθηκε ποτέ, από εκείνη τη βαθιά μοναξιά που σε ακολουθεί όταν όλα γύρω σου δείχνουν "φυσιολογικά". Το  LUV των Sugar For The Pill  είναι ένας τέτοιος δίσκος. Δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον πόνο - απλώς τον αφήνει να υπάρξει. Και μέσα απ’ αυτό, φτάνει στην κάθαρση. «Έγινε ένας τρόπος να ξορκίσουμε τα σκοτεινά συναισθήματα, να τα αποδεχτούμε και να τα αφήσουμε να φύγουν», μου λέει η Vana, όταν τη ρωτώ πώς γεννήθηκε το άλμπουμ. Δεν υπάρχει τίποτα "χαριτωμένο" στο LUV – ούτε δραματοποιημένο. Υπάρχει μόνο η ειλικρίνεια της στιγμής. «Γράψαμε για αυτά που μας πλήγωσαν. Δεν θέλαμε να είναι ομορφούλικα τα τραγούδια μας. Θέλαμε να είναι αληθινά».

  • Magnolia: Όταν το σινεμά παύει να είναι τέχνη και γίνεται εξομολόγηση... (Αφιέρωμα στον P.T. Anderson #4)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω: κάθε φορά που βλέπω το Magnolia, κάτι μέσα μου αλλάζει. Όχι επειδή καταλαβαίνω κάτι καινούργιο. Αλλά γιατί θυμάμαι κάτι ξεχασμένο. Έναν φόβο, μια συγγνώμη που δεν ειπώθηκε, έναν άνθρωπο που χάθηκε. Αυτό δεν είναι απλώς ταινία. Είναι μια ρωγμή. Μια κραυγή που έρχεται απ’ τα μέσα...

  • Marva Von Theo: «Η έμπνευση έρχεται πλέον από τόπους πιο θολούς και αδιόρατους...» (αποκλειστική συνέντευξη)

     Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη 

    Λίγο πριν από τη συναυλία της 13ης Μαρτίου στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου, οι Marva Von Theo μιλούν για τη δραματουργία των live εμφανίσεων και για τα νέα τραγούδια από το επερχόμενο άλμπουμ We Were Never Lost που θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά. 

    Υπάρχουν χώροι όπου η μουσική δεν ακούγεται απλώς, αλλά αποκτά μια διαφορετική βαρύτητα. Η Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Αθήνα είναι ένας από αυτούς: ένας νεογοτθικός ναός με έντονη φυσική αντήχηση, όπου οι ήχοι απλώνονται αργά και οι σιωπές αποκτούν σχεδόν ισότιμη παρουσία με τη μουσική.

    Μαζί τους στη σκηνή θα βρεθούν οι Moonmoth, ένα συγκρότημα που κινείται ανάμεσα στον ακουστικό και τον ηλεκτρονικό ήχο, δημιουργώντας σκοτεινά ambient ηχοτοπία μέσα από την κλασική κιθάρα, τα ηλεκτρονικά και δύο γυναικείες φωνές.

  • Memento (2000): Όταν η αφήγηση γίνεται παγίδα μνήμης (Αφιέρωμα στον Christopher Nolan #2)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Tο φιλμ που καθιέρωσε τον Christopher Nolan ως αρχιτέκτονα του ψυχολογικού θρίλερ 

    Αν το Following ήταν μια ταινία για ανθρώπους που παρατηρούν τη ζωή απ’ έξω, το Memento είναι για έναν άνθρωπο παγιδευμένο μέσα της χωρίς καμία έξοδο. Εκεί όπου ο Bill ακολουθούσε άλλους για να αποκτήσει ιστορία, ο Leonard του Memento δεν έχει άλλη επιλογή από το να ζει χωρίς παρελθόν. Η μνήμη του κρατά λίγα λεπτά. Και για πρώτη φορά, ο Christopher Nolan βρίσκει το τέλειο αφηγηματικό άλλοθι για τις εμμονές του.

  • Messier 13: Μουσική για τις ώρες που χανόμαστε...

    Κείμενο - συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Φωτογραφίες: Αργύρης Λιόσης

     Υπάρχουν μέρες που σε πλακώνει το βάρος του κόσμου, όχι επειδή έγινε κάτι, αλλά επειδή δεν έγινε τίποτα. Είναι οι ώρες που χαώνεσαι μέσα στο ίδιο σου το κεφάλι, ανάμεσα σε emails, άπλυτα πιάτα και σκέψεις που τριγυρνάνε χωρίς προορισμό. Αν αυτές οι ώρες είχαν soundtrack, θα το έγραφαν οι Messier 13Το Stay For A While είναι ένα άλμπουμ που δε φωνάζει. Σε σφίγγει σιγά, με κιθάρες γεμάτες θαμπό reverb και φωνητικά που μοιάζουν να ψιθυρίζονται από άλλο δωμάτιο. Είναι shoegaze, ναι, αλλά με μια αίσθηση ζεστασιάς που δεν τη βρίσκεις συχνά στο είδος. Όχι "λουλουδάτη" ζεστασιά — πιο πολύ αυτή που νιώθεις όταν ανοίγεις το ψυγείο μες στη νύχτα και βρίσκεις την τελευταία μπουκιά πίτσας που νόμιζες ότι είχες ξεχάσει...

  • Misty Route - "Ethos" (CD, βινύλιο, ψηφ. κυκλοφορία)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Συνεκτικό alternative/progressive metal άλμπουμ με έμφαση στη ρυθμική δομή, την παραγωγή και τη σταδιακή δραματουργική ανάπτυξη

    Πέντε χρόνια μετά το Without A Trace, οι Misty Route επιστρέφουν με το Ethos, το δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η εξέλιξη του συγκροτήματος δεν είναι απλώς θέμα εμπειρίας, αλλά και προσανατολισμού. Το τρίο από την Αθήνα -Lefteris Saatsakis σε κιθάρα, φωνητικά και synthesizers, George Armando Konomi στο μπάσο και Konstantinos Kaloudis στα τύμπανα- παραμένει απαράλλακτο, κάτι που φαίνεται στην εσωτερική συνοχή του δίσκου και στη σαφή ταυτότητα του ήχου. Σε σχέση με το Without A Trace, το Ethos είναι πιο βαρύ, πιο συγκεντρωμένο και με πιο καθαρό δραματικό άξονα, χωρίς να χάνει την alt-μελωδικότητα που χαρακτήριζε το ντεμπούτο. Ο Saatsakis, που έχει αναλάβει τη σύνθεση και τους περισσότερους στίχους (όλα τα κομμάτια εκτός από το “Dictator”), καθορίζει τη βασική κατεύθυνση του υλικού. Η εκτέλεση παραμένει πειθαρχημένη και εστιασμένη στις ρυθμικές ιδέες.

  • Naxatras: «Εμπλουτίζουμε τη μουσική μας και πειραματιζόμαστε και αυτό μας εξιτάρει...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη

    φωτογραφίες: Δημήτρης Καβουκίδης

    Από την πρώτη τους εμφάνιση στη σκηνή, οι Naxatras ξεχώρισαν ως κάτι διαφορετικό από ένα συνηθισμένο psychedelic rock συγκρότημα. Με ρίζες βαθιά στο αναλογικό παρελθόν αλλά με το βλέμμα στραμμένο σε ένα διαχρονικό, ατμοσφαιρικό παρόν, η μουσική τους αποτελεί μια ατέρμονη εξερεύνηση ηχητικών τοπίων. Ο πέμπτος τους δίσκος του κουαρτέτου από τη Θεσσαλονίκη έχει τίτλο V και ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη δημιουργική τους πορεία, όπου η progressive rock πολυπλοκότητα, οι ψυχεδελικές αναζητήσεις και οι επιρροές από world music συνδυάζονται πιο οργανικά από ποτέ.

  • Ni Moya - Dream, Oh Dream, Show Me the Way (2026)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Εσωτερική ambient και ψυχεδελική διαδρομή με αναλογικούς ήχους, μινιμαλιστική προσέγγιση και ονειρική αισθητική από τον μπασίστα και τραγουδιστή των Naxatras.

    Ο Ni Moya γεννήθηκε σχεδόν αθόρυβα, ως μια προσωπική διέξοδος του Γιάννη Βαγενά πέρα από τη συλλογική ταυτότητα των Naxatras. Από τις πρώτες του απόπειρες με software μέχρι τη συνειδητή στροφή στο hardware και τον αυτοσχεδιασμό, η πορεία του project παρέμεινε σταθερά προσανατολισμένη προς μια πιο εσωτερική, ελεγχόμενη μορφή έκφρασης. Το ομώνυμο ντεμπούτο κατέγραψε αυτή την αναζήτηση σε πρωτογενές στάδιο, ενώ το Reverie αποκρυστάλλωσε μια πιο ώριμη προσέγγιση, με έμφαση στη διάρκεια, τη ροή και την αξία της σιωπής. Μέσα από αυτή τη σταδιακή εξέλιξη, ο Βαγενάς διαμόρφωσε μια προσωπική γλώσσα που δεν στηρίζεται στην ένταση, αλλά στη λεπτομέρεια και στη συγκέντρωση.

  • NTISNEY: Όταν οι λέξεις γίνονται μελωδία...

    Η Εύα Πολιτάκη και ο Σέργιος Βούρδης μου μιλούν στον Χρήστο Κορναράκη για τη λέξη ως ήχο, τη συνεργασία ως ένστικτο και έναν δίσκο που γεννήθηκε χωρίς σχέδιο...

    φωτογραφίες: Δημήτρης Μαντζανίδης

    Το NTISNEY δεν μοιάζει με δίσκο που αποφάσισε τι θέλει να πει. Μοιάζει περισσότερο με κάτι που υπήρχε ήδη και απλώς βρήκε τον τρόπο να ακουστεί. Τα τραγούδια κινούνται χαμηλόφωνα, αλλά όχι διστακτικά. Υπάρχουν επειδή πρέπει, όχι για να πείσουν.

    Η συνάντηση της Εύας με τον Σέργιο βασίστηκε σε μια σπάνια συνθήκη εμπιστοσύνης. Δεν υπήρξαν οδηγίες, ούτε κοινό λεξιλόγιο από την αρχή. Υπήρξε χρόνος, ακρόαση και μια αίσθηση ότι οι λέξεις και οι μελωδίες γνώριζαν ήδη πού να πάνε. Ο δίσκος στήθηκε σαν γέφυρα, όχι σαν δήλωση. 

    Σε μια σκηνή που συχνά ζητά εξήγηση και ταχύτητα, το NTISNEY επιλέγει την αργή κατανόηση. Δεν κλείνει το μάτι στον ακροατή. Του αφήνει χώρο να μπει, αν θέλει. Η συζήτηση που ακολουθεί δεν επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει το έργο, αλλά να φωτίσει τον τρόπο που φτιάχτηκε: από λέξεις, σιωπές και μια κοινή αίσθηση μέτρου.

  • One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #10)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    “Every revolution begins fighting demons. Motherfuckers just end up fighting themselves.”

    Η φράση ακούγεται σχεδόν κουρασμένα, χωρίς στόμφο. Και όμως, μέσα της χωρά ολόκληρο το One Battle After Another (2025). Ο Paul Thomas Anderson δεν ενδιαφέρεται για την αρχή της επανάστασης. Τον ενδιαφέρει η φθορά της. Το σημείο όπου η ιδέα έχει επιβιώσει, αλλά οι άνθρωποι όχι.

  • Oι As Never Before μιλούν για το "To the End of Beyond", τον σκοτεινό post-folk ήχο τους, τον φόβο, την αβεβαιότητα της εποχής και τη μουσική πέρα από αλγόριθμους και γρήγορη κατανάλωση...

    Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Φωτογραφίες: Βασίλης Γκογκίδης

    «Running to the end, it will get you nowhere»

    Με οδηγό το folk storytelling, τις μίνιμαλ ηχητικές φόρμες και μια σχεδόν τελετουργική αίσθηση στον τρόπο που στήνουν τα τραγούδια τους, οι As Never Before αφήνουν χώρο στη σιωπή, στις παύσεις και στις εικόνες που γεννά ο ίδιος ο ακροατής όσο ακούει τον δίσκο.

    Στο To the End of Beyond η μουσική λειτουργεί περισσότερο σαν διαδρομή παρά σαν αφήγηση με σαφές τέλος. Οι ήχοι κινούνται αργά, σχεδόν υπνωτικά, ενώ οι στίχοι μοιάζουν να καταγράφουν μικρές ρωγμές της καθημερινότητας, φόβους και σκέψεις που δύσκολα λέγονται ευθέως. Στη συνέντευξη που ακολουθεί μου μιλούν για τη ρευστότητα της εποχής, τη δημιουργία του δίσκου, τη σχέση τους με το live και την επιλογή να κάνουν μουσική έξω από τη λογική της γρήγορης κατανάλωσης.

  • Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Ο χρόνος, η μνήμη και ο φόβος στην ηλεκτρονική σκιά της Ελλάδας

    Το πέμπτο άλμπουμ των Paranoia’s Broken Machine, Είναι ο Χρόνος Εθισμός (“Time Is an Addiction”), είναι μια σκοτεινή ηλεκτρονική εμπειρία που κινείται ανάμεσα σε dark electro, industrial και electropunk. Από την πρώτη στιγμή, η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική και σωματική, σαν να κινείται ο χρόνος σε ασταμάτητο βρόχο και οι μνήμες να καίγονται σε θραύσματα.

  • Personality Crisis - Vortex, State of Mind (2025)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    φωτογραφία: Αναστασία Ζησοπούλου

    Τριάντα χρόνια μετά, οιPersonality Crisis επιστρέφουν με έναν ήχο που σε τραβάει μπροστά, σε κάνει να νιώσεις και σε αφήνει να μείνεις μέσα στο τώρα

    Τριάντα χρόνια μετά, οι Θεσσαλονικείς Personality Crisis επιστρέφουν όχι για να κοιτάξουν πίσω, αλλά για να κάψουν το παρόν. Το Vortex State of Mind δεν είναι άλμπουμ που γιορτάζει, ούτε απολογείται• είναι άλμπουμ που ζει μέσα στις φλέβες της στιγμής. Και ίσως γι’ αυτό, μετά από τόσα χρόνια, ακούγεται πιο αναγκαίο από ποτέ.

    Η κυκλοφορία από τη B-otherside Records είναι αυστηρά περιορισμένη: τριακόσιες αριθμημένες κόπιες, με δισέλιδο ένθετο και συλλεκτική αφίσα για τους πρώτους εκατό. Δεν λειτουργεί ως φετίχ• λειτουργεί ως στάση, σαν να λέει: “Κράτα με, γύρισέ με, άκουσέ με με το σώμα σου.” Υπάρχει φυσικότητα στην επαφή με το αντικείμενο, όπως υπάρχει φυσικότητα στο χτύπημα του “Alien Zombie Fans”.

  • Phantom Thread – Η αγάπη ως αόρατο νήμα... (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #9)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Ο Paul Thomas Anderson είναι ένας σκηνοθέτης των μαχών - όχι μόνο των εξωτερικών, αλλά κυρίως εκείνων που συμβαίνουν κάτω από το δέρμα. Από το υπαρξιακό ποτάμι του There Will Be Blood, όπου ο Daniel Plainview παλεύει με τον Θεό και τη δίψα του για εξουσία, μέχρι το The Master, όπου ο Freddie Quell συγκρούεται με τον εαυτό του μέσα από τη λατρεία ενός ψευδο-προφήτη, και το Inherent Vice, που περιπλανιέται μέσα στο παραισθητικό ναυάγιο της Αμερικής των ’70s, ο Anderson πάντα κατέγραφε ανθρώπους που πολεμούν ενάντια στο ίδιο τους το βλέμμα.

  • Portishead: Το Συγκρότημα που Καθόρισε την Trip-Hop...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Οι Portishead είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα και επιδραστικά συγκροτήματα της trip-hop σκηνής. Σχηματίστηκαν το 1991 στο Bristol από τους Geoff Barrow, Adrian Utley και την τραγουδίστρια Beth Gibbons. Ο ήχος τους, ένας μοναδικός συνδυασμός σκοτεινών και ατμοσφαιρικών στοιχείων με πειραματικές και κινηματογραφικές παραγωγές, τους έκανε πρωτοπόρους του είδους και καθιέρωσε το Bristol ως κέντρο της trip-hop μουσικής. Σε αυτό το αφιέρωμα, θα εξερευνήσουμε την ιστορία, τη δισκογραφία και την επιρροή των Portishead, καθώς και τις σόλο πορείες των μελών της μπάντας.

  • Punch-Drunk Love: Όταν η αγάπη έρχεται σαν γροθιά στο στομάχι... (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #5)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Μια ρομαντική ταινία που ψιθυρίζει: «Είσαι αρκετός»

    Ο Paul Thomas Anderson σκηνοθετεί μια από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών. Το Punch-Drunk Love (2002) είναι μια ιστορία για την αγάπη, την οργή και την ανάγκη να σε δει κάποιος ακριβώς όπως είσαι...

  • Raining Pleasure: Επανασύνδεση και live...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Οι Raining Pleasure ανακοίνωσαν επίσημα την επανένωσή τους μετά από δεκατέσσερα χρόνια αδράνειας. Η ανακοίνωση έγινε μέσω της σελίδας τους στο Facebook, όπου δημοσίευσαν ένα μήνυμα που ανακοινώνει τη χαρά της επιστροφής τους στη δράση. Οι Raining Pleasure θα επιστρέψουν στη σκηνή στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού, στα πλαίσια των Rockwave Nights, την Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024.

  • Sam Brace & The Merciless Bronze: Αποκλειστική συνέντευξη...

    Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Υπάρχουν δίσκοι που δεν γράφονται∙ ανασύρονται. Από ρωγμές και παύσεις, από θραύσματα μνήμης και σιωπές που αντηχούν δυνατότερα από λόγια. Το We Go High των Sam Brace & The Merciless Bronze είναι ένας τέτοιος δίσκος — τέσσερα τραγούδια γυμνά, συγκρατημένα, μα συναισθηματικά πληθωρικά, που μοιάζουν περισσότερο με εξομολογήσεις παρά με συνθέσεις. Μετά από μια δεκαετία και πέντε άλμπουμ με τους Skinny Lister, ο Sam Brace επιστρέφει σε κάτι πιο προσωπικό. Μαζί του, ο Adam Tarry, παλιός φίλος και συνοδοιπόρος στη δημιουργία. Οι δυο τους έφτιαξαν έναν κόσμο τραγουδιών που δεν υπακούει σε τάσεις, δεν κολακεύει το αυτί – απλώς λέει την αλήθεια, με τον δικό του τρόπο.

FEATURED VIDEOS

  • 1