• Merlin's Music Box

    Merlin's Music Box



    Το Merlin's Music Box ήταν, είναι και θα είναι ένα φανζίν που κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος τον Οκτώβριο του 1989 και έκλεισε τον έντυπο κύκλο του το 1995, έπειτα από 26 τεύχη. Ενεργοποιήθηκε εκ νέου την άνοιξη του 2014, αυτή τη φορά ηλεκτρονικά, μέσω του facebook και της ιστοσελίδας του, με σκοπό την παρουσίαση μουσικών σχημάτων και καλλιτεχνών από το χώρο της rock (και όχι μόνον), τη διοργάνωση εκδηλώσεων και, κυρίως, την τέρψη των φίλων του.
  • 1
sponsors inExarchia Μετα δεύτερο Blues.gr - Keep The Blues Alive ΙΝΤΡΙΓΚΑ
  • «Το κλασικό […] αυγοθήκη, φθηνή μοκέτα και φελιζόλ»: Τα Αυτοσχέδια Μουσικά Στούντιο της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του ’70 ως τις αρχές του ’90...

    «Το κλασικό […] αυγοθήκη, φθηνή μοκέτα και φελιζόλ»: Τα Αυτοσχέδια Μουσικά Στούντιο της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του ’70 ως τις αρχές του ’90...

    Γράφει η Αλεξάνδρα Καραμούτσιου (Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ)

    Εισαγωγή: Αντώνης Ζήβας

    Οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ του Merlin’s Music Box στον συνεχή τους διάπλου στον τεράστιο ψηφιακό Ωκεανό των καιρών μας, ανέσυραν από τον… βυθό της ελληνικής punk σκηνής των 80’ς, την ιστορία της εν λόγω σκηνής στην Θεσσαλονίκη. Η ιστορία που θα διαβάσετε έχει γραφτεί δια χειρός της Αλεξάνδρας Καραμούτσιου και πρόκειται για την πτυχιακή της εργασία . Αν παρ' όλα αυτά πρόκειται για κάτι τέτοιο, με τη σειρά μας λέμε ένα μεγάλο «Μπράβο» για την όλη προσπάθεια, η οποία, από όσο θυμούνται τα γέρικα μυαλά μας, δεν έχει ξαναϋπάρξει κάτι αντίστοιχο για τη συγκεκριμένη punk σκήνη.

    Στην ιστοσελίδα, λοιπόν,  «Κοινωνικός Atlas Θεσσαλονίκης»,  ξεδιπλώνεται μια συναρπαστική αφήγηση που φωτίζει μία λιγότερο γνωστή όψη της μουσικής ζωής της πόλης: τα αυτοσχέδια στούντιο που άνθησαν στη Θεσσαλονίκη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές του ’90.

    Read More
  • Lia Hide -

    Lia Hide - "Aristophobia Nervosa": Μια σκοτεινή spoken word εμπειρία στην ελληνική γλώσσα...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Το νέο άλμπουμ της Lia Hide συνδυάζει ποίηση, performance και avant-garde ήχο, σε έναν από τους πιο τολμηρούς ελληνικούς δίσκους της χρονιάς

    Read More
  • Tilaye Gebre: Ethio-jazz για τη νύχτα...

    Tilaye Gebre: Ethio-jazz για τη νύχτα...

    Γράφει ο Θανάσης Μήνας

    Το παίξιμό του γεννημένου στην Αντίς Αμπέμπα σαξοφωνίστα Tilaye Gebre είναι νυχτερινό και moody. Πριν ξεκινήσει σόλο καριέρα, υπήρξε μέλος των Equators Band, οι οποίοι το 1976 μετονομάστηκαν σε Walias Band - δικό του είναι το σόλο στο φοβερό "Muziqawi Silt" των τελευταίων που περιέχεται και στις συλλογές Ethiopiques. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Χαϊλέ Σελασιέ, στα χρόνια της χούντας η ethio-jazz πέρασε σε καθεστώς ημι-παρανομίας και ο Tilaye Gebre αναγκάστηκε να ηχογραφεί στο underground... Η ανθολογία Τilaye's Saxophone With The Dahlak Band που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από την ετικέτα της Muziqawi, περιλαμβάνει εννέα κομμάτια από το 1976, εννιά μακροσκελή τζαμαρίσματα με βαριά rhythm section, υπνωτικά πλήκτρα και το σαξόφωνο να τριπάρει.

    Read More
  • Μάρκος Βαμβακάρης: 54 χρόνια χωρίς τον «πατριάρχη» του ρεμπέτικου...

    Μάρκος Βαμβακάρης: 54 χρόνια χωρίς τον «πατριάρχη» του ρεμπέτικου...

    Γράφει ο Προκόπης Σαμαρτζής

    Ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν μπήκε ποτέ στη μέση. Ούτε στη ζωή ούτε στο πάλκο. Προτιμούσε την άκρη, εκεί όπου στέκονται όσοι δεν διεκδικούν χώρο, αλλά τον γεμίζουν. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έμαθαν να ζητούν, μόνο να δίνουν. Κι ίσως γι' αυτό έμεινε τόσο μεγάλος. Υπήρξε κεντρική μορφή του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και θεμελιωτής του ρεμπέτικου τραγουδιού, όχι μόνο ως συνθέτης αλλά ως κοινωνικό και ηθικό πρότυπο. Η ζωή και η στάση του αντανακλούν την πορεία ενός ανθρώπου της εργατικής τάξης που μετατράπηκε, σχεδόν άθελά του, σε πολιτισμικό ορόσημο.

    Read More
  • "Η μουσική μας λέει πού να πάμε": Οι iota για το One Band, One Show...

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη για το νέο τους live που ενώνει nu jazz και hip hop...

    Φωτογραφίες: Chistina Alossi 

    Από το Part Of Something μέχρι το See Your Universe, οι iota έχουν αφήσει πίσω την ανάγκη να καθορίσουν ποιοι είναι και έχουν παραδώσει τον έλεγχο στη μουσική. Στον πυρήνα της δημιουργίας τους δεν υπάρχει φόρμα ή θεωρία• υπάρχει μόνο το groove, ο παλμός που σε βάζει μέσα στο κομμάτι και τον χώρο. Κομμάτια όπως το Dope Jazz ή το Aspect γεννιούνται έτσι, από την κίνηση και όχι από τη σκέψη, αφήνοντας τη φόρμα να έρθει εκ των υστέρων.

    Read More
  • Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)

    Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Ο χρόνος, η μνήμη και ο φόβος στην ηλεκτρονική σκιά της Ελλάδας

    Το πέμπτο άλμπουμ των Paranoia’s Broken Machine, Είναι ο Χρόνος Εθισμός (“Time Is an Addiction”), είναι μια σκοτεινή ηλεκτρονική εμπειρία που κινείται ανάμεσα σε dark electro, industrial και electropunk. Από την πρώτη στιγμή, η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική και σωματική, σαν να κινείται ο χρόνος σε ασταμάτητο βρόχο και οι μνήμες να καίγονται σε θραύσματα.

    Read More
  • To

    To "British Steel" των Judas Priest, μια καθοριστική στιγμή στην εξέλιξη του heavy metal...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Το British Steel των Judas Priest εμφανίστηκε στην αγορά με έναν εκκωφαντικό θόρυβο για να αλλάξει τα δεδομένα τόσο για το βρετανικό συγκρότημα όσο και για τον ήχο του metal γενικότερα. Και ενώ στις προηγούμενες δουλειές τους οι Judas είχαν ακολουθήσει τρόπον τινά το ρεύμα της εποχής με progressive και hard rock/blues επιρροές, καθώς προχωρούσαν προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 και με το punk να κλέβει την παράσταση, ο ήχος τους γινόταν πιο σκληρός, πιο «μεταλλικός».

    Read More
  • Στο μαύρο ανάμεσα στα καρέ: Το Tarwar του Ιλάν Μανουάχ και η σιωπηλή παγκόσμια γλώσσα των κόμικς...

    Στο μαύρο ανάμεσα στα καρέ: Το Tarwar του Ιλάν Μανουάχ και η σιωπηλή παγκόσμια γλώσσα των κόμικς...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης 

    Ο Tarwar του Ιλάν Μανουάχ είναι ένα κόμικ χωρίς εικόνες με τη συνηθισμένη έννοια. Ή, πιο σωστά, είναι ένα κόμικ φτιαγμένο από εκείνες τις εικόνες που συνήθως δεν προσέχουμε: τα μαύρα panels. Τα κενά. Τις στιγμές όπου η αφήγηση σταματά και κάτι μένει μετέωρο.

    Read More
  • Lead Belly: Blues σε δώδεκα χορδές...

    Lead Belly: Blues σε δώδεκα χορδές...

    Γράφει ο Μιχάλης Τζάνογλος

    Ο Lead Belly, ή Huddie William Ledbetter, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Μούρινγκσπορτ της Λουιζιάνα στις 20 (ή 23) Ιανουαρίου 1888 και μεγάλωσε στον βαθύ αμερικανικό Νότο, βιώνοντας από νωρίς τη φτώχεια, τον φυλετικό διαχωρισμό και τη βία της εποχής του Jim Crow. Ήταν αυτοδίδακτος μουσικός, δεξιοτέχνης της δωδεκάχορδης κιθάρας, με εντυπωσιακή μνήμη και ένα τεράστιο ρεπερτόριο που περιλάμβανε blues, work songs, spirituals, μπαλάντες και παραδοσιακά τραγούδια. Ο Lead Belly δεν αντιμετώπιζε τη μουσική σαν τέχνη για το κοινό, αλλά σαν εργαλείο αφήγησης, επιβίωσης και συλλογικής μνήμης.

    Read More
  • Following (1998): Η πιο καθαρή και υπόγεια στιγμή του Christopher Nolan (Αφιέρωμα #1)

    Following (1998): Η πιο καθαρή και υπόγεια στιγμή του Christopher Nolan (Αφιέρωμα #1)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Μια ασπρόμαυρη άσκηση περιορισμού, παρακολούθησης και αφηγηματικής εμμονής πριν το βάρος των μεγάλων προϋπολογισμών

    Το Following είναι μια ταινία φτιαγμένη από έλλειψη. Έλλειψη χρημάτων, έλλειψη χρόνου, έλλειψη σταθερού εδάφους. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει η πιο ειλικρινής στιγμή του Christopher Nolan. Ένα φιλμ που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να υπάρξει. Και μέσα σε αυτή την ανάγκη, βρίσκει τη μορφή του.

    Read More
  • LONE: Εκεί όπου η φωνή μαθαίνει να ακούει το σώμα...

    LONE: Εκεί όπου η φωνή μαθαίνει να ακούει το σώμα...

    Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Η Άννα Παπαϊωάννου (Anna Vs June) μιλά για τον ήχο, τη διάδραση και την τρυφερότητα ως καλλιτεχνική πράξη.

     Η Άννα Παπαϊωάννου δεν αντιμετωπίζει τη μουσική ως προϊόν, αλλά ως συνθήκη. Έναν ζωντανό χώρο όπου ο ήχος, το σώμα και η εικόνα διαπραγματεύονται διαρκώς τη θέση τους. Από τις παραδοσιακές φωνητικές πρακτικές μέχρι την ηλεκτρονική αποδόμηση και τον αυτοσχεδιασμό, η διαδρομή της ως Anna Vs June μοιάζει λιγότερο με πορεία και περισσότερο με άνοιγμα.

    Το LONE είναι μια performance που αρνείται τη σταθερότητα. Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο, τίποτα δεν επιβάλλεται. Η φωνή καταγράφεται και θρυμματίζεται, το σώμα απαντά, τα visuals παρεμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Όλα συμβαίνουν μπροστά μας, όχι για να εξηγηθούν, αλλά για να βιωθούν.

    Read More
  • H Μινεάπολη του Bruce...

    H Μινεάπολη του Bruce...

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Σε μια εποχή που πολλοί καλλιτέχνες προτιμούν την ουδετερότητα για να μη «χάσουν κοινό», ο Bruce Springsteen διαλέγει ξανά πλευρά: τη μεριά των θυμάτων. Και αυτό τον κάνει όχι απλώς σπουδαίο μουσικό, αλλά ηθικό σημείο αναφοράς. Γιατί ο «Boss» δεν φοβήθηκε ποτέ να πει ότι η μουσική δεν είναι διακόσμηση της πραγματικότητας, είναι όπλο απέναντί της.

    Read More
  • Void Droid: «Mythic» (άλμπουμ σε ψηφιακή μορφή, CD και βινύλιο)

    Void Droid: «Mythic» (άλμπουμ σε ψηφιακή μορφή, CD και βινύλιο)

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    φωτογραφία: Cristina Alossi

    Οι Πατρινοί Void Droid το γλεντάνε κανονικά στο Mythic, το πρόσφατο άλμπουμ τους, και μαζί τους το γλεντάει και ο ακροατής, επειδή το σήμερα είναι πολύ σύντομο και το αύριο πολύ κοντινό. Παίρνουν μια ανθηρή ποικιλία που ξεφυτρώνει μέσα από δημιουργικές progressive προσεγγίσεις και κυριολεκτικά… της αλλάζουν τα φώτα...

    Read More
  • NTISNEY: Όταν οι λέξεις γίνονται μελωδία...

    NTISNEY: Όταν οι λέξεις γίνονται μελωδία...

    Η Εύα Πολιτάκη και ο Σέργιος Βούρδης μου μιλούν στον Χρήστο Κορναράκη για τη λέξη ως ήχο, τη συνεργασία ως ένστικτο και έναν δίσκο που γεννήθηκε χωρίς σχέδιο...

    φωτογραφίες: Δημήτρης Μαντζανίδης

    Το NTISNEY δεν μοιάζει με δίσκο που αποφάσισε τι θέλει να πει. Μοιάζει περισσότερο με κάτι που υπήρχε ήδη και απλώς βρήκε τον τρόπο να ακουστεί. Τα τραγούδια κινούνται χαμηλόφωνα, αλλά όχι διστακτικά. Υπάρχουν επειδή πρέπει, όχι για να πείσουν.

    Η συνάντηση της Εύας με τον Σέργιο βασίστηκε σε μια σπάνια συνθήκη εμπιστοσύνης. Δεν υπήρξαν οδηγίες, ούτε κοινό λεξιλόγιο από την αρχή. Υπήρξε χρόνος, ακρόαση και μια αίσθηση ότι οι λέξεις και οι μελωδίες γνώριζαν ήδη πού να πάνε. Ο δίσκος στήθηκε σαν γέφυρα, όχι σαν δήλωση.

    Σε μια σκηνή που συχνά ζητά εξήγηση και ταχύτητα, το NTISNEY επιλέγει την αργή κατανόηση. Δεν κλείνει το μάτι στον ακροατή. Του αφήνει χώρο να μπει, αν θέλει. Η συζήτηση που ακολουθεί δεν επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει το έργο, αλλά να φωτίσει τον τρόπο που φτιάχτηκε: από λέξεις, σιωπές και μια κοινή αίσθηση μέτρου.

    Read More
  • Sly Stone: Το άχθος μιας ιδιοφυΐας...

    Sly Stone: Το άχθος μιας ιδιοφυΐας...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Ο Sly Stone (κατά κόσμον Sylvester Stewart) άρχισε να εμφανίζεται σε συγκροτήματα στο λύκειο και σπούδασε μουσική θεωρία στο Solano Community College. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60, είχε πλέον εγκαταλείψει οριστικά το σχολείο για να εργαστεί ως DJ στον KSOL του Σαν Φρανσίσκο, έναν ραδιοσταθμό που ειδικευόταν στη soul. Συνεργάστηκε επίσης με πολλά ανερχόμενα συγκροτήματα.
    To 1966 ο Sly είχε ήδη δικό του συγκρότημά, τους Sly and the Stoners, το ίδιο και ο αδελφός του, ο Freddie, τους Freddie and the Stone Souls. Τα δυο αδέλφια αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την ιδέα το νέο σχήμα να περιλαμβάνει λευκούς και μαύρους μουσικούς, άνδρες και γυναίκες, που θα έπαιζαν όργανα και θα τραγουδούσαν – κάτι μάλλον πρωτότυπο για την εποχή. Οι Sly and the Family Stone άρχισαν να εμφανίζονται μαζί το 1967 και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους, A Whole New Thing.

    Read More
  • Bog art -

    Bog art - "The Dance of Broken Promises" (CD και ψηφιακή έκδοση, 2026)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    φωτογραφία: Τηλέμαχος Παπαδόπουλος (qoq photos)

    Fracture as form...

    Οι Bog art δεν υπήρξαν ποτέ μπάντα της άνεσης. Από την αρχή κινούνται σε μια ζώνη εσωτερικής τριβής: πίστη και αμφιβολία, εγγύτητα και απόσταση, έρωτας και αποσύνθεση. Το The Dance of Broken Promises (2026), ο τέταρτος δίσκος τους, δεν προσπαθεί να συμφιλιώσει αυτές τις αντιθέσεις. Τις αφήνει να συνυπάρχουν. Και χτίζει έναν δίσκο πάνω στη διάρκεια, όχι στην κάθαρση.

    Read More
  • To

    To "The Weight of Forever" των HeadQuake, μια ηχητική επένδυση για δρόμους χωρίς επιστροφή...

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Υπάρχουν δίσκοι που δεν γράφονται για ακρόαση με ακουστικά. Γράφονται για μακρινά road trips, για νύχτες που το κοντέρ γράφει χιλιόμετρα και ο χρόνος χάνει το νόημά του, για δρόμους που δεν ξέρεις αν σε βγάζουν κάπου ή απλώς σε απομακρύνουν από όλα τα υπόλοιπα. Το The Weight of Forever των HeadQuake είναι ακριβώς αυτός ο δίσκος...

    Read More
  • «Η βελόνα και η ζημιά που έκανε»: Ένας μικρός φόρος τιμής στον Ντάνι Γουίτεν…

    «Η βελόνα και η ζημιά που έκανε»: Ένας μικρός φόρος τιμής στον Ντάνι Γουίτεν…

     
    Φαντάσου ένα μικρό κλαμπ στο Λος Άντζελες, το 1968. Τρία παιδιά από το Οχάιο βρίσκονται στη σκηνή· μετά βίας τα βγάζουν πέρα. Λέγονται The Rockets. Είναι καλοί, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται.
    Και τότε μπαίνει ο Νιλ Γιανγκ... 
    Ο Γιανγκ μόλις είχε φύγει από τους Buffalo Springfield. Έψαχνε έναν ήχο, κάτι ωμό και ηλεκτρικό, που να ταιριάζει με τη μουσική που ούρλιαζε μέσα στο κεφάλι του. Όταν άκουσε την κιθάρα του Ντάνι Γουίτεν, ήξερε ότι το είχε βρει.
    «Θες να τζαμάρουμε;» ρώτησε ο Γιανγκ μετά τη συναυλία.
    Αυτή η ερώτηση άλλαξε τα πάντα.

    Read More
  • Νίκος Κοντογούρης: «Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι λιγάκι περήφανος για αυτά που έχω κάνει, είναι ότι έμαθα στον κόσμο κάποια πράγματα...»

    Νίκος Κοντογούρης: «Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι λιγάκι περήφανος για αυτά που έχω κάνει, είναι ότι έμαθα στον κόσμο κάποια πράγματα...»

    Ο Μike Πούγουνας και ο Γιάννης Καστανάρας συζητούν εφ' όλη της ύλης με τον Νίκο Κοντογούρη

    Για τους ανθρώπους που αγόραζαν δίσκους και διάβαζαν μουσικά έντυπα, είναι αισθητή η απουσία, τα τελευταία χρόνια, του Νίκου Κοντογούρη, ενός ανθρώπου – κινητή εγκυκλοπαίδεια.
    Υπάρχουν πολλοί λάτρεις της μουσικής που λόγω ηλικίας, δεν τον γνωρίζουν.
    Ο Νίκος, γεννήθηκε στην Καλλιθέα αλλά μεγάλωσε, στην δεκαετία του ’60, στα βόρεια προάστια και εμείς τον γνωρίσαμε μέσα από τις σελίδες του Ποπ και Ροκ , του Zoo , του φανζίν Psychagogos που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην δεκαετία του ’80 με κασέτα και φυσικά μέσα από το δισκοπωλείο του, το Art Nouveau.
    Κάποια στιγμή, πριν μερικά χρόνια ο Νίκος αποχώρησε από τον χώρο και συνταξιοδοτήθηκε.
    Μιας και ήμασταν γνωστοί για πολλά χρόνια, Πούγουνας και Καστανάρας αποφασίσαμε να τον βρούμε και να κάνουμε μια συζήτηση μαζί του, ώστε να τον συστήσουμε σε εκείνους που τον γνωρίζουν αλλά και σε εκείνους που θα ήθελαν να τον μάθουν. Βρήκαμε ένα ωραίο καφέ στην πλατεία του Νέου Ηρακλείου και αφού είπαμε τα νέα μας, μιας και είχαμε καιρό να βρεθούμε, έγινε η αρχή…

    Read More
  • Eli  and The Portraits: «H ζούγκλα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς αποδοχή...»

    Eli and The Portraits: «H ζούγκλα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς αποδοχή...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη


    Δεν ακούς αυτόν τον δίσκο. Τον διασχίζεις. Το The Jungle Within ξεκινά σαν χαμηλός παλμός και καταλήγει να γίνεται τοπίο. Ένα τοπίο εσωτερικό, πυκνό, γεμάτο φωνές που δεν ζητούν εξηγήσεις αλλά παρουσία. Οι Eli and the Portraits στήνουν ένα αφήγημα που ακουμπά περισσότερο στην εμπειρία παρά στη φόρμα, περισσότερο στο βίωμα παρά στο είδος.

    Εδώ το concept δεν είναι κόλπο, είναι επιβίωση. Ζώα που μιλούν σαν άνθρωποι, άνθρωποι που κρύβονται πίσω από ζώα, τραγούδια που λειτουργούν σαν συνεδρίες, σαν συλλογική κατάθεση.

    Η μουσική αντλεί από folk, post-rock, θεατρικότητα και υπόγεια ένταση, αλλά τίποτα δεν κρατιέται ως αναφορά.

    Όλα υπηρετούν την αφήγηση. Το The Jungle Within ζητά χρόνο, αλλά τον επιστρέφει πολλαπλασιασμένο. Με νόημα. Τους ευχαριστώ για τον χρόνο τους.

    Read More
  • Νίκος Σκαλκώτας: Ο καλλιτέχνης που διάβαζε τον κόσμο μέσα από τους ήχους του...

    Νίκος Σκαλκώτας: Ο καλλιτέχνης που διάβαζε τον κόσμο μέσα από τους ήχους του...

    Γράφει ο Προκόπης Σαμαρτζής

    Στην άκρη μιας εποχής που άλλαζε με ορμή, γεννήθηκε ένας άνθρωπος που δεν άκουγε απλώς τον κόσμο• τον διάβαζε μέσα από τους ήχους του. Από τη Χαλκίδα ως το Βερολίνο και πάλι πίσω στην Αθήνα, κουβαλούσε μαζί του μια αόρατη βαλίτσα γεμάτη μελωδίες που δεν είχαν ακόμη ειπωθεί, ρυθμούς χωρίς σύνορα και χρώματα που δεν υπάκουαν σε καμία γνωστή παλέτα. Όλα αυτά ζωντάνευαν όταν ακουμπούσε απαλά το δοξάρι πάνω στο αγαπημένο του μουσικό όργανο, το βιολί. Εκεί, πάνω στις χορδές του, έβρισκε καταφύγιο και περιπέτεια μαζί.

    Read More
  • Loud Silence: «Ο χρόνος αποκτάει νόημα όταν αντιμετωπίζεται συνολικά. Αλλιώς μας τρώει...»

    Loud Silence: «Ο χρόνος αποκτάει νόημα όταν αντιμετωπίζεται συνολικά. Αλλιώς μας τρώει...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη 

    Αν κάτι διαπερνά το Filled With Nothing/Feeling like GOD από την πρώτη νότα, είναι η αίσθηση ότι τίποτα δεν στέκεται μόνο του. Πληρότητα και κενό, ένταση και σιωπή, κίνηση και παύση συνυπάρχουν χωρίς να αναιρούνται. Η μπάντα δεν επιχειρεί να εξηγήσει τις αντιφάσεις της εποχής, αλλά να τις κατοικήσει.

    Read More
  • 39 Clocks: Aντίσταση στην ομοιομορφία...

    39 Clocks: Aντίσταση στην ομοιομορφία...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Το γερμανικό πειραματικό ντουέτο 39 Clocks εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970, κατακτώντας μια ξεχωριστή θέση στην post-punk και underground μουσική σκηνή της εποχής. Με οδηγό τον μινιμαλισμό των Velvet Underground, ο Christian Henjes, γνωστός ως C.H. 39, και ο Jürgen Gleue, γνωστός ως J.G. 39, άναψαν τις μηχανές των 39 Clocks στο Ανόβερο χρησιμοποιώντας ελάχιστα όργανα για τις υπνωτικές επαναλήψεις και μια avant-garde προσέγγιση στον ήχο. Η μουσική τους συχνά αντλούσε έμπνευση από το garage, την ψυχεδελική μουσική και το krautrock, διατηρώντας παράλληλα μια στεγνή ωμότητα που τους ξεχώριζε από τα πιο εμπορικά συγκροτήματα της εποχής. Μέχρι το 1979, είχαν ήδη αποκτήσει φήμη για τις αντισυμβατικές τους εμφανίσεις, παίζοντας συχνά σε ημίφως και εστιάζοντας περισσότερο στην ατμόσφαιρα παρά στο θέαμα.

    Read More
  • Little Willie John:  rhythm ‘n’ blues από τη «στενή»...

    Little Willie John: rhythm ‘n’ blues από τη «στενή»...

    Γράφει ο Θανάσης Μήνας 

    Ο σύντομος βίος του Little Willie John υπήρξε σχεδόν μυθιστορηματικός. Γεννημένος στο Κάλεντεϊλ του Άρκανσω τον Νοέμβριο του 1937, με το ονοματεπώνυμο William Edward John, ήταν ο μικρός αδελφός της τραγουδίστριας Mable John -από τις ελάχιστες που έγραψαν τόσο για την Tamla όσο και για τη Stax.

    Read More
  • The Man & His Failures - Survival Kit (Geheimnis Records, 2025)

    The Man & His Failures - Survival Kit (Geheimnis Records, 2025)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Μια βουτιά στην αστική δυστοπία των The Man & His Failures, όπου κάθε σύνθεση ισορροπεί ανάμεσα σε industrial ρυθμούς, EBM ηλεκτρισμό και darkwave ατμόσφαιρα, αποκαλύπτοντας ένα concept  άλμπουμ που ζει, αναπνέει και απαιτεί πλήρη παρουσία.

    Read More
  • One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #10)

    One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #10)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    “Every revolution begins fighting demons. Motherfuckers just end up fighting themselves.”

    Η φράση ακούγεται σχεδόν κουρασμένα, χωρίς στόμφο. Και όμως, μέσα της χωρά ολόκληρο το One Battle After Another (2025). Ο Paul Thomas Anderson δεν ενδιαφέρεται για την αρχή της επανάστασης. Τον ενδιαφέρει η φθορά της. Το σημείο όπου η ιδέα έχει επιβιώσει, αλλά οι άνθρωποι όχι.

    Read More
  • Γιώργος Μικάλεφ:

    Γιώργος Μικάλεφ: "Γίνομαι ακραίος γιατί αφενός σιχαίνομαι τον καθωσπρεπισμό και αφετέρου είναι τόσο ακραία αυτά που ζούμε, που η πραγματικότητα ξεπερνάει την φαντασία..."

    Ο καλλιτέχνης Γιώργος Μικάλεφ συστήνεται στο Merlin's και απαντάει στις ερωτήσεις του Γιάννη Καστανάρα

    Γεννήθηκα στην Κέρκυρα και η καταγωγή μου είναι από τη Μάλτα. Εξ ου και το ξενικό επώνυμο. Μεγάλωσα στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο επεξεργασίας Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης. Ζωγράφιζα από μικρός όπως όλα τα παιδιά και απλά δεν σταμάτησα μεγαλώνοντας. Οι πρώτες μου επιρροές στη ζωγραφική δεν ήταν τόσο οι “Μεγάλοι Παλαιοί” ζωγράφοι όσο η punk μουσική. Αν αρκούν τρία ακόρντα για να ξεκινήσεις να παίζεις μουσική, τότε αρκεί ένα μολύβι και χαρτί για να ξεκινήσεις να ζωγραφίζεις. Ιδέες να κατεβάζει το κεφάλι σου και τον δρόμο σου τον βρίσκεις. Δίχως διαδίκτυο, καλλιτεχνικό περιβάλλον ή σπουδές, ήταν κάπως δύσκολο να αποκτήσω ανάλογη παιδεία. Έπαιρνα όποτε μπορούσα αυτούς τους τόμους με τους ζωγράφους που πήγαιναν πακέτο με τις εφημερίδες. Όταν έπεσε στα χέρια μου ένας τόμος με το ως τότε έργο του Εδουάρδου Σακαγιάν ήταν αποκάλυψη για μένα...

    Read More
  • Fuzz, Farfisa, ντέφι: Οι  Dionysians μιλούν για το

    Fuzz, Farfisa, ντέφι: Οι Dionysians μιλούν για το "Να Κάψουμε το Χθες", την ανάγκη για φυγή και τη "διονυσιακή" ενέργεια του ελληνικού garage rock...

    Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Δεν χρειάζονται κραυγές για να τραβήξεις την προσοχή όταν ο ήχος έχει λόγο ύπαρξης. Το Να Κάψουμε το Χθες των The Dionysians εμφανίζεται αθόρυβα, αλλά μένει - ένα ντεμπούτο που θυμίζει γιατί το ελληνικό garage rock έχει ακόμη σφυγμό, ιδρώτα και αλήθεια. Με fuzz κιθάρες, Farfisa σε πρώτο πλάνο και ελληνικό στίχο που μιλά χωρίς φίλτρα, η μπάντα χτίζει έναν κόσμο ζωντανό και ανεπεξέργαστο, σαν να γράφτηκε σε πραγματικό χρόνο, μέσα σε ένα δωμάτιο που βράζει από ένταση.

    Μίλησα για λογαριασμό του merlis.gr μαζί τους για τη γέννηση του project, τη συνειδητή ακατέργαστη παραγωγή, την ανάγκη να «καεί» το χθες και το γιατί, σε μια εποχή λείου indie ήχου, εκείνοι επιλέγουν να κρατήσουν τις κιθάρες μπροστά και την ενέργεια ωμή.

    Read More
  • Townes Van Zandt Revisited...

    Townes Van Zandt Revisited...

    Ο Θανάσης Μήνας ανατρέχει στη ζωή του μοναχικού cowboy της americana με αφορμή δύο πρόσφατες εκδόσεις.

    Στο ντοκιμαντέρ του 1976 με τίτλο Heartworn Highways, ο Townes Van Zandt παίρνει μια ρουφηξιά από ένα τσιγάρο και αρχίζει να τραβάει τις χορδές της κιθάρας του, δηλώνοντας ειρωνικά: «Θα παίξω ένα ποτ πουρί από τις επιτυχίες μου», προτού χαλαρώσει σε μια υπέροχη, οικεία ερμηνεία του τραγουδιού του “Pancho and Lefty” του 1972. Η συχνά διασκευασμένη αφήγηση που βασίζεται στον Μεξικανό επαναστάτη Pancho Villa έγινε ένα καθοριστικό τραγούδι τόσο για τον Van Zandt όσο και για την ίδια την παράνομη χώρα. Έχει διασκευαστεί από καλλιτέχνες όπως η Emmylou Harris και έχει γίνει ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία από τους Willie Nelson και Merle Haggard το 1983. Ο μεγάλος τραγουδοποιός από το Τέξας διηγείται μάλιστα μια ιστορία, όπου το κομμάτι φαίνεται να τον γλίτωσε από μια από μια κλήση. Οι δύο αστυνομικοί που τον σταμάτησαν, όχι μόνο τον αναγνώρισαν, όχι μόνο ήταν φαν, αλλά συμπτωματικά, αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον με τα παρατσούκλια Pancho και Lefty.

    Read More
  • Turboflow 3000:

    Turboflow 3000: "Bassokatarah: Deep Square Anthems" - Όταν το Τσιμέντο Αναπνέει Μπάσο

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Στην Αθήνα του 2025, οι πλατείες γίνονται στούντιο και τα σπασμένα φώτα διακόσμηση. Οι Turboflow3000 επιστρέφουν με το Bassokatarah: Deep Square Anthems, ένα mixtape που δεν ζητά συγγνώμη. Δέκα κομμάτια, δέκα συνεργασίες, μία δήλωση: δεν χωράμε σε κουτάκια.

    Read More
  • Suicide: Πιονιέροι του electro-punk και ανατρεπτικοί του rock and roll...

    Suicide: Πιονιέροι του electro-punk και ανατρεπτικοί του rock and roll...

    Γράφει (και κάπου κάπου μεταφράζει) ο Γιάννης Καστανάρας

    Σε όλη τη διάρκεια της καριέρας τους, οι Suicide συγκρίνονταν συχνά με τον Iggy Pop για την ένταση και το θέαμα που χαρακτήριζαν τις συναυλίες τους. O Vega συχνά στεκόταν εχθρικός απέναντι στο ίδιο τους το κοινό κατά τη διάρκεια των εμφανίσεών τους κραδαίνοντας απειλητικά μια αλυσίδα, ενώ το πλήθος τον αποδοκίμαζε, τον γιουχάιζε ή αποχωρούσε. Η φωνή του, ώρες ώρες σαν επιθανάτιος ρόγχος, έμοιαζε να κυνηγάει φαντάσματα, καθώς τραγουδούσε αγέρωχος για μοναχικές, πονεμένες ψυχές που πλανιούνται μέσα σε ένα αλλόκοτο κλειστοφοβικό γοτθικό αστικό τοπίο. Οι μονότονοι, παγεροί electro-rockabilly ήχοι του Rev συνέβαλαν στη δημιουργία μιας ζοφερής εικόνας για το μέλλον.

    Read More
  • «What I have is never what I want»: Οι XOAN μιλούν για τις εντάσεις που διαμόρφωσαν το “Tensions”...

    «What I have is never what I want»: Οι XOAN μιλούν για τις εντάσεις που διαμόρφωσαν το “Tensions”...

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη

    Από την πανδημία μέχρι τις προσωπικές ρωγμές, οι σκέψεις πίσω από τους στίχους και τις επιλογές που καθόρισαν τον δίσκο.

    Σε μια εποχή όπου η ελληνική indie σκηνή αναζητά νέες φωνές με καθαρότητα και αλήθεια, οι XOAN επανέρχονται με το Tensions, έναν δίσκο που ήδη συζητιέται ως μια από τις πιο ώριμες κυκλοφορίες της χρονιάς στο σύγχρονο ελληνικό indie rock. Η δημιουργία του άλμπουμ δεν ήταν απλή. Οι ανατροπές, η περίοδος του εγκλεισμού, οι προσωπικές δοκιμασίες και οι αλλαγές στη σύνθεση της μπάντας άφησαν αποτύπωμα σε κάθε τραγούδι. 

    Read More
  • Vooeetone - The Structure In Me (βινύλιο και ψηφιακή κυκλοφορία)

    Vooeetone - The Structure In Me (βινύλιο και ψηφιακή κυκλοφορία)

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Οι Vooeetone δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε «μπάντα», τουλάχιστον έτσι όπως έχουμε μάθει να χαρακτηρίζουμε μια σύναξη ανθρώπων που αποφασίζουν να καταθέσουν μέσω του ήχου αυτά που τους καίνε ή τους διασκεδάζουν. Βέβαια, οι Vooeetone είναι ένα μουσικό σχήμα που καταθέτει και αυτή τα παραπάνω, μόνο που σύμφωνα με τον Γιάννη Ντρενόγιαννη, τον ιθύνοντα νου πίσω από όλο αυτό το... βουητό, οι Vooeetone είναι το αποτέλεσμα ενός πειραματισμού στο στούντιο που βασίστηκε σε σκέψεις, ιδέες και συνθέσεις του δίχως να έχει δουλευτεί στον χρόνο, αλλά με τους μουσικούς που συμμετέχουν να δημιουργούν τα πέντε κομμάτια του The Structure In Me μέσα σε μόλις είκοσι ώρες στο στούντιο.

    Read More
  • Πάνος Μπίρμπας & The Nile Beat Artists: “Big House”

    Πάνος Μπίρμπας & The Nile Beat Artists: “Big House”

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Το Big House δεν μοιάζει με δίσκο που γράφτηκε. Μοιάζει με δίσκο που συνέβη. Σαν κάτι που προέκυψε επειδή έπρεπε να υπάρξει, επειδή η ζωή πίεσε το υλικό να βγει προς τα έξω. Η ιστορία είναι γνωστή: ο Πάνος Μπίρμπας βρέθηκε στην Ουγκάντα για να συναντήσει τον γιο του και έμεινε εκεί δεκαέξι μήνες. Στο ενδιάμεσο, το περιβάλλον, οι άνθρωποι, οι δρόμοι και οι καθημερινές μικρές μάχες άρχισαν να διαμορφώνουν έναν άλλο εσωτερικό ρυθμό. Αυτός ο ρυθμός έγινε ο πυρήνας του δίσκου.

    Read More
  • Widow Pit: Oμώνυμο ντεμπούτο  άλμπουμ σε βινύλιο και ψηφιακή κυκλοφορία...

    Widow Pit: Oμώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ σε βινύλιο και ψηφιακή κυκλοφορία...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Όσο κι αν με την πάροδο των χρόνων η μουσική δημιουργία γίνεται ολοένα και περισσότερο κτήμα ατάλαντων (ή και ταλαντούχων) που απλώς προγραμματίζουν και εκτελούν μπροστά από έναν υπολογιστή ή οτιδήποτε σχετικό, υπάρχουν ευτυχώς πολλοί που επιμένουν στην ομαδική δημιουργία και στην προκειμένη περίπτωση οι Widow Pit είναι μια τις μπάντες που αυτοί σχηματίζουν.

    Read More
  • The Skelters: «Αν δεν αφήσεις τις ατέλειες να φανούν, δεν κάνεις ροκ...»

    The Skelters: «Αν δεν αφήσεις τις ατέλειες να φανούν, δεν κάνεις ροκ...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη

    Σε μια εποχή όπου το ελληνικό ροκ συχνά μοιάζει με ξεχασμένο χειρόγραφο σε υγρό υπόγειο, οι Skelters εμφανίζονται ξανά σαν κάποιο σημείωμα που άντεξε τον χρόνο. Όχι για να πουν μια ιστορία νοσταλγίας, αλλά για να δείξουν ότι η επιμονή μπορεί να πάρει μορφή, να γίνει ήχος, να αποκτήσει δέρμα και ρυθμό. Το Con Man’s Chronicles έρχεται μετά από σιωπές, αναμονές και επαναδιαπραγματεύσεις με την ίδια την τέχνη τους. Και μοιάζει σαν να βγήκε μέσα από εκείνες τις νύχτες που το στούντιο είναι πιο ειλικρινές από τους ανθρώπους.

    Read More
  • 1
  • 2

Ο σκληρός πίνακας του Mac James που εμφανίζεται στο εξώφυλλο του Medicine Show των Dream Syndicate (1984) απεικονίζει μια αφηρημένη φιγούρα σε μέτριο κοντινό πλάνο, με στρογγυλεμένο κεφάλι και ώμους που καταλαμβάνουν ολόκληρο το εξώφυλλο. Η φιγούρα έχει ατημέλητο περίγραμμα και είναι γεμάτη με μαύρο χρώμα, το πρόσωπο μια δίνη από λευκές και γκρι γρατσουνιές και σημάδια. Με την πρώτη ματιά, ο γήινος τόνος του μπεζ εξώφυλλου και η ανακριβής φιγούρα μπορεί να υποδηλώνουν κάποιο είδος σωρού δολαρίων. Αλλά όσο περισσότερο το κοιτάς, τόσο πιο ανησυχητικό γίνεται. Ξαφνικά θυμίζει ένα φθαρμένο σκιάχτρο, ένα πρόσωπο δεμένο σε συρματόπλεγμα ή ακόμα και ένα σώμα παραδομένο στη σήψη. Είναι αδύνατο να απαλλαγείς από την αίσθηση της διάβρωσης που προκαλεί η εικόνα, ειδικά αν την κοιτάς επίμονα ενώ ακούς το δίσκο. Η μεγαλύτερη ένταση στο άλμπουμ είναι μεταξύ της πνευματικής και ηθικής παρακμής κάθε αφηγητή, και το εξπρεσιονιστικό εξώφυλλο του άλμπουμ παρέχει το τέλειο αντίστοιχο.

Το δύσκολο δεύτερο άλμπουμ

Το Medicine Show ήταν ο δεύτερος δίσκος του συγκροτήματος και η πρώτη κυκλοφορία τους σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Το εξώφυλλο υποδηλώνει την αγνόησή τους για τις προσδοκίες των κριτικών.

Η πιο κοινή, κριτική άποψη θεωρεί ότι το συγκρότημα κυκλοφόρησε έναν ασφαλές και βαρετό εμπορικό ροκ δίσκο. Οι υποστηρικτές του άλμπουμ ισχυρίζονται ότι είναι ένα χαμένο αριστούργημα και ένα υποτιμημένο highlight του καταλόγου τους, που προσφέρει μια πολύ πιο σκοτεινή και αποκαλυπτική πλευρά του συγκροτήματος. Οι Dream Syndicate εμφανίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, καθώς η post-punk σκηνή του Λος Άντζελες μεταλλασσόταν. Τα ιδρυτικά μέλη Steve Wynn, Karl Precoda, Kendra Smith και Dennis Duck πέρασαν γρήγορα από τις πρώτες πρόβες και τα demos στο να βρεθούν στην πρώτη γραμμή της πρώιμης indie ροκ σκηνής της Αμερικής με το The Days of Wine and Roses του 1982. Μεταξύ των αυξανόμενων ταλέντων και φιλοδοξιών του frontman Wynn και της συλλογικής αίσθησης μουσικής ανησυχίας του συγκροτήματος, σύντομα προέκυψαν συγκρούσεις όταν ήρθε η ώρα να συνεχιστεί η πρώιμη επιτυχία τους. Αυτό που δεν θα διαφωνούσα είναι ότι το Medicine Show έχει παρεξηγηθεί∙ ήταν ακριβώς το άλμπουμ που το συγκρότημα ήταν έτοιμο να κάνει εκείνη την εποχή.

Σε ορισμένους κύκλους, το Medicine Show θεωρείται κάτι σαν ναδίρ για την alternative rock της δεκαετίας του '80. Στο βιβλίο του Waiting For the Sun: A Rock 'n' Roll History of Los Angeles, ο συγγραφέας Barney Hoskyns αποκαλεί το άλμπουμ «απογοητευτικό». Μια κριτική στο allmusic.com που είναι λίγο πιο χλιαρή σημειώνει ότι «από τις περισσότερες απόψεις, αυτό (το άλμπουμ) βρίσκει τον Wynn και τους συναδέλφους του να ψάχνουν για κάτι που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως, και τα πλήκτρα του Tom Zvoncheck, παρά το δράμα τους, δεν βρίσκουν ποτέ πραγματικά τον δρόμο τους στη μουσική».

 Ωστόσο, παρά τις αρνητικές κριτικές, υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν τον δίσκο κάτι σαν αναθεωρητικό κλασικό. Ένας blogger στο blogcritics.org γράφει ότι «το Medicine Show είναι ένα από τα μεγάλα χαμένα άλμπουμ της δεκαετίας του '80». Ένας άλλος blogger στο gloriousnoise.com λέει «αν το Medicine Show ήταν το άλμπουμ όπου ο κόσμος γνώριζε τους Dream Syndicate, υπάρχει η πιθανότητα όλοι να δηλώναμε ομόφωνα τη σημασία του αντί να μιλάμε για τον διχασμό του». Ακόμα και ο Peter Buck των REM, με τον οποίο οι Dream Syndicate περιόδευσαν την ημέρα της κυκλοφορίας του άλμπουμ, έχει συμμετάσχει στο εγχείρημα, δηλώνοντας ότι «αυτό είναι ένα Exile On Main Street για τη δεκαετία του '80».

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του Medicine Show ήταν μάλλον ότι ακολούθησε το αγαπημένο ντεμπούτο τους The Days of Wine and Roses, που με την αιχμηρή αμεσότητα του ήχου του, έγινε αμέσως ένα κλασικό μετα-βελβετικό άλμπουμ, ίσως το πλέον κλασικό αναφορικά με τη σκηνή που ονομάστηκε Paisley Underground.

 

 ***************

Η σκηνή του Paisley Underground του Λος Άντζελες ήταν μια χαλαρή, κριτικά επινοημένη ομάδα συγκροτημάτων που εξορύσσουν τους διαφορετικούς ήχους της ψυχεδελικής εποχής της δεκαετίας του '60 της πόλης. Η ολισθηρότητα της ίδιας της κατηγορίας είναι ο λόγος για τον οποίο ο όρος είναι πλέον εκτός χρήσης - όμως το 1984 περιέγραφε de facto μια ομάδα συγκροτημάτων τόσο διαφορετικών όσο οι Green on Red (στοιχειωμένη ψυχεδέλεια που μετατράπηκε σε alt-country-rock), οι Thin White Rope (ακανόνιστο desert rock εμπνευσμένο από τους Can), ακόμη και οι Bangles. Οι Dream Syndicate ξεχώρισαν ως οι πιο βελβετικοί ανάμεσα στους συνομηλίκους τους.

Η παρέα του Medicine Show σήμερα...

 Μετά από ένα ομώνυμο EP από την Down There Records του Wynn, το The Days of Wine and Roses τράβηξε απίστευτη δημοτικότητα, κυριάρχησε στα πανεπιστημιακά ραδιόφωνα και άφησε το στίγμα του στα ευρωπαϊκά indie charts. Κυκλοφορώντας από την εταιρεία Slash και σε παραγωγή του Chris D. των Flesh Eaters, ήταν το είδος του δίσκου με προσανατολισμό στο μέλλον που καθοδηγούνταν αλλά δεν καθοριζόταν από τις επιρροές του. Πριν το συγκρότημα προλάβει να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις του, η μπασίστρια Kendra Smith σποχώρησε απότομα από το συγκρότημα μετά την πρώτη τους περιοδεία στις ΗΠΑ, αφήνοντάς τους να ψάχνουν για αντικαταστάτη. Η αποχώρησή της συνέπεσε με τη μεγαλύτερη ευκαιρία του συγκροτήματος μέχρι σήμερα, όταν τους ζητήθηκε να ανοίγουν τις συναυλίες των U2 σε κάθε ημερομηνία της πανεθνικής τους περιοδείας. Ο Wynn και η υπόλοιπη μπάντα συμβουλεύτηκαν γρήγορα τον γνωστό τους Dave Provost, ο οποίος προστέθηκε στο συγκρότημα χωρίς καν πρόβα. Τους συνόδευσε στην περιοδεία μετά από μια σύντομη καθοδήγηση από την Smith. 

Ο παραγωγός των Blue Öyster Cult

Η κυκλοφορία του The Days of Wine and Roses είδε το συγκρότημα να ξεπερνά τα όρια που μπορούσε να διαχειριστεί η μικροσκοπική ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Slash. Σύντομα, το συγκρότημα δέχτηκε πιέσεις από μια σειρά μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, μια πρώιμη φάση των διαγωνισμών της δεκαετίας του '80, όπου underground συγκροτήματα όπως οι Hüsker Dü ή οι The Replacements προσέλκυσαν mainstream μουσικά κανάλια. Τελικά, το συγκρότημα αποφάσισε να υπογράψει με την A&M Records. Αφού βελτίωσαν τις ικανότητές τους σε περιοδεία μπροστά σε μεγαλύτερο κοινό, μπήκαν στο στούντιο με τον βετεράνο παραγωγό Sandy Pearlman, γνωστό για τη δουλειά του με τους Blue Öyster Cult, η οποία άρεσε στον πιο κλασικο-ροκά Precoda, αλλά εγκρίθηκε από τον Wynn για την παραγωγή του για τους Dictators και τους Clash. Το στυλ παραγωγής του Pearlman ήταν τυπικό των διαδικασιών μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, με μήνες να περνούν σε ένα κορυφαίο στούντιο. Tο συγκρότημα πέρασε δύο εβδομάδες ηχογραφώντας βασικά κομμάτια, με τον Pearlman να χρειάζεται αρκετές ηχογραφήσεις και να επεξεργάζεται σύνθετες εκδόσεις από αυτά. Τόσο σχολαστική ήταν η διαδικασία του Pearlman που ο Provost συχνά καλούνταν πίσω μετά από δύο εβδομάδες overdubs στο μπάσο για να διορθώσει έστω και μία νότα. Από την πλευρά του, ο Precoda χρειάστηκε έξι εβδομάδες για να ηχογραφήσει τα μέρη της κιθάρας του, ταυτιζόμενος άψογα με τον Pearlman και εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία να πειραματιστεί και να αφιερώσει χρόνο στο στούντιο. 

Αυτή η έλλειψη αυθορμητισμού και το ασφυκτικά ελεγχόμενο περιβάλλον ενοχλούσαν τον Wynn, ιδιαίτερα μετά την ηχογράφηση του The Days of Wine and Roses σε τρεις ολονύκτιες ηχογραφήσεις με τον Chris D. Οι πιο δύσκολες ήταν οι έξι εβδομάδες που αφιερώθηκαν στην ηχογράφηση των φωνητικών για τα οκτώ τραγούδια του άλμπουμ, κάτι που οδήγησε σε μεγάλη ένταση μεταξύ του Wynn και του παραγωγού, καθώς και του κιθαρίστα του. Στα μάτια του Pearlman, οι μήνες ηχογράφησης ήταν τυπικοί για τον κόσμο των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, και η μαχητική στάση του Wynn ήταν εμπόδιο στις δυνατότητες επιτυχίας του συγκροτήματος. 

Λιγότερο Velvets και περισσότερο Neil Young Όσον αφορά την πιο εμπορική παραγωγή του άλμπουμ, η οποία οδήγησε σε κατηγορίες ότι το συγκρότημα είχε -αν είναι δυνατόν!- «ξεπουληθεί», με τα λόγια του Wynn, η προσέγγιση στο Medicine Show ήταν «λιγότερο Velvets και περισσότερο Neil Young». Ο Wynn και τα άλλα μέλη ήταν απόλυτα πρόθυμοι να αγκαλιάσουν το hard rock της δεκαετίας του '70 στη μουσική τους, κάτι που είναι πιο εμφανές στο δεύτερο κομμάτι του άλμπουμ, "Daddy's Girl". Παρά τη φήμη του για τις γεμάτες feedback κιθαριστικές εκρήξεις, αυτή η πιο παραδοσιακή βάση ήταν η επιδίωξη του Precoda εξαρχής.

Οι υποκείμενες εντάσεις στα κίνητρα του συγκροτήματος ήταν πιθανό να έρθουν στην επιφάνεια κάποια στιγμή, αλλά η εμπειρία ηχογράφησης από μεγάλη δισκογραφική εταιρεία επιδείνωσε αυτές τις ρήξεις και έδειξε τις ταραχώδεις ιδιότητες που έκαναν τους πρώτους δίσκους και τις εμφανίσεις τους τόσο συναρπαστικές. Τελικά, όλα αυτά οδήγησαν στην αποχώρηση του Precoda από το συγκρότημα μετά την κυκλοφορία του δίσκου.

Το εναρκτήριο τραγούδι του άλμπουμ, “Still Holding on to You”, το πιο power-pop τραγούδι του άλμπουμ, σαν να ακούς Big Star στο speed. Ακούγεται επίσης σαν ένα roots-rock κράμα μεταξύ του Tom Petty του Bruce Springsteen. Η ροκ αναπήδηση στην καρδιά του κομματιού και η κιθάρα τύπου Stones ενθαρρύνουν μια επιφανειακή ανάγνωση μιας σχέσης που πήγε στραβά, καθώς ο αφηγητής του Wynn λαχταρά μια χαμένη αγάπη. Αλλά ο τελευταίος στίχος υπαινίσσεται την οριστικότητα των περιστάσεων καθώς και τη λύση του. Το εκρηκτικό όργανο, που είναι βολικά θαμμένο στο μιξάζ, επενδύει μια αισιοδοξία που είναι σαφώς αδύνατη από τις τελευταίες γραμμές, ανεξάρτητα από το πώς επιλέγει κανείς να διαβάσει την δομή του τραγουδιού: «Το δωμάτιο ήταν ζεστό, και το δέρμα της ήταν κρύο... Την άκουσα να φωνάζει το όνομά μου» - ευθεία αναφορά στο “Hear Her Call My Name” των  Velvet Underground. 

Το “Armed with an Empty Gun” είναι μια απίστευτη ιστορία νουάρ, με τον αφηγητή του Wynn να περιγράφει λεπτομερώς ένα πέρασμα συνόρων που πήγε στραβά. Το τραγούδι προδίδει επίσης την επιρροή που εξακολουθούσαν να έχουν οι Velvet Underground στο συγκρότημα. Ο σπασμωδικός ρυθμός, με την υποστήριξη του απλού, ακλόνητου μοτίβου τυμπάνων του Dennis Duck, υποδεικνύει την επιρροή της Mo Tucker. 

Το “Bullet with My Name on It” ξεχωρίζει ως η μοναδική σόλο συνεισφορά του Karl Precoda στη σύνθεση τραγουδιών, καθώς και η πραγματική κατάβαση ενός ήδη ζοφερού άλμπουμ στο σκοτάδι. Μιλάει για το αναπόφευκτο των κακών πραγμάτων που έρχονται, αυτή τη φορά με τη μορφή μιας σφαίρας στα ίχνη του, που είναι προορισμένη να χτυπήσει. Οι φιδωτές γραμμές της κιθάρας που οδηγούν σε κάθε στίχο αποκαλύπτουν πόσο έντονα παρέμεινε το έργο του Precoda καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του στο συγκρότημα.

 Μπλουζ για τον John Coltrane

Στη συνέχεια, η αφήγηση του ομώνυμου τραγουδιού δομείται βαριά με ένα μελαγχολικό μπλουζ που προσθέτει μια δυσοίωνη νότα. Ο Wynn κάνει μια παράκαμψη μέσα από ένα γκροτέσκο νότιο γοτθικό φόνο και μια ύστατη προσπάθεια λύτρωσης. Εδώ ξεχωρίζει η μπασογραμμή του Provost, με τις κιθάρες να ξεφεύγουν – γρατζουνισμένες και στραγγαλισμένες νότες πίσω από τον μονολιθικό ρυθμό.

Το ντυλανικό “Burn” έχει κάπως περίπλοκη δομή με τις κιθάρες του  Precoda να μπλέκονται γύρω από τη βασική μελωδία του πιάνου. Ο τελευταίος στίχος τελειώνει με τον Wynn να επαναλαμβάνει, «Κάποια μέρα θα είναι η κόλαση για να πληρώσει / Ναι, ξέρω». Ο στίχος μεταφέρει τον πυρήνα των θεμάτων του άλμπουμ, των κακών ιδεών και παρορμήσεων και των αόρατων συνεπειών που μοιάζουν αναπόφευκτες.

 Το “John Coltrane Stereo Blues” απογειώνει το άλμπουμ – και στις ζωντανές καταγραφές τους ήταν και εξακολουθεί να είναι το tour de force των Dream Syndicate επί σκηνής. Η αινιγματική ιστορία του Wynn είναι μια από τις πιο σκοτεινές, πιο εκτυφλωτικές σπουδές χαρακτήρων του. Ο αφηγητής του είναι ένας εκλεπτυσμένος αστός, κάποιος εξοικειωμένος με την free-jazz του John Coltrane ως σημαίνων κάποιας υποτιθέμενης πολιτιστικής φινέτσας, και αρκετά έξυπνος για να χαλαρώσει με το κρασί του πριν ερμηνεύσει τα πιο αποκρουστικά έργα. Υπάρχει ένα γρύλισμα στην κιθάρα του Precoda εδώ που λείπει από το υπόλοιπο άλμπουμ. Καθώς τα φωνητικά του Wynn μετατοπίζονται από χαλαρές και υπολογιστικές κοινωνικοπαθητικές παρορμήσεις σε βραχνές, απεγνωσμένες φλυαρίες κατά τη διάρκεια του κομματιού, το παίξιμο του Precoda γίνεται σταδιακά πιο ξέφρενο και βίαιο για να ταιριάζει με τα στιχουργικά στοιχεία του τραγουδιού. Η προφανής παραλληλία είναι η κιθαριστική δουλειά του Ron Asheton στο Fun House των Stooges (1970) και η σχέση της με τις ηχητικές εξερευνήσεις του ‘Trane στο σαξόφωνο, καθώς τα δύο τρίτα του "John Coltrane Stereo Blues" παραδίδονται σε ορχηστρική υπερένταση παρά στην αφήγηση των στίχων. Aκόμη και σε μια πιο συντομευμένη μορφή, το “John Coltrane Stereo Blues” είναι μια εκτεταμένη άσκηση έντονης επανάληψης και μοιράζεται ένα συγκεκριμένο κοινό με το εξίσου μακρύ “Marquee Moon” των Television, καθώς το ίδιο ρυθμικό μοτίβο παίζεται λίγο πολύ σε όλη τη διάρκεια.

 Goodbye Hollywood…

Όλα αυτά τα στοιχεία, ίσως αναμενόμενα, δεν οδήγησαν σε εμπορική ή κριτική επιτυχία για το συγκρότημα. Το Medicine Show πούλησε πολύ λιγότερα από ό,τι ήλπιζε η δισκογραφική τους εταιρεία. Εκείνη την εποχή, οι ανεξάρτητες μπάντες που έχτιζαν αξιοπρεπείς καριέρες από μέτριες πωλήσεις δεν ήταν στα σχέδια και το συγκρότημα γρήγορα βρέθηκε σε σύγκρουση με το σύστημα των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών που είχαν οικειοθελώς υιοθετήσει. Ως αποτέλεσμα, τελικά ζήτησαν την αποδέσμευσή τους από την A&M, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσαν να χρωστούν χρήματα τόσο για το ίδιο το άλμπουμ όσο και για την πρόσφατη περιοδεία τους με τους REM. Παραδόξως, κατάφεραν να αποδεσμευτούν ​από το συμβόλαιό τους, μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση ανεξάρτητης μπάντας που έκανε το σύστημα να λειτουργεί υπέρ τους. Το συγκρότημα διαλύθηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα πριν ανασυνταχθεί χωρίς τον Precoda (και με τον Paul B. Cutler στη θέση του) για το Out of the Grey του 1986. Αυτή είναι μια άλλη ιστορία, που θα περιμένει για του χρόνου…

 Medicine Show Boxset

Μετά από μια μακρά και παρατεταμένη διαπραγμάτευση με την Universal Music Group, το συγκρότημα κέρδισε το δικαίωμα να επανεκδώσει το Medicine Show ως ένα κουτί 42 τραγουδιών με 29 ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις από την εποχή του 1983-84, και για αυτό το λόγο, το συγκρότημα ανέστησε την εταιρεία Down There, η οποία θα διανέμεται από την Fire Records.

Αυτό που ελπίζει να αποκαλύψει αυτό το νέο box set είναι ότι, ως live μπάντα, ανάμεσα στα νέα τραγούδια του Wynn (τότε) και τις ζωντανές φωνητικές του εμφανίσεις, το διευρυμένο παίξιμο κιθάρας και τους διάφορους νέους μπασίστες, η εποχή του The Medicine Show ήταν ακόμα το συγκρότημα στο απόγειό της. Το άλμπουμ περιλαμβάνει επίσης τα πλήκτρα του Tommy Zvoncheck καθώς και την πλήρη ραδιοφωνική μετάδοση του WXRT από την κύρια κασέτα reel-to-reel (το αρχικό LP είχε περικοπεί) - και υπάρχουν μερικές κασέτες προβών και ζωντανών ηχογραφήσεων της Kendra Smith - λίγο πριν αποχωρήσει από το συγκρότημα.

 Υπάρχουν πρώιμες, πρωτόγονες εκδοχές πρωτότυπων τραγουδιών και πολλές διασκευές και live υλικό. Το ίδιο το άλμπουμ είναι πλέον πλήρως remastered (από τις αρχικές αναλογικές κασέτες) και ακούγεται, όπως δήλωσε πρόσφατα ο Steve Wynn, «όπως θυμάμαι να το άκουσα ενώ το μιξάραμε».

 Οι Dream Syndicate θα περιοδεύσουν στα τέλη του 2025 και στις αρχές του 2026 για να παρουσιάσουν ολόκληρο το άλμπουμ τους Medicine Show του 1984, με ημερομηνίες εμφάνισης στις ΗΠΑ (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2025) και στην Ευρώπη (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2026). Οι εμφανίσεις θα περιλαμβάνουν δύο σετ: μια συλλογή από νεότερα τραγούδια, ακολουθούμενη από το πλήρες Medicine Show.

https://www.thedreamsyndicate.com/tour.html

Για παραγγελίες: https://www.firerecords.com/product/the-dream-syndicate-medicine-show/

Τracklist:

Disc One: Medicine Show + Unreleased Bonus Tracks

  1. Still Holding On To You
  2. Daddy’s Girl
  3. Burn
  4. Armed With An Empty Gun
  5. Bullet With My Name On It
  6. The Medicine Show
  7. John Coltrane Stereo Blues
  8. Merrittville
  9. John Coltrane Stereo Blues (Album Out-Take)
  10. The Medicine Show (Solo Acoustic)
  11. John Coltrane Stereo Blues (Live at WMMS, June 1983)

 

Disc Two: This Is Not The New Dream Syndicate Album… Live!

  1. Tell Me When It’s Over (Live at The Aragon Ballroom, Chicago, 1984)
  2. Bullet With My Name On It (Live at The Aragon Ballroom, Chicago, 1984)
  3. Armed With an Empty Gun (Live at The Aragon Ballroom, Chicago, 1984)
  4. The Medicine Show (Live at The Aragon Ballroom, Chicago, 1984)
  5. John Coltrane Stereo Blues (Live at The Aragon Ballroom, Chicago, 1984)
  6. Burn (Live at the Aragon Ballroom, Chicago, 1984)
  7. The Days of Wine and Roses (Live at the Aragon Ballroom, Chicago, 1984)
  8. John Coltrane Stereo Blues (Live in Lund, Sweden, 1984)
  9. Bullet With My Name On It (Live at The Stone, San Francisco, 1984)
  10. Witness (Live at The Stone, San Francisco, 1984)
  11. Weathered And Torn (Rehearsal Recording, 1983)

 

Disc Three: The Road To Medicine Show

  1. Still Holding On To You (Live at CBGBs,1983)
  2. Armed With an Empty Gun (Live at CBGBs, 1983)
  3. Let It Rain (Live at CBGBs, 1983)
  4. The Medicine Show (Live at CBGBs,1983)
  5. Bullet With My Name On It (Live at CBGBs,1983)
  6. John Coltrane Stereo Blues (Live at CBGBs, 1983)
  7. Burn (Live at CBGBs, 1983)
  8. Morning Dew (Live at CBGBs, 1983)
  9. Burn (Rehearsal Recording with Kendra Smith,1983)
  10. John Coltrane Stereo Blues (Rehearsal Recording with Sandy Pearlman, 1983)

 

Disc Four: What Is And What Should Never Be

  1. Susie Q (Live at Club Zadar, New Hope, PA, 1983)
  2. Evil Ways (Live at Club Zadar, New Hope, PA, 1983)
  3. Don’t Fear The Reaper (Live at Club Zadar, New Hope, PA, 1983)
  4. Bullet With My Name On It (Live at Club Zadar, New Hope, PA, 1983)
  5. Still Holding On To You (Live at Soap Creek Saloon, Austin, TX, 1983)
  6. Born On The Bayou (Live at Soap Creek Saloon, Austin, TX, 1983)
  7. Don’t Fear The Reaper (Live at Soap Creek Saloon, Austin, TX, 1983)
  8. Still Holding On To You (Rehearsal Recording with Kendra Smith, 1982)
  9. Armed With An Empty Gun (Rehearsal Recording with Kendra Smith, 1982)

 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Paisley Undergound: Ο απόλυτος δισκογραφικός οδηγός. Η αναβίωση του rock των 60s στα 80s στις 33 1/2 στροφές...

Thalia Zedek: Noise rock storyteller...

The Days of Wine and Roses των Dream Syndicate: Η γέννηση ενός κλασσικού άλμπουμ

ΑΚΟΥΣΤΕ

The Dream Syndicate Live στο Βεάκειο στις 13 & 14 Ιουλίου 1987 (full audio)


image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
 
 
 
image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
 
 
 
image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
 
 
 

Γραφτείτε στο newsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1