Η αρχή της αγγλικής punk rock σκηνής μέσα από την ιστορία των Damned...

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Η λέξη punk δεν είναι και τόσο σύγχρονη. Πρωτοεμφανίζεται σε μια μπαλάντα γύρω στο 1575 με τίτλο «Simon The Old Kinge» και σήμαινε «πόρνη». Μάλιστα οι στίχοι, γραμμένοι σε αρχαϊκά αγγλικά, συμβούλευαν τους άντρες να μην πίνουν και μεθάνε γιατί έτσι ήταν σαν να πήγαιναν με πόρνες: «Soe fellowes, if you be drunke, of ffrailtye itt is a sinne, as itt is to keepe a puncke». Λίγο αργότερα, το 1605, την ίδια λέξη και με το ίδιο νόημα χρησιμοποίησε και ο Σαίξπηρ στο Measure for Measure (Με το Ίδιο Μέτρο), ένα έργο που εξελίσσεται στην παρηκμασμένη Βιέννη, όπου το επάγγελμα της πόρνης ήταν μια πολύ προσοδοφόρα επιχείρηση…

To 1972, o Lenny Kaye, ένας πωλητής στο δισκοπωλείο Village Oldies στην Νέα Υόρκη, ανέλαβε να συγκεντρώσει κάμποσα τραγούδια από αμερικανικά garage και ψυχεδελικά συγκροτήματα της δεκαετίας του 1960, με σκοπό να δημιουργήσει μια συλλογή για λογαριασμό της Electra Records. Κατά τη γνώμη του, η συλλογή έπρεπε να είναι μια σειρά από οκτώ άλμπουμ, αλλά η εταιρεία του εξήγησε ότι δεν τη συνέφερε οικονομικά κι έτσι αρκέστηκαν σε ένα διπλό άλμπουμ με τίτλο Nuggets: Original Artyfacts from the First Psychedelic Era. Στις σημειώσεις που υπήρχαν στο δίσκο, ο Kaye επανέφερε τον όρο punk για να χαρακτηρίσει τον ήχο και, γενικότερα, το στυλ εκείνων των συγκροτημάτων.
Αργότερα, ο ίδιος θα βρισκόταν να παίζει κιθάρα στο συγκρότημα της Patti Smith…

[ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ: Ο Άγγλος δημοσιογράφος και συγγραφέας Jon Savage, γνωστός από το βιβλίο του England's Dreaming που έχει ως κύριο θέμα τους Sex Pistols και, γενικότερα, το punk rock, θεωρεί το Nuggets αντάξιο του Raw Power των Iggy and the Stooges και του White Light/White Heat των Velvet Underground].
Από το 1974, ο βρετανικός μουσικός τύπος έψαχνε για τον όρο που θα χαρακτήριζε την νέα φουρνιά των αγγλικών συγκροτημάτων και όταν τελικά εμφανίστηκαν οι Sex Pistols, οι Clash και οι Damned, κατέληξε στην λέξη που έψαχνε, ασχέτως αν ήταν γνωστό ότι είχε ήδη χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει αμερικανικές μπάντες της δεκαετίας του 1960.
Τον Ιούλιο του 1974, ο Chris Salewics της New Musical Express (το 1978 θα δούλευε για το DOA, την απόλυτη κινηματογραφική ταινία για το punk και στη συνέχεια θα ήταν ένας από τους πρωτεργάτες του MTV Europe) έγραψε ότι «Οι πανκ είναι μοχθηροί, θρασύδειλοι και συχνά αντιπαθητικοί…» παραπέμποντας στους Be-Bop Deluxe, στους Dr. Feelgood, στους Heavy Metal Kids, στους Nutz και στους Sensational Alex Harvey Band. Ωστόσο, οι μπάντες αυτές ανήκαν στο λεγόμενο χώρο του pub rock αν και, όπως έχω ξαναπεί, το pub rock δεν σημαίνει κάποιο μουσικό είδος αλλά είναι ένας γενικός όρος για μπάντες από διάφορα μουσικά είδη που έπαιζαν στις pub.
Τον Ιανουάριο του 1976 εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη το περιοδικό Punk με συνεντεύξεις του Lou Reed, του David Johansen των New York Dolls και των Ramones. Έτσι, η λέξη επανήλθε στο προσκήνιο, καθώς τη γυρόφερναν τέσσερεις διαφορετικοί Άγγλοι δημοσιογράφοι, μέχρι τελικά να ριζώσει και να καταλήξει να χαρακτηρίζει τη νέα σκηνή.

O ένας δημοσιογράφος ήταν ο Jonh Ingham (σωστά έγραψα «Jonh») της εφημερίδας Sounds, ο οποίος έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη του κινήματος της punk rock στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ήταν αυτός που δημοσίευσε την πρώτη συνέντευξη του Johnny Rotten των Sex Pistols ο οποίος, αν και είπε πως δεν γουστάρει τους μακρυμάλληδες και τις pub rock μπάντες, δεν είχε αναφέρει πουθενά την λέξη «punk». O Ingham θα γινόταν αργότερα μάνατζερ των Generation X για έναν χρόνο και κατόπιν των Go Go’s, τις οποίες κατάφερε να υπογράψουν στην I.R.S. Records.
Ο δεύτερος είναι ο Mark Perry, ένας τραπεζικός υπάλληλος ο οποίος δημιούργησε το μηνιαίο punk φανζίν Sniffin' Glue (And Other Rock 'N' Roll Habits) – ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1976 και κυκλοφόρησε για περίπου ένα χρόνο. Το όνομα προέρχεται από το τραγούδι των Ramones «Now I Wanna Sniff Some Glue». Για τα τρία πρώτα τεύχη του όμως το περιοδικό λεγόταν Sniffin' Glue and Other Rock 'N' Roll Habits for Punk. To 1977, ο Perry θα δημιουργούσε τους Alternative TV.
Η Caroline Coon ήταν ένα ζωντανό κύτταρο της underground σκηνής του Λονδίνου από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα. Ήταν η ιδρύτρια της οργάνωσης Release με σκοπό την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Έμενε στο Notting Hill και βρισκόταν συχνά στο Landbroke Grove . Είχε εργαστεί ως μοντέλο, σπούδασε ζωγραφική και έπαιξε σε μερικές soft porno ταινίες, ενώ ως ζωγράφος σήμερα δημιουργεί έργα που διερευνούν σεξουαλικά θέματα από τη φεμινιστική σκοπιά. Εκείνη την εποχή όμως έγραφε για την Melody Maker και για το τεύχος της 3ης Ιουλίου είχε επιλέξει τον Johnny Rotten ως σχολιαστή της στήλης με τις κριτικές των σινγκλ. Εκείνος σχολίασε ότι του άρεσαν ο Captain Beefheart και οι Doors, αλλά ούτε εκεί αναφέρθηκε πουθενά η λέξη punk. Η Coon παραμένει πολιτικά ενεργή μέχρι σήμερα κάνοντας εκστρατείες κυρίως για φεμινιστικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της νομιμοποίησης της πορνείας και της νομιμοποίησης των ναρκωτικών
Στις 17 Ιουλίου του 1976, ο Giovanni Dadomo, δημοσιογράφος και αργότερα κεντρική φιγούρα της μπάντας The Snivelling Shits, έκανε ένα τετρασέλιδο αφιέρωμα από το Α έως το Ω του πανκ επισημαίνοντας ότι «ορισμένα νέα συγκροτήματα του Λονδίνου διαθέτουν πανκ υλικό στις δημιουργίες τους». Δεν τα χαρακτήρισε punk, αλλά έγραψε ότι είχαν punk μουσικό υλικό.
Δεκαπέντε μέρες αργότερα έγραψε μια κριτική για τα νέα σινγκλ της εβδομάδας με τίτλο «Punks Rool!», επιλέγοντας να σχολιάσει τους Ramones, τους Flamin Groovies, τους Eddie & the Hot Rods και τους Gorillas.
Έτσι, ο όρος punk καθιερώνεται στην Αγγλία στο δεύτερο μισό του Ιουλίου του 1976 με αρχές Αυγούστου και η Sounds ήταν η εφημερίδα που πρώτη παρακολούθησε στενά την εξέλιξη αυτής της μουσικής σκηνής.

 

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Η ΜΟΔΑ

Η βρετανική σκηνή του punk rock φαίνεται να ξεκίνησε από μια άτυπη κόντρα δύο επίδοξων ιμπρεσάριων – από ένα καπρίτσιο του Malcolm McLaren και του Bernard («Bernie») Rhodes.

Οι δυο τους συνεργάζονταν επαγγελματικά μιας και ο McLaren είχε την μπουτίκ ρούχων Let It Rock μαζί με την φίλη του Vivienne Westwood, στον αριθμό 430 της Kings Road, ενώ ο Rhodes σχεδίαζε πρωτότυπες μεταξοτυπίες για μπλουζάκια.
Τα ρούχα του μαγαζιού των McLaren και Westwood χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και σε θεατρικές παραγωγές, όπως το The Rocky Horror Show. Έπαιρναν παλιά ρούχα τα οποία η Westwood διόρθωνε και τροποποιούσε και το 1973 άλλαξαν το όνομα του μαγαζιού σε Too Fast To Live, Too Young To Die.
O McLaren καταγόταν από εύπορη οικογένεια, ενώ η Westwood ήταν γόνος εργατικής οικογένειας – εργαζόταν ως δασκάλα και έραβε ρούχα τα οποία σχεδίαζε ο McLaren. Η Westwood είχε ήδη παντρευτεί και χωρίσει μετά την γέννηση του γιού της Benjamin, ενώ το 1967 γέννησε με τον McLaren τον δεύτερο γιό της, τον σημερινό ακτιβιστή Joseph Corré και ιδιοκτήτη της εταιρείας εσωρούχων Agent Provocateur. (Επειδή ξέρω ότι σας αρέσουν τα «πιπεράτα», η γυναίκα του, η Serena Rees τον χώρισε και από το 2007 ζει με τον Paul Simonon των Clash – είναι μικρός ο κόσμος…)
Tο 1973, το ζευγάρι McLaren και Westwood γνωρίστηκε με τους New York Dolls σε ένα επαγγελματικό ταξίδι που έκαναν στη Νέα Υόρκη και μιας και το προμήθευαν με ρούχα, ακολούθησαν το συγκρότημα στην περιοδεία τους στην Μεγάλη Βρετανία και στην Γαλλία.

Τον Οκτώβριο του 1974 άλλαξαν το όνομα του καταστήματος με τα ρούχα σε Sex για να αποπνέει μια φετιχιστική διάθεση και να προκαλεί.
Από την 1 Ιανουαρίου του 1974, η κυβέρνηση των Συντηρητικών του πρωθυπουργού Edward Heath είχε εγκαινιάσει την Τριήμερη Εβδομάδα, ένα από τα πολλά μέτρα που εκείνα τα χρόνια εισήχθησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο για την εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας, η παραγωγή της οποίας είχε περιοριστεί σημαντικά λόγω των εργατικών κινητοποιήσεων από ανθρακωρύχους και εργάτες σιδηροδρόμων.
Οι απεργίες ήταν συνεχείς, ενώ ταυτόχρονα η δημοτικότητα του φασιστικού κόμματος National Front μεγάλωνε.
Για 18 μήνες, κάθε βράδυ, συνδικάτα και αξιωματούχοι της κυβέρνησης τρωγόντουσαν μεταξύ τους επαναλαμβάνοντας ότι «εσείς φταίτε που η βρετανική νεολαία δεν έχει μέλλον».
Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί το κατάλληλο soundtrack για όλη αυτή την κατάσταση…
Από τον Φεβρουάριο του 1975, ο McLaren ανέλαβε μάνατζερ των New York Dolls και τους χρησιμοποίησε ως πρότυπο των Sex Pistols. Τους προμήθευε με κόκκινα δερμάτινα ρούχα, κρεμώντας σφυροδρέπανα από πίσω τους στις ζωντανές εμφανίσεις με στόχο, φυσικά, την πρόκληση.To συγκρότημα διαλύθηκε λίγο αργότερα και ο Johnny Thunders έριξε το φταίξιμο για τη διάλυση στον McLaren.
Η αλήθεια, που βέβαια δεν την είπε, είναι ότι ο Thunders και ο Nolan είχαν εγκαταλείψει το συγκρότημα ένα βράδυ στην διάρκεια μιας περιοδείας στην Φλόριντα: στην προσπάθειά τους να προμηθευτούν ηρωίνη είχαν χαθεί και βρέθηκαν σε άλλη πολιτεία…
Έτσι λοιπόν, η ιδέα να χρησιμοποιήσει ένα συγκρότημα για να διαφημίσει το μαγαζί του τριγύριζε από καιρό στο μυαλό του McLaren και έτσι επιστράτευσε τον Paul Cook, τον Steve Jones και τον Glen Matlock, ενώ ο Bernard Rhodes κανόνισε μια ακρόαση για να ακούσουν τον John Lydon.
Για να δοκιμάσουν αν ο Lydon τους έκανε για τραγουδιστής, τον έβαλαν να τραγουδήσει το «I'm Eighteen» του Alice Cooper, δίπλα στο juke box που υπήρχε στο Sex.
Έτσι σχηματίστηκαν οι Sex Pistols.

Ο McLaren είχε «κλέψει» την ιδέα των σκισμένων ρούχων που τα συγκρατούσαν παραμάνες από τον Richard Hell των Neon Boys και των Television. Έτσι ντυνόταν ο Hell και ο McLaren το καθιέρωσε ως μόδα στην Αγγλία.
O Hell εγκατέλειψε τους Television και το 1975 θα σχημάτιζε τους Heartbreakers μαζί με τον Johnny Thunders και τον Jerry Nolan. Το συγκρότημα έγινε κουαρτέτο με την προσθήκη του Walter Lure ως δεύτερου κιθαρίστα.
Όταν ο Rhodes είδε ότι η προτροπή του στους Sex Pistols να πάρουν τον Lydon για τραγουδιστή είχε πιάσει τόπο, προσφέρθηκε να μανατζάρει την μπάντα μαζί με τον McLaren. Όλοι έβλεπαν ότι η υπόθεση είχε φαΐ …


Η δουλειά που έκανε ο Rhodes με τα μπλουζάκια άρεσε στον McLaren. Είχε σχεδιάσει ένα t-shirt με την πρόταση «You're Gonna Wake Up One Morning and Know What Side of The Bed You've Been Lying On» και ο McLaren σκέφτηκε ότι αυτή η τεχνοτροπία μπορεί να άνοιγε ένα νέο δρόμο.
Αυτό που είχε τραβήξει την προσοχή του Rhodes όταν είχε δει τον Lydon για πρώτη φορά, ήταν το μπλουζάκι του που έγραφε «I Hate Pink Floyd».
Ο McLaren όμως απέρριψε την πρόταση της συνεργασίας δυο μάνατζερ και κάπου εκεί φαίνεται ότι ο Rhodes πείσμωσε και έτσι ξεκίνησε μεταξύ τους ένας αγώνας ταχύτητας, μια κόντρα με τον McLaren που θα κατέληγε στη δημιουργία των Clash.
Ο Lydon είχε πει για τον Rhodes: «Ήταν σημαντικός για μένα με πολλούς τρόπους... Μου έδειχνε ποια θα ήταν τα προβλήματα με τους Pistols στο μέλλον. Έσπερνε ένα σπόρο και μετά περίμενε να δει αν θα τον μάζευα», πράγμα που θα γινόταν αρκετά αντιληπτό αργότερα με τους Clash.
Μέσα σε αυτή την κόντρα μπλέχτηκαν και οι Damned, τα μέλη των οποίων γνωρίζονταν τόσο με τους δύο μάνατζερ, όσο και με τα μέλη των Clash και των Sex Pistols. Αλλά επειδή και στους δυο μάνατζερ δεν άρεσαν οι φάτσες τους, είχαν απορριφθεί και από τους δύο …
Η πιστολιά για την εκκίνηση της κούρσας, ήταν η πρώτη εμφάνιση των Sex Pistols στο Saint Martin's School of Art, στις 6 Νοεμβρίου 1975.
Από εκεί και πέρα, τα πράγματα άρχισαν να εξελίσσονται γρήγορα.

 

CHRIS MILLAR

Ακριβώς ένα μήνα μετά την πρώτη ζωντανή εμφάνιση των Sex Pistols, ο Chris Millar είδε στην εφημερίδα Melody Maker (6 Δεκεμβρίου) μια αγγελία, στην οποία ζητούσαν «άγριο» ντράμερ που να γνωρίζει το τι συμβαίνει στην μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης, και να έχει ακούσει μπάντες όπως οι MC5, οι Stooges ή οι New York Dolls. Αν κάποιος ενδιαφερόταν μπορούσε να τηλεφωνήσει στον Michael στο τάδε νούμερο.
Ο Chris, όπως η συντριπτική πλειοψηφία των Βρετανών εκείνη την εποχή δεν γνώριζε τι συνέβαινε στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού. Όλα αυτά ήταν σχετικά φρέσκα και συνέβαιναν… underground.
Η Patti Smith κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ μόλις τον Νοέμβριο του 1975, ενώ, λίγο πριν, τον Οκτώβριο, οι Television είχαν κυκλοφορήσει το πρώτο τους σινγκλ, «Little Johnny Jewel, Part One».
Ο Chris πάντως τηλεφώνησε στον Michael, ο οποίος ήταν ο Mick Jones, αλλά του απάντησε ο Bernard Rhodes και έκλεισαν ραντεβού για μια ακρόαση.
Η αλήθεια είναι ότι ο εικοσάχρονος Chris έπαιζε τύμπανα από 10 χρονών και στα 12 είχε ένα πλήρες σετ τυμπάνων. Του άρεσαν οι Who, οι Beatles και οι Rolling Stones και στα 14 είχε παρατήσει το σχολείο και το σπίτι του για να μείνει με δυο φίλους, με τους οποίους δημιούργησε ένα συγκρότημα, τους Tart, με επιρροές από Caravan, Family, Eric Clapton και Frank Zappa.
To 1970, ο Millar είχε βρεθεί στο φεστιβάλ της Νήσου Wight για να δει τον Jimi Hendrix ενώ την ίδια εποχή κοιμόταν σε σιδηροδρομικούς σταθμούς και έκανε διάφορες δουλειές σε εργοστάσια, ως εκπαιδευόμενος ασφαλιστής ή ως πορτιέρης στο καλλιτεχνικό κέντρο Fairfield Halls στο Croydon του νότιου Λονδίνου όπου, μεταξύ άλλων, βοηθούσε στο στήσιμο των οργάνων για συγκροτήματα όπως οι Mahavishnu Orchestra και οι All Stars του Steve Marriott.

Ο Ray Burns καθάριζε τις τουαλέτες στο Fairfield Halls και ο Chris τον είχε γνωρίσει τo 1974, όταν έπαιξε σε μια συναυλία των Johnny Moped’s Assault & Buggery. Έτσι, όταν ξαναβρέθηκαν, έγιναν φίλοι.
Τον Αύγουστο του 1975, ο Chris προσχώρησε στους Tor και, επειδή και ο πατέρας του κιθαρίστα διαχειριζόταν κάποια θέατρα, του βρήκε δουλειά στην κατασκευή των σκηνικών για ένα πιάτο φαΐ, ενώ κοιμόταν στον καναπέ. Συνέχισε όμως να διαβάζει τις αγγελίες για μουσικούς.
Του άρεσαν οι Dr. Feelgood, οι Heavy Metal Kids και οι Pink Fairies και πήγε σε κάποιες ακροάσεις.
Η ακρόαση της 6 Δεκεμβρίου 1975 ήταν η τέταρτη και η μπάντα αυτή λεγόταν London SS. Την αποτελούσαν δύο μακρυμάλληδες, ο κιθαρίστας Mick Jones και ο μπασίστας Tony James, αλλά δεν τους συμπάθησε επειδή του φάνηκαν υπερόπτες και βαριεστημένοι. Ωστόσο, συμπάθησε τον άλλον κιθαρίστα, τον Brian. Εκείνον με τα κοντά μαλλιά.
Όμως, ούτε η φάτσα του Chris άρεσε στους Mick και Tony. Σκέφτονταν ότι έμοιαζε με αρουραίο που σύχναζε στο προβάδικο και όταν τον είδαν να ξύνεται του κόλλησαν το παρατσούκλι Rat Scabies (Ψωριάρης Αρουραίος).
Αυτός που συμπάθησε τον Chris ήταν ο Brian Robertson, ο άλλος κιθαρίστας, ο οποίος στο πρόσωπο του βρήκε τελικά τον ντράμερ που έψαχνε.
Στις αρχές του 1976 οι London SS συναντήθηκαν με τους Sex Pistols και ο Rhodes προσκάλεσε τον McLaren στο στούντιο για να παρακολουθήσει μια πρόβα της μπάντας.
Ο McLaren δεν εντυπωσιάστηκε όταν τους είδε και τότε ο Rhodes απέλυσε τον Tony James με αποτέλεσμα τη διάλυση των London SS.
Ένα χρόνο αργότερα, ο James θα έμπαινε στους Chelsea και στη συνέχεια θα έφτιαχνε τους Generation X με τον Billy Idol.
Αυτή όμως η συνεύρεση έγινε η αιτία της γνωριμίας του Brian Robertson με τον Chris Millar.

 

BRIAN ROBERTSON

O Robertson είχε βρεθεί κι αυτός στους London SS από μια αγγελία που είχε διαβάσει στη Melody Maker για μια μπάντα που έψαχνε κιθαρίστα και ντράμερ με ακούσματα Stooges, Rolling Stones και New York Dolls. Ο Brian γούσταρε σαν τρελός τους Stooges, τον βίαιο ήχο του Detroit, και την σκηνή της Νέας Υόρκης. Η πρώτη μπάντα που έπαιξε, οι Blues Crusade, είχαν πάρει το όνομά τους από το άλμπουμ Crusade των John Mayall & the Bluesbreakers. Του άρεσαν επίσης οι Rolling Stones, οι Yardbirds, οι Who, ο John Lee Hooker και ο B.B. King και όταν σχημάτισε το δεύτερο συγκρότημά του, τους Train, ήταν η εποχή που οι Soft Machine έμπαιναν στη δεύτερη φάση τους και η παρέα του Brian διασκεύασε το «Mousetrap» από το άλμπουμ των Soft Machine, Breda Reactor.
Ένα μέλος των Train ήξερε κάποιον που γνώριζε τον Tony Stratton-Smith, τον άνθρωπο που το 1969 είχε ιδρύσει την Charisma Records και μανατζάριζε τους Nice, τους Van der Graaf Generator και τους Genesis. Αυτός βοήθησε τους Train να κλείσουν κάμποσες εμφανίσεις και να ανοίξουν μια συναυλία των King Crimson.
Μάλιστα, το 1969, με τον δεκατετράχρονο Brian στην σύνθεσή τους, είχαν ηχογραφήσει με το όνομα Taiconderoga τη διασκευή του «Whitchi Tai To» του τζαζίστα Jim Pepper που κυκλοφόρησε σε σινγκλ από την εταιρεία Beacοn. Όταν ο ντράμερ των Train προσχώρησε στους Gentle Giant, ο Brian πέρασε στην επόμενη φάση: το Fun House, το άλμπουμ που κυκλοφόρησαν οι Stooges το 1970 ήταν o δίσκος που τον έκανε να πιστέψει ότι αυτός ήταν ο ήχος του μέλλοντος και έτσι δημιούργησε τους Bastard με σκοπό να παίζουν κάπως έτσι.
Αυτοί που βρίσκονταν πιο κοντά στον ήχο των Bastard ήταν οι Pink Fairies, οι πρωτοπόροι φρίκουλες από το Landbroke Grove. Την σχέση ανάμεσα στον ήχο των δύο συγκροτημάτων την επισήμαναν ο μάνατζερ των Pink Fairies, Boss Goodman, και ο διοργανωτής συναυλιών των Greasy Trackers, Pete Adam, οι οποίοι άρχισαν να κλείνουν εμφανίσεις για τους Bastard.
Πριν γίνει μάνατζερ των Pink Fairies, o Dave «Boss» Goodman είχε ξεκινήσει ως roadie / road manager και ενίοτε μουσικός και τραγουδιστής των Deviants του Mick Farren. Ο Goodman ανέλαβε να κλείνει συγκροτήματα για το Dingwalls, έναν δημοφιλή συναυλιακό χώρο του Λονδίνου την εποχή που η pub rock και το punk ήταν στην ακμή τους. Δηλαδή, από τα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Το Dingwalls λειτουργεί ακόμα και σήμερα, όμως εκείνη την εποχή ο Goodman είχε κλείσει αρκετά συγκροτήματα που βρίσκονταν στο ξεκίνημα της καριέρας τους, πριν αυτά γίνουν γνωστά, συμπεριλαμβανομένων των Clash, των Ramones, των R.E.M. και την πρώτη εμφάνιση των Blondie στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 1978.
Όμως το όνομα των Bastard προκαλούσε προβλήματα και, εξαιτίας του, δεν ήταν εύκολο να κλείνουν συναυλίες.
Το 1973, οι Bastard μετακόμισαν σύσσωμοι στις Βρυξέλες, ακολουθώντας τον τραγουδιστή τους που είχε βρει εκεί δουλειά ως ηχολήπτης. Σε αυτή την πόλη, ο ακόμα μακρυμάλλης Brian γνώρισε τον Sylvain Sylvain των New York Dolls και παρακολούθησε μια συναυλία του Lou Reed στη φάση του με τα κοντά μαλλιά που τα είχε βάψει ξανθά. Όταν ο Brian είδε ότι και ο Syd Barrett είχε κόψει κοντά τα μαλλιά του, αποφάσισε να κόψει και τα δικά του.
Ο Brian έμεινε στο Βέλγιο είκοσι μήνες πριν επιστρέψει τελικά στην Αγγλία για να διαβάσει την αγγελία στην Melody Maker.
Έτσι άρχισε να κάνει πρόβες με τους London SS μέχρι που μπήκε στην ζωή του ο Chris Millar.
Για κάποιο διάστημα, ο Chris βρέθηκε να δουλεύει με ένα θίασο στην Ουαλία.
Στις 14 Φεβρουαρίου 1976, ο Brian είδε τους Sex Pistols να παίζουν ζωντανά στο πάρτι του Andrew Logan και τους βρήκε πολύ ενδιαφέροντες επειδή διασκεύαζαν Stooges. [Σήμερα ο Logan είναι ένας από τους γνωστότερους Άγγλους γλύπτες και θεωρείται από τις σημαντικότερες μορφές της καλλιτεχνικής ζωής του Λονδίνου].
Εκείνο το βράδυ ο Brian σκέφτηκε ότι εκείνος με τον Chris θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους Sex Pistols.
Ο McLaren πάντως είχε κρατήσει το τηλέφωνο του Chris όταν εκείνος επέστρεψε στο Λονδίνο και τον προσέλαβε ως roadie των Sex Pistols λόγω της εμπειρίας του δουλεύοντας σε σκηνικά των θεάτρων.
Σε μια εμφάνιση των Sex Pistols στο Nashville Rooms του Λονδίνου, ο Steve Jones έφτυσε τον Chris και εκείνος αντέδρασε φτύνοντάς τον πίσω. Από αυτό το περιστατικό γεννήθηκε η punk συνήθεια της ανταλλαγής φλεμάτων ανάμεσα στο κοινό και στην μπάντα.
Στο μεταξύ, ο McLaren ήθελε να μεγαλώσει τον θίασο των συγκροτημάτων που έλεγχε και έτσι δημιούργησε ένα νέο συγκρότημα, τους Masters of the Backside, με τον Chris στα τύμπανα, o οποίος έφερε τον Ray Burns στο μπάσο, την Chrissie Hynde στην κιθάρα και δύο τραγουδιστές. Ο ένας τραγουδιστής ήταν ντυμένος στα λευκά και τον έλεγαν Dave White και ο άλλος ήταν ντυμένος στα μαύρα και τον έλεγαν Dave Zero.
Η μπάντα κράτησε για δυο μέρες και διαλύθηκε όταν ο McLaren σταμάτησε να πληρώνει για τις πρόβες τους.

Η επόμενη πρόταση συνεργασίας που δέχτηκε ο Chris έγινε τον Απρίλιο του 1976 από τον συγγραφέα και μουσικοκριτικό Nick Kent, ο οποίος σήμερα θεωρείται από τους σημαντικότερους και σημαντικότερους δημοσιογράφους της δεκαετίας του ’70, αρθρογραφώντας κυρίως στη New Musical Express.
Ο Kent έπαιζε και κιθάρα και είχε παίξει σε μια πρώιμη φάση των Sex Pistols, αλλά τον Chris τον ήθελε για το νέο του σχήμα, τους Subterraneans, που είχαν σχηματιστεί για να συνοδεύσουν με μουσική τα ακροβατικά που θα εκτελούσε η σύντροφος του Kent σε μια εκδήλωση στο Κάρντιφ.
Η σχέση του Kent με τη σκηνή του punk δεν ήταν η καλύτερη. Έχει καταγραφεί σε μερικά βιβλία, αλλά ακόμα και στην ταινία Sid & Nancy, ότι ο Sid Vicious του είχε επιτεθεί με μια αλυσίδα. (Στην ταινία ο Kent αναφέρεται ως «Dick Bent»).

Το 1977 ο Kent θα κατέστρεφε και τις σχέσεις του με τους Adam and the Ants, όταν έγραψε στη NME μια κριτική για το soundtrack της ταινίας Jubilee του Derek Jarman, σχολιάζοντας ότι, στο τραγούδι του «Deutscher Girls», ο Adam Ant εκδήλωνε τη συμπάθειά του απέναντι στους Ναζί..
Ως αντίποινα, ο Ant αναφέρει τον Kent στο κομμάτι «Press Darlings» (τη δεύτερη πλευρά του σινγκλ «Kings of the Wild Frontier» που πήγε #2 στην Αγγλία) τραγουδώντας ότι «Αν το πάθος βρίσκεται στη μόδα, τότε ο Nick Kent είναι ο πιο καλοντυμένος άντρας στην πόλη...»
Πίσω όμως στον Απρίλιο του 1976… Ο Chris κάλεσε στους Subterraneans τον Ray και τον Brian και εκεί συναντιούνται για πρώτη φορά οι τρείς από τους τέσσερεις των Damned. Η εκδήλωση της φίλης του Kent πραγματοποιήθηκε στις 25 και 26 Μαΐου, αλλά η τριάδα είχε αρχίσει ήδη να σχεδιάζει τη δημιουργία ενός νέου συγκροτήματος.
Στις 3 Απριλίου ο Chris με τον Brian πήγαν να δουν τους Sex Pistols να παίζουν ζωντανά, με σαπόρτ μπάντα τους 101ers του Joe Strummer. Σκέφτονταν να προτείνουν τη θέση του τραγουδιστή στη μελλοντική μπάντα στον Sid Vicious όταν, ξαφνικά, ανάμεσα στο κοινό, παρατήρησαν τον Dave Zero. Του έπιασαν την κουβέντα και τελικά τα βρήκαν.
Έτσι, μετά από αυτές τις δύο εμφανίσεις που έκανε με τον Nick Kent, η νέα μπάντα, που θα γινόταν οι Damned, άρχισε πρόβες. Το ίδιο βράδυ, βλέποντας τους Sex Pistols στη σκηνή, ο Joe Strummer αποφάσισε να εγκαταλείψει τους 101ers
Η κούρσα είχε ξεκινήσει…

 

DAVID LETT

Ο Dave Zero είχε γεννηθεί ως David Lett και είχε μια έντονη τάση να ντύνεται στα μαύρα επειδή του άρεσαν οι ασπρόμαυρες ταινίες τρόμου και τα film noir, αλλά και επειδή εκείνη την εποχή ήταν ασυνήθιστο να ντύνεσαι στα μαύρα. Δεν σκόπευε ποτέ να ασχοληθεί με την μουσική. Ήθελε να γίνει γραφίστας
Είχε δει κι αυτός τους New York Dolls το 1973, δύο εβδομάδες πριν τους δει ο Brian στις Βρυξέλες, και εργαζόταν ως νεκροθάφτης επειδή ήταν μια δουλειά με ελαστικό ωράριο κι έτσι έβρισκε το χρόνο να ασχολείται με τις τέχνες.
Αν τελείωνε το σκάψιμο κάποιου τάφου πριν το μεσημεριανό, κατέβαινε στο κέντρο του Λονδίνου, στο μαγαζί του McLaren, και έκανε παρέα με την Jordan που εργαζόταν εκεί ή με τον Adam Ant. Αν τον έβρισκε η νύχτα, κοιμόταν σε ένα δωμάτιο που είχε ο McLaren.
Η μόνη σχέση του με το τραγούδι ήταν όταν τραγουδούσε με την φίλη του τραγούδια των Roxy Music και αυτός ήταν και ο λόγος που ο McLaren τον είχε κάνει τραγουδιστή στους Masters of the Backside. Χάρη στη σχέση του με αυτούς τους ανθρώπους, στις 3 Απριλίου είχε βρεθεί στην συναυλία των Sex Pistols στο Nashville και είχε γνωρίσει τον Brian και τον Chris.

 

THE DAMNED

Στα τέλη του Μαΐου η μπάντα άρχισε πρόβες.
Ο Brian διάλεξε το όνομα «The Damned» αντλώντας έμπνευση από την ομώνυμη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι (Οι Καταραμένοι, 1969) και από το Village of the Damned, την ταινία τρόμου επιστημονικής φαντασίας, που είχε γυρίσει το 1960 ο Αγγλο-γερμανός Wolf Rilla.
Ο Dave άλλαξε το όνομά του σε Vanian από το «Transylvanian» και ο Brian το δικό του από Robertson σε James για να μην τον συγχέουν με τον Brian Robertson, τον Σκωτσέζο κιθαρίστα των Thin Lizzy και, αργότερα, των Motörhead.
Καθώς οι Damned βρίσκονταν στο στενό κύκλο του McLaren, ήταν εύκολο να βρουν έναν μάνατζερ. Τους ανέλαβε ο Andrew Czezowski που λίγους μήνες αργότερα, στις 14 Δεκεμβρίου 1976, θα άνοιγε το κλαμπ Roxy μαζί με τη Susan Carrington και τον Barry Jones.
Στο μεταξύ, ο Joe Strummer είχε προσχωρήσει σε ό,τι είχε απομείνει από τους London SS και μαζί με τους Mick Jones, Paul Simonon και τον κιθαρίστα Keith Levene (αργότερα θα εντασσόταν στους Public Image LTD) έψαχναν να βρουν όνομα υπό την καθοδήγηση του Bernard Rhodes. Αρχικά φλέρταραν με το όνομα Heartdrops αλλά κατέληξαν στο The Clash.
Και όσο αυτοί έψαχναν για ντράμερ, στις 4 Ιουνίου οι Buzzcocks οργάνωσαν μια συναυλία στο Μάντσεστερ για τους Sex Pistols, σε έναν σχεδόν απρόσιτο χώρο, το Lesser Free Trade Hall…
Εκείνη τη βραδιά στο ακροατήριο υπήρχαν μόνο 40 άτομα, αλλά η επιρροή που άσκησε εκείνη η εμφάνισης ήταν κατακλυσμιαία και αντέχει μέχρι σήμερα. Αν δεν γινόταν αυτή η συναυλία, ίσως να μην υπήρχαν οι Smiths, οι Fall, οι Buzzcocks, οι Joy Division, οι New Order, οι Simply Red, οι Happy Mondays, η Factory Records, ο ήχος του Μάντσεστερ, και τόσα πολλά άλλα.
Τελικά, ο ανταγωνισμός που ξεκίνησε εκείνο το καλοκαίρι του ΄76 ανάμεσα στους Sex Pistols, τους Damned και τους Clash ήταν αναπόφευκτος.
Οι Ramones είχαν προγραμματίσει την πρώτη τους εμφάνιση στο Λονδίνο την Κυριακή 4 Ιουλίου ανοίγοντας για τους Flamin’ Groovies στο Roundhouse, ενώ την επόμενη νύχτα θα έπαιζαν στο Dingwalls.
Οι Stranglers είχαν κλείσει να παίξουν και τα δύο βράδια.
Οι Clash δεν μπορούσαν να πάνε την πρώτη βραδιά επειδή έκαναν την παρθενική τους εμφάνιση ανοίγοντας για τους Sex Pistols στην παμπ Black Swan του Sheffield.
Τη Δευτέρα όμως, στη δεύτερη συναυλία των Ramones, όλα τα μέλη των Sex Pistols, των Clash και των Damned παραβρέθηκαν ανάμεσα στο κοινό. Έξω από το κλαμπ υπήρξαν κάποιες αψιμαχίες ανάμεσα σε μέλη των Stranglers με μέλη των Clash και των Sex Pistols, οπότε είχε ήδη απλωθεί μια ατμόσφαιρα του ανταγωνισμού.
Ανάμεσα στο κοινό εκείνο το βράδυ ήταν ο Mark Perry, ο άνθρωπος που θα ίδρυε το ιστορικό, πρώτα punk περιοδικό Sniffin’ Glue, η Caroline Coon της Melody Maker, η Chrissie Hynde και η Viv Albertine (των Flowers of Romance και αργότερα των Slits).

Oι Damned εμφανίστηκαν για πρώτη φορά την επόμενη νύχτα στο 100 Club, ανοίγοντας για τους Sex Pistols, με τον McLaren να τους χρεώνει τα ηχητικά που είχαν νοικιάσει για να παίξουν εκείνοι και οι Pistols – ένα κόστος μεγαλύτερο από την αμοιβή του συγκροτήματος.
Οι Damned δεν του έδωσαν τα χρήματα ξεκινώντας την μανούρα με τον McLaren, αλλά το ίδιο βράδυ γνωρίστηκαν με τον Ingham, τον άνθρωπο-κλειδί για τη μουσική εφημερίδα Sounds.
Στην επόμενη εμφάνισή τους που πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουλίου 1976 στην παμπ Nashville, ο Chris Millar εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως Rat Scabies.
Εκείνο το βράδυ βρίσκονταν στον χώρο ο Roger Armstrong και ο Ted Carroll, οι ιδιοκτήτες της ανεξάρτητης εταιρείας Chiswick, η οποία είχε ξεκινήσει ως δισκοπωλείο με μεταχειρισμένα 45άρια και αρχικά ψαχνόταν με pub rock μπάντες. Οι άνθρωποι της Chiswick έβαλαν τους Damned να ηχογραφήσουν τρία από τα τραγούδια τους στο μικρό οκτακάναλο στούντιο του Matt Dangerfield (αργότερα μέλος των Boys) και μετά ο Czezowski έστειλε το demo στη Virgin και στη Phonogram που εκπροσωπούσε τους Ramones για την Μεγάλη Βρετανία, αλλά δεν υπήρξε ενδιαφέρον.
Ακολούθησε η πρώτη τους συνέντευξη στο φανζιν Sniffin' Glue και ο Mark Perry τους ρώτησε αν ήταν punk και τι μουσική έπαιζαν. Εκείνοι του απάντησαν ότι δεν τους άρεσε αυτή η λέξη επειδή σήμαινε κάτι άχρηστο.
«Ήταν δυσφημιστική λέξη», έλεγε αργότερα ο Rat Scabbies. «Θυμάμαι πως όταν η Caroline Coon έλεγε «Αυτό είναι punk rock», ήταν σαν να έλεγε ότι είναι rock του κώλου. Εκείνη την εποχή δεν αντιλαμβανόμουν ακόμα την ειρωνεία, αλλά τώρα μου φαίνεται αστείο. Από την στιγμή που ο όρος επιβεβαιώθηκε, τα πούλια άρχισαν να πέφτουν όπως στο ντόμινο».
Αυτός ήταν ο μόνος διαθέσιμος τίτλος, οπότε αυτός επικράτησε.

Στις 21 Αυγούστου, οι Damned αναχώρησαν οδικώς για το Mont-de-Marsan, 120 χιλιόμετρα βόρεια από τα σύνορα της Γαλλίας με την Ισπανία για να παίξουν στο Πρώτο Ευρωπαϊκό Punk Rock Φεστιβάλ που διοργάνωσε ο Marc Zermati, ιδιοκτήτης του δισκοπωλείου Open Market στο Les Halles, την κεντρική αγορά τροφίμων του Παρισιού μέχρι το 1973.
Ο Zermati ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρεία Skydog που το 1973 κυκλοφόρησε το «Grease», ένα 7" EP των Flamin' Groovies, και έκανε την πρώτη ανεξάρτητη εταιρεία διανομής δίσκων στην Γαλλία. Εκείνη την χρονιά γνώρισε τον McLaren σε μια εμφάνιση των New York Dolls στην Γαλλία.
Το (Πρώτο) Ευρωπαϊκό Punk Rock Φεστιβάλ που διοργάνωσε το 1976 επαναλήφθηκε το 1977 ενώ ο Marc Zermati έκλεισε αργότερα γαλλικές περιοδείες για τους Clash, τους Dr. Feelgood, τους Heartbreakers και τους Eddie and the Hot Rods, καθώς και συναυλίες για τους Ramones και τους Talking Heads.
Η Skydog κυκλοφόρησε γαλλικές εκδόσεις δίσκους των Damned, των Motörhead, των MC5, των Iggy and the Stooges κ.α.
Ο Zermati πέθανε το 2020 από ανακοπή αλλά εκείνη την εποχή άρχισαν να τρώνε φαγάκι από το punk και άνθρωποι πέρα από τα σύνορα της Αγγλίας.
Τον Αύγουστο του 1976 λοιπόν, ο Zermati ήθελε τον Richard Hell ως πρώτο όνομα για το φεστιβάλ του, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Επόμενη επιλογή ήταν να βάλει τους Sex Pistols, αλλά μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Sid Vicious και ο John Wardle (αργότερα θα έπαιζε μπάσο στους Public Image LTD ως Jah Wobble) είχαν σπάσει στο ξύλο τον Nick Kent, τους απέρριψε, επειδή ήθελε να αποφύγει ενδεχόμενη βία.
Μετά την πρώτη τους εμφάνιση είχε φανεί ότι οι Clash ήθελαν ακόμα δουλειά επειδή δεν μπορούσαν να παίξουν καλά κι έτσι απέμεναν οι Damned για να εκπροσωπήσουν την νέα βρετανική σκηνή.
Στη Γαλλία το συγκρότημα έκανε διάφορες εφηβικές βλακείες, με τα μέλη να χτυπούν νυχτιάτικα κουδούνια σπιτιών πριν τρέξουν για να κρυφτούν και εκεί ήταν που ο Larry Wallis των Pink Fairies βάφτισε Captain Sensible τον Ray Burns.
Η όλη ανώριμη συμπεριφορά του συγκροτήματος έκανε τον Andrew Czezowski να τους παρατήσει και την Chiswick να τους απολύσει.
Όμως το ραντάρ του Jake Riviera και της Stiff Records βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία.

O Jake Riviera (κατά κόσμον Andrew Jakeman) είχε δημιουργήσει την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Stiff Records στο Λονδίνο με συνεταίρο τον Dave Robinson. Εκείνη την εποχή ο πρώτος μανατζάριζε τους Dr. Feelgood και ο δεύτερος τους Graham Parker & the Rumour, ενώ είχε δουλέψει για λίγο με τον Jimi Hendrix. Για να ιδρύσουν την Stiff δανείστηκαν 400 λίρες από τον Lee Brilleaux, τον τραγουδιστή των Dr. Feelgood.
H εταιρεία πήρε τους Damned και τους έβαλε να ηχογραφήσουν το τραγούδι τους «New Rose» και μια διασκευή του «Help» των Beatles με παραγωγό τον Nick Lowe.
Το μανατζμεντ των Damned ανέλαβε ο Ron Watts, ο διοργανωτής του πρώτου φεστιβάλ punk στο 100 Club, στην Oxford Street του Λονδίνου.
Την πρώτη ημέρα του φεστιβάλ, 20 Σεπτεμβρίου, την ίδια ημέρα που οι Damned ηχογράφησαν τον σινγκλ τους, εμφανίστηκαν οι Subway Sect, οι Siouxsie and the Banshees, οι Clash και, φυσικά, οι Sex Pistols.
Για τα δύο πρώτα συγκροτήματα αυτή ήταν η παρθενική τους εμφάνιση, με τον Bernard Rhodes να μανατζάρει τους Subway Sect και τους Clash, ενώ οι Siouxsie and the Banshees (δηλαδή η Siouxsie, o Marco Pirroni, o Steve Spunker –αργότερα Steve Severin– και ο John Simon Ritchie, γνωστός ως Sid Vicious) ήταν πιστοί ακόλουθοι των Sex Pistols του McLaren.
Αρχικά το φεστιβάλ θα ήταν μονοήμερο αλλά τελικά προστέθηκε μια δεύτερη μέρα στην οποία πρώτο όνομα ήταν οι Damned και το πρόγραμμα περιλάμβανε τους Buzzcocks, τους Γάλλους Stinky Toys και τους Vibrators με κιθαρίστα τον Chris Spedding, τον άνθρωπο που είχε ηχογραφήσει το πρώτο demo των Sex Pistols.
Το γεγονός προώθησε αρκετά η Caroline Coon μέσω της Melody Maker και το φεστιβάλ θεωρείται ορόσημο για το punk rock καθώς άρχισε αναδύεται από το underground στη mainstream μουσική σκηνή.
Η δεύτερη βραδιά στιγματίστηκε από βία, όταν ένα ποτήρι μπύρας που πέταξε ο Sid Vicious την ώρα που στη σκηνή βρίσκονταν οι Damned, έσπασε σε μια κολώνα του μαγαζιού και τύφλωσε μια κοπέλα από το ένα μάτι. Λίγο μετά το περιστατικό Ο Vicious συνελήφθη και πέρασε αρκετές ημέρες στη φυλακή. Νωρίτερα είχε απειλήσει με ένα μαχαίρι τους Stinky Toys και η αστυνομία το βρήκε επάνω του.
Μετά από αυτό το περιστατικό, τα μαγαζιά άρχισαν να γυρίζουν την πλάτη στα punk συγκροτήματα αφού όλο και κάπου ξέσπαγε κάποιο βίαιο επεισόδιο όπως ο ξυλοδαρμός του Nick Kent από τον Sid Vicious και τον Jah Wobble, ένας καυγάς σε μια εμφάνιση των Sex Pistols (με τον Rotten να ορμά για ξύλο στο ακροατήριο) και μια κλωτσιά που έριξε ο Captain Sensible σε κάποιον θεατή ένα άλλο βράδυ. Μια κλvτσοπατινάδα με πρωταγωνίστρια τη Westwood σε μια εμφάνιση των Pistols στο κλαμπ Nashville έκανε ακόμα και τον Ron Watts που μανατζάριζε τους Damned αλλά έκλεινε και συγκροτήματα για το 100 Club, να αλλάξει το ρεπερτόριο του μαγαζιού σε jazz, soul και blues.


Σε μια συνέντευξή του 2006, ο Watts δήλωσε ότι «οι punk rock συναυλίες απαγορεύτηκαν επειδή η αστυνομία και η ένωση εμπόρων της Oxford Street δεν ανεχόντουσαν την παρουσία των πάνκηδων που στέκονταν στην ουρά έξω από τα καταστήματά τους περιμένοντας να μπουν στο κλαμπ. Εκείνη την εποχή η Oxford Street ήταν ο κορυφαίος εμπορικός δρόμος στην Ευρώπη».
Όταν ρωτήθηκε αν ο Vicious ήταν πράγματι αυτός που είχε πετάξει το ποτήρι, ο Watts απάντησε ότι τον είχε δει ο μπάρμαν. « Δεν γνώριζε προσωπικά τον Sid, αλλά μου τον έδειξε (τον Sid) και μου είπε ότι εκείνος το είχε πετάξει. Δεν νομίζω ότι ο Sid ήθελε να βλάψει κανέναν, εκτός από τους Damned! Αν είχε χτυπήσει τον Captain Sensible στο κεφάλι, θα γούσταρε!»
Έτσι, στο punk rock ήρθε να προστεθεί ακόμα ένας χαρακτηρισμός: αυτός της βίας.
«Σκοπός του punk είναι να προωθήσει την βία, το σεξ και την καταστροφή, με αυτή την σειρά», σχολίασε εκείνη την εποχή ο παρουσιαστής της εκπομπής The New Elizabethans. «Το μήνυμα του punk είναι ότι ο κόσμος είναι σκατά. Το punk είναι μουσική της εργατικής τάξης από νέους της εργατικής τάξης, για νέους της εργατικής τάξης…»
Όλα αυτά τα γεγονότα έβαλαν το punk σε μια mainstream τροχιά, με τον Vanian να φιγουράρει στο πρωτοσέλιδο της Melody Maker, τον Rotten στο εξώφυλλο της NME, ενώ άρχισε να τραβά την προσοχή των μεγάλων δισκογραφικών εταιριών, με πρώτη την ΕΜΙ που στις 8 Οκτωβρίου υπέγραψε συμβόλαιο με τους Sex Pistols.
H διαφορά ανάμεσα στους Sex Pistols, στους Clash και στους Damned ήταν ότι οι τελευταίοι δεν εμπλέκονταν με την πολιτική στα τραγούδια τους. Ήταν εκεί μόνο και μόνο για να κάνουν την πλάκα τους.
Όπως έχει πει ο Jello Biafra, «Στο κάτω-κάτω το rock ’n’ roll και το punk rock πρέπει να τα σπάνε, να λένει αντε γαμήσου. Αυτό είναι το rock’n’roll του Jerry Lee Lewis. Ποτέ δεν θα έκανες μια αξιόλογη πολιτική συζήτηση με τον Jerry Lee Lewis, αλλά αν μια οποιαδήποτε punk rock μπάντα δεν έχει μέσα της και λίγο Jerry Lee, δεν είναι πραγματικά punk rock».
Οι Damned, λοιπόν, δεν μιλούσαν για καμιά πολιτική αλλαγή στους στίχους τους, αλλά ήταν κάτι σαν ένα είδος μαύρης κωμωδίας που πάνω στην σκηνή αναμείγνυαν ψυχεδέλεια της δεκαετίας του ’60 με κάτι από vaudeville του ’30 και θεατρικότητα, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα ενός πάρτι.
Όταν οι Damned κυκλοφόρησαν το πρώτο τους σινγκλ, οι Clash δεν είχαν καν υπογράψει ακόμα συμβόλαιο με εταιρεία και αυτό άσκησε τρομερή πίεση στο συγκρότημα για να μην μείνει έξω από την κούρσα.

 

NEW ROSE

Για να καταλάβει κανείς την ταχύτητα με την οποία έτρεχαν τα πράγματα, οι Damned κυκλοφόρησαν τον «New Rose»/«Help» στις 16 Οκτωβρίου και η Stiff άρχισε να κοκορεύεται ότι αυτό ήταν το πρώτο σινγκλ που είχε κυκλοφορήσει ποτέ από punk συγκρότημα.
Στις 27 Νοεμβρίου, η ΕΜΙ κυκλοφόρησε το «Anarchy in the UK» με τον Τύπο να σχολιάζει ειρωνικά ότι «η αναρχία συμμετέχει στο κατεστημένο», μετατρέποντας σε εθνικό γεγονός αυτό που μέχρι τότε έμοιαζε να είναι μια περιθωριακή μουσική σκηνή με περιορισμένο ακροατήριο.
Τα έντυπα πάντως προσπάθησαν να κρατήσουν στην επιφάνεια το βίαιο πρόσωπο του punk.
Η Caroline Coon πήρε συνέντευξη με τους Damned που δημοσιεύτηκε στη Melody Maker με τίτλο «Ο Βίαιος Κόσμος των Damned», με τους Clash να φιγουράρουν στην απέναντι σελίδα της ίδιας εφημερίδας ως «Φτωχοί και Περήφανοι», γράφοντας ότι στη διάρκεια της συνέντευξης ο Paul Simonon είχε πυροβολήσει ένα σκύλο με ένα ψεύτικο πιστόλι.
Το «New Rose» πήρε πολύ καλές κριτικές, ενώ ο Marc Bolan που εκείνη την εβδομάδα ήταν καλεσμένος στην στήλη της Coon για να σχολιάσει τις νέες κυκλοφορίες, δήλωσε ότι «η ενέργεια του τραγουδιού το κάνει πραγματικό δυναμίτη» και το παρομοίασε με το «I Wanna Be Your Man» των Rolling Stones (που στην ουσία είναι τραγούδι των Lennon/McCartney).

Την ημέρα που κυκλοφόρησε το σινγκλ οι Damned άνοιξαν την συναυλία του Graham Parker στο Victoria Palace και ο Jake Riviera της Stiff τους ανέλαβε ως μάνατζερ.
Η ΝΜΕ και η Sounds ανακοίνωσαν μια περιοδεία των Sex Pistols στην Μεγάλη Βρετανία με τους Ramones, τους Talking Heads και τους Vibrators, αλλά ο Danny Fields, ο μάνατζερ των Ramoneς, δήλωσε ότι τελικά οι Αμερικανοί δεν θα συμμετείχαν.
Τα πράγματα σκούραιναν και για την περιοδεία ο McLaren έκλεισε τους Damned για να συνοδεύουν τους Sex Pistols επειδή είχαν κι αυτοί κυκλοφορήσει σινγκλ και θα λειτουργούσαν ως κράχτης.
Στην λίστα προστέθηκαν οι Clash και οι Heartbreakers, η νέα μπάντα των Jerry Nolan και Johnny Thunders από τους New York Dolls.
Την διαφήμιση της περιοδείας εκτόξευσε η ιστορική, πλέον, συνέντευξη που «παραχώρησαν» οι Sex Pistols στην τηλεοπτική εκπομπή του Bill Grundy την 1 Δεκεμβρίου 1976. Οι Pistols εμφανίστηκαν μεθυσμένοι και βρίζοντας σε μια απογευματινή εκπομπή, βγάζοντας τους συντηρητικούς Βρετανούς θεατές από τα ρούχα τους με την πρόκληση. Ο McLaren το είχε βάλει ήδη στα πόδια από το τηλεοπτικό στούντιο τραβώντας με απόγνωση τα μαλλιά του και όταν οι Pistols συνειδητοποίησαν τι είχε συμβεί πανικοβλήθηκαν πιστεύοντας ότι αυτό ήταν το πρώιμο τέλος της καριέρα τους.
Η εκπομπή του Grundy δεν μεταδιδόταν σε εθνικό δίκτυο και έτσι μπορούσαν να την παρακολουθήσουν μόνο οι Λονδρέζοι. Αλλά η κάλυψη του γεγονότος από τις εφημερίδες και τα βρετανικά μέσα την επόμενη μέρα εκτόξευσαν την διασημότητα των Sex Pistols σε βαθμό να τους μάθει και ο τελευταίος Βρετανός στο πιο απομονωμένο χωριό.

Με τόση δημοσιότητα, οι Pistols δεν είχαν πλέον ανάγκη τους Damned και, καθώς ούτως ή άλλως ο McLaren τους αντιπαθούσε, βρήκε μια δικαιολογία για να τους ξεφορτωθεί αφού τους χρησιμοποίησε μόνο την πρώτη εβδομάδα της περιοδείας. Ποια εβδομάδα, δηλαδή, καθώς μετά την τηλεοπτική εμφάνιση των Pistols οι συναυλίες ακυρώνονταν η μία μετά την άλλη.

Βέβαια, οMcLaren είχε βάλει τους Damned να ταξιδεύουν με άλλο αυτοκίνητο και όχι με το λεωφορείο των Sex Pistols, των Heartbreakers και των Clash, να μένουν σε πανσιόν με δικά τους έξοδα και όχι στο ξενοδοχείο που διέμεναν οι άλλοι, και να πληρώνουν από την τσέπη τους τον ηχολήπτη που θα χρησιμοποιούσαν για αυτές τις εμφανίσεις.
Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι η Anarchy Tour ήταν η αιτία να μπει η ηρωίνη στην σκηνή του αγγλικού punk, με πρώτο και καλύτερο τον Sid Vicious, o οποίος ερωτεύθηκε παράφορα τη Nancy Spungen, μια νεαρή περιθωριακή που είχε ακολουθήσει τους Heartbreakers από την Αμερική.
Η Spungen είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια από τα 15 και γνώρισε τον Vicious την πρώτη κιόλας βραδιά που έφτασε για την περιοδεία. Του έμαθε το βελόνι και η σχέση τους κράτησε 19 μήνες μέχρι τη δολοφονία της στις 12 Οκτωβρίου 1978 στο ξενοδοχείο Chelsea της Νέας Υόρκης.
Όταν τελείωσε η περιοδεία, οι Heartbreakers παρέμειναν για ένα χρονικό διάστημα στην Αγγλία, άφραγκοι, ψάχνοντας για πρέζα και μαθαίνοντας τους υπόλοιπους πως να σουτάρουν.
Η Polydor εκδήλωσε ενδιαφέρον για να υπογράψει τους Clash, ενώ ταυτόχρονα στον ορίζοντα άρχισαν να εμφανίζονται νέες μπάντες όπως οι Slaughter & the Dog, ενώ ο Tony James που αρχικά έπαιζε στους London SS προσχώρησε για σύντομο διάστημα στους Chelsea και κατόπιν έφτιαξε τους Generation X με τον Biliy Idol. H Chrissie Hynde έπαιζε ήδη σε ένα τρίο.
Τα πράγματα κινούνταν με ραγδαία ταχύτητα και τα τρία πρώτα συγκροτήματα της σκηνής έπρεπε να αντιδράσουν γρήγορα αν δεν ήθελαν να μείνουν πίσω.
Οι Damned υπέγραψαν συμβόλαιο με τη Stiff Records και τον Ιανουάριο του 1977 επέστρεψαν στις ζωντανές εμφανίσεις, με τον Jimmy Page και τον Robert Plant των Led Zeppelin να είναι παρόντες στη συναυλία που έδωσαν στο Roxy στις 13 του μηνός, ενώ ο Plant τους είδε ξανά στο Covent Garden, αυτή τη φορά με τον John Bonham, δηλώνοντας εντυπωσιασμένος από τους Damned.
Μόλις η Island Records διαπίστωσε ότι οι Damned είχαν «ψωμί», έκλεισε συμφωνία συνεργασίας με την Stiff έναντι 17.000 λιρών για ένα διετές συμβόλαιο εκμετάλλευσης του πρώτου άλμπουμ των Damned που ήταν προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει στις 18 Φεβρουαρίου.
Οι Sex Pistols είχαν ήδη εκδιωχθεί από την ΕΜΙ, ενώ εκείνον τον Φεβρουάριο οι Clash θα ηχογραφούσαν το πρώτο τους άλμπουμ για την CBS με κόστος 4000 λίρες.

 

DAMNED DAMNED DAMNED ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Το πρόβλημα που είχε προκύψει ήταν το εξής: πώς έπρεπε να μοιάζει το εξώφυλλο ενός punk άλμπουμ; Βλέπετε, δεν υπήρχε προηγούμενο με κάποια σχετική γραφιστική σχολή.
Αυτό που μπορεί να επισημάνει κάποιος όσον αφορά στα εξώφυλλα των δίσκων και στις αφίσες των punk συγκροτημάτων είναι ότι, ενώ στις προηγούμενες γενιές το εικαστικό το αναλάμβαναν ως επί το πλείστον ζωγράφοι, στο punk το ανέλαβαν καλλιτέχνες που είχαν τελειώσει σχολές καλών τεχνών, γραφίστες, κλπ. που είχαν διαφορετική καλλιτεχνική αντίληψη από τους παλιότερους.
Στο εξώφυλλο αυτού του πρώτου άλμπουμ που είχε τίτλο Damned Damned Damned, οι Damned και η Stiff ήθελαν να μεταφέρουν την ατμόσφαιρα διασκέδασης που δημιουργούσε το συγκρότημα και το έκαναν με μια φωτογραφία που έδειχνε τα μέλη πασαλειμμένα με τούρτα.

Θέλοντας να δείξω την κοντινή σχέση που υπήρχε ανάμεσα σε μουσικούς διαφόρων στυλ, θα κάνω εδώ μια παρένθεση για να αφηγηθώ την παρακάτω ιστορία:
Το χέρι που έβαλε την τούρτα στα πρόσωπα των Damned, για αυτήν την φωτογραφία, ανήκε στην Patti Palladin, την τραγουδίστρια του ντουέτου Snatch, η οποία στην συνέχεια έκανε την παραγωγή και τραγούδησε με τον Johnny Thunders στο άλμπουμ Copy Cats του 1988. Η Palladin ήταν μια Αμερικάνα που είχε μετακομίσει στο Λονδίνο με μια συμπατριώτισσά της, την Judy Nylon, και μαζί είχαν δημιουργήσει τους Snatch.
O Greg Shaw της Bomp Records κυκλοφόρησε το πρώτο τους σινγκλ το 1976. Ηχογράφησαν σποραδικά μέχρι το 1980 ενώ τρία χρόνια αργότερα τα σινγκλ τους και κάποια demos συμπεριλήφθηκαν σε μια συλλογή. To 1978 ηχογράφησαν συνεργάστηκαν με τον Brian Eno σε ένα καταπληκτικό τραγούδι αφιερωμένο στη γερμανική ομάδα ανταρτών πόλης «Φράξια Κόκκινος Στρατός» (Μπάαντερ-Μάινχοφ) (το «R.A.F.» ως b-side στο σινγκλ «King’s Lead Hat» του Eno).

Η Judy Nylon είχε μετακομίσει στο Λονδίνο το 1970 και βρέθηκε στους κύκλους των Roxy Music αλλά και και των Sex Pistols. Ήταν φιλαράκια με την Chrissie Hynde και τον John Lydon και πιθανότατα ήταν η σχέση του Brian Eno σε κάποια φάση (μπορούμε να υποθέσουμε με σιγουριά ότι το τραγούδι του «Back in Judy’s Jungle» είναι γραμμένο για αυτήν. Εκτός από τους Snatch, η Nylon ηχογράφησε με τον John Cale (κάνει φωνητικά στο «The Man Who Couldn’t Afford to Orgy»), ταξίδεψε μαζί του και το 1982 ηχογράφησε ένα άλμπουμ με τον Adrian Sherwood.
Σύμφωνα με τον ίδιο τον Eno, η Judy Nylon τον βοήθησε να «ανακαλύψει» την ambient μουσική. Στην αφίσα που διαφημίζει το άλμπουμ Here Come the Warm Jets που κυκλοφόρησε στις 2 Φεβρουαρίου 1974 φωτογραφίζεται ένας θηλυπρεπής Brian Eno έχοντας πίσω του το μοντέλο Polly Eltes και την τραγουδίστρια Judy Nylon.
Υπάρχει ένα περιστατικό με τη Nylon που έχει μείνει ως ένα από τα πιο αποκρυφιστικά περιστατικά στη μεταμοντέρνα μουσική. Κάποια εποχή που ο Brian Eno βρισκόταν στο κρεββάτι αναρρώνοντας έπειτα από ένα ατύχημα, η Nylon του είχε πάει να ακούσει ένα δίσκο με μουσική του 18ου αιώνα παιγμένη με άρπες. Όταν εκείνος το άκουσε αργότερα αγουροξυπνημένος και με την ένταση χαμηλωμένη, ανακάλυψε τη μαγεία της ατμόσφαιρας του χώρου και έτσι δημιούργησε την ambient μουσική.
Την ιστορία αυτή την αφηγήθηκε η Nylon σε μια συνέντευξή της στο online περιοδικό 3:AM: «Εκείνη την ημέρα έβρεχε στη Leicester Square και είχα αγοράσει το δίσκο με τις άρπες από ένα κατάστημα πίσω από το σταθμό επειδή δεν ήθελα να τον επισκεφθώ με άδεια χέρια, αν και με τον Brian επικοινωνούσαμε με ιδέες κι όχι με λουλούδια και σοκολατάκια. Κανείς από τους δυο δεν ενδιαφερόταν για μουσική με άρπες, αλλά εγώ είχα μεγαλώσει στην Αμερική με την ατμοσφαιρική μουσική. Όταν ήμουν παιδί και δεν ένιωθα καλά, μου έβαζαν να ακούω ένα άλμπουμ του Martin Denny για να με παίρνει ο ύπνος… Νομίζω ότι το έλεγαν Quiet Village. Οι ψίθυροι της ζούγκλας έκαναν το σκοτάδι του δωματίου να σε χαϊδεύει αντί να το αισθάνεσαι κενό και ψυχρό. Ο πόνος ήταν πιο υποφερτός. Ο Brian μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο. Είχε καταρρεύσει ο πνεύμονας του και ξάπλωνε ακίνητος σε μαξιλάρια στο πάτωμα, με τα παράθυρα δεξιά του για να βλέπει την βροχή που έπεφτε στο πάρκο της Grantully Road, και το στερεοφωνικό του αριστερά του. Έβαλα το δίσκο με τις άρπες και ρύθμισα τον ήχο όσο καλύτερα μπορούσα. Με βοήθησε και εκείνος για να εξισορροπήσουμε την ένταση της μουσικής με το θόρυβο της βροχής, όπως ήθελε να τα ακούει στο σημείο του δωματίου που βρισκόταν. Δεν υπήρχε »κατά λάθος περιβάλλον». Κανένας από τους δυο μας δεν ανακάλυψε την ambient μουσική. Το ότι εκείνος κατάφερε να πείσει τη δισκογραφική εταιρεία EG Music να χρηματοδοτήσει μια σειρά κυκλοφοριών με ηχογραφήσεις ήπιων ήχων είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Και οι δυο είχαμε ακούσει τα γερμανικά συγκροτήματα των αρχών της δεκαετίας του ’70 και είχαμε επηρεαστεί από αυτά».

Ας επιστρέψουμε όμως στους Damned:
Σύμφωνα με τον Vanian, αυτό που στο εξώφυλλο του πρώτου άλμπουμ της μπάντας έμοιαζε με τούρτα ήταν αφρός ξυρίσματος και κέτσαπ.
To άλμπουμ γνώρισε αμέσως επιτυχία, μπαίνοντας στα 50 πρώτα των τσαρτ και φτάνοντας μέχρι το νούμερο 36, ανάμεσα στο Greatest Hits των Showaddywaddy και το Love at the Greek του Neil Diamond.
Την παραγωγή του άλμπουμ είχε αναλάβει ο Nick Lowe, ένας άλλος καλλιτέχνης της Stiff, ο οποίος προηγουμένως (1970-1975) έπαιζε μπάσο στο συγκρότημα Brinsley Schwarz και είχε γράψει πολλά χιλιόμετρα στο λεγόμενο pub rock.
Τα τραγούδια του άλμπουμ ήταν κυρίως συνθέσεις του Brian, ένα αποτέλεσμα δουλειάς τριών ή τεσσάρων ετών, εκτός από το «Stab Your Back» που είχε συνθέσει ο Rat Scabies και το «I Feel Alright» που στην ουσία ήταν το «1970» των Stooges.
Τον Ιανουάριο του 1977, το αμερικανικό κανάλι NBC πρόβαλε τους Damned με μια συνέντευξη του Scabies.
Επειδή, φυσικά, τo άλμπουμ χρειαζόταν προώθηση, τον Μάρτιο οι Damned βγήκαν σε περιοδεία με τη νέα εκδοχή των T. Rex του Marc Bolan, ο οποίος τους είχε υπόψη του από εκείνο το σχολιασμό δίσκων που είχε κάνει για τη Melody Maker.

Έτσι, το συγκρότημα βρέθηκε να παίζει σε ένα νέο και διαφορετικό κοινό, επιβεβαιώνοντας ότι μια punk μπάντα ήταν σε θέση να δίνει συναυλίες χωρίς να δημιουργούνται προβλήματα.
Σε μια προσπάθεια της Stiff να εξασφαλίσει συμβόλαιο με μια αμερικανική εταιρεία, ο Riviera, μέσω γνωριμιών που είχε αποκτήσει από την εποχή που μανατζάριζε τους Dr. Feelgood, έκλεισε μια αμερικανική περιοδεία για τους Damned, αρχίζοντας με ένα τετραήμερο στο φημισμένο κλαμπ CBGB στο Μανχάταν μαζί με τους Dead Boys.
Για να τους καλωσορίσουν στην Νέα Υόρκη, οι Rolling Stones έστειλαν στους Damned πίτσες, σαμπάνιες, λουλούδια και τρείς γυναίκες. Την τελευταία ημέρα, οι Άγγλοι τσακώθηκαν με την Patti Smith στα καμαρίνια.
Κλείστηκαν εμφανίσεις στη Βοστόνη και κατόπιν στην Δυτική ακτή, μια στο Λος Άντζελες με τους Television και μια στο Σαν Φρανσίσκο.
Απογοητευμένοι από την προσέλευση 28 ατόμων στη συναυλία της Βοστόνης, οι Damned πληροφορήθηκαν ότι οι Television δεν ήθελαν να παίξουν μαζί τους στο Whiskey A Go Go επειδή η Patti Smith, η οποία είχε που είχε παίξει με την Tom Verlaine, του είχε στείλει μήνυμα για να τους παραγκωνίσει. Αυτό σήμαινε ότι το συγκρότημα δεν είχε πλέον χρήματα για ξενοδοχείο και έτσι τους φιλοξένησαν οι Screamers, με τους οποίους θα έπαιζαν.
Μετά το Σαν Φρανσίσκο, οι Damned επέστρεψαν στην Αγγλία χωρίς να έχουν κλείσει καμιά συμφωνία με αμερικανική εταιρεία.
Ο Jake Riviera όμως έμεινε πίσω, κλείνοντας συμφωνία για έναν άλλο καλλιτέχνη της Stiff, τον Elvis Costello.
Όταν τον Μάιο οι Damned επέστρεψαν από την ευρωπαϊκή τους περιοδεία, οι Clash άρχιζαν την περιοδεία «White Riot» για να προωθήσουν το πρώτο τους άλμπουμ που είχε κυκλοφορήσει στις 8 Απριλίου, ενώ οι Sex Pistols, έχοντας απολυθεί από την ΕΜΙ και την A&M μέσα σε μια εβδομάδα, στις 12 Μαΐου υπέγραψαν συμβόλαιο με τη Virgin.



MUSIC FOR PLEASURE

Με την Island Records να ζητά πίσω τις 17.000 λίρες που είχε δώσει για τους Damned, διακόπτοντας τη διανομή και την προώθηση του πρώτου τους άλμπουμ αφού είχαν αποτύχει να υπογράψουν συμβόλαιο με κάποια αμερικανική εταιρεία για να βγει χρήμα, η Stiff έστρεψε την προσοχή της στον Elvis Costello που κυκλοφόρησε το άλμπουμ My Aim is True με εξασφαλισμένο αμερικανικό συμβόλαιο.
Ο Brian ζήλεψε τον ήχο των MC5 και ζήτησε να προστεθεί στο συγκρότημα δεύτερος κιθαρίστας κάτι που τους παραξένεψε όλους.
Εξαντλημένοι από τις περιοδείες και τρομοκρατημένοι επειδή τους είχε εγκαταλείψει η δισκογραφική τους εταιρεία, οι Damned άρχισαν τις ακροάσεις μουσικών μέχρι που τελικά βρήκαν το νέο τους μέλος στο πρόσωπο του δεκαεννιάχρονου Robert David «Lu» Edmonds, o οποίος δεν είχε ξαναπαίξει με μπάντα στην ζωή του (είναι ο σημερινός κιθαρίστας των Public Image LTD). Οι πρώτες δύο εμφανίσεις τους ως πενταμελές σύνολο πραγματοποιήθηκαν την επόμενη εβδομάδα.

Η Stiff τους ζήτησε να ξεμπερδεύουν και να μπουν στο στούντιο για ένα νέο άλμπουμ, αλλά το συγκρότημα δεν είχε υλικό. Ο Brian είχε συνθέσει τα τραγούδια του Damned Damned Damned σε διάστημα τριών με τεσσάρων χρόνων και τώρα θα έπρεπε να γράψουν το δεύτερο δίσκο με διαφορά τριών μηνών από το πρώτο. Μέσα σε εκείνη την χρονιά, το 1977, οι Stranglers και οι Jam κυκλοφόρησαν από δύο άλμπουμ και ο ανταγωνισμός μεγάλωνε.
Όλοι στηρίζονταν στη συνθετική ικανότητα του Brian James, αλλά εκείνη την στιγμή είχαν μόνο έξι καινούργια τραγούδια. Οι υπόλοιποι δεν ήξεραν να συνθέτουν. Πέρα από το «Stab Your Back», ο Scabies με τον Captain Sensible δεν είχαν γράψει ποτέ τους τραγούδι.
Από την άλλη, ο Nick Lowe αρνήθηκε να αναλάβει την παραγωγή. Την πρώτη φορά τον είχαν πρήξει αναφέροντάς του ως παραδείγματα τον Iggy Pop, τους New York Dolls και τους MC5, ενώ εκείνος δεν είχε ιδέα ποιοι ήταν όλοι αυτοί. Ο υπεύθυνος δικαιωμάτων τους πρότεινε για παραγωγό έναν από τους πελάτες του που διέθετε δικό του στούντιο και συνέφερε οικονομικά.
Οι Pink Floyd μόλις είχαν τελειώσει τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ Animals και επειδή ο ντράμερ τους, Nick Mason, είχε κενές ημερομηνίες ενδιαφέρθηκε να αναλάβει την παραγωγή του δεύτερου άλμπουμ των Damned.Το συγκρότημα θα προτιμούσε τον Syd Barrett αλλά ως γνωστόν αυτή η πιθανότητα δεν υπήρχε…

Το νέο άλμπουμ είχε ως πρότυπο το Funhouse, το δεύτερο άλμπουμ των Stooges και όπως σε εκείνο το άλμπουμ οι Αμερικανοί είχαν καλέσει τον σαξοφωνίστα Steven Mackay, έτσι και οι Damned κάλεσαν τον Lol Coxhill να παίξει σαξόφωνο στο τραγούδι «You Know». O Coxhill ήταν κομμάτι της βρετανικής jazz σκηνής από τη δεκαετία του ’50. Έπαιζε στους Whole World, την μπάντα του Kevin Ayers (ο Brian James ήταν θαυμαστής του) και ήταν μέρος της πειραματικής μουσικής σκηνής που αντιπροσώπευαν οι Soft Machine και οι Henry Cow και που γούσταρε ο Captain Sensible.
Ο Mason βρέθηκε να έχει στα χέρια του έναν ντράμερ που έπαιζε σε άλλες ταχύτητες. Για τον ντράμερ των Floyd οι συνθήκες δουλειάς ήταν πρωτόγνωρες: «Όσο χρόνο έκαναν οι Damned για να ηχογραφήσουν ένα τραγούδι, έκαναν οι Pink Floyd για να ρυθμίσουν τον ήχο στα τύμπανα».
Όταν το συγκρότημα παρέδωσε στην εταιρεία το άλμπουμ που του ζητούσε με τίτλο Music for Pleasure, η Stiff, βλέποντας το άστρο του Elvis Costello να ανεβαίνει συνεχώς, άρχισε να διαφημίζει μια επερχόμενη περιοδεία καλλιτεχνών της με τίτλο «Stiffs Greatest Stiffs Live» χωρίς ωστόσο να συμπεριλάβει τους Damned.
Elvis Costello, Ian Dury & the Blockheads, Nick Lowe, Larry Wallis, Wreckless Eric – κανείς από αυτούς δεν είχε σχέση με το punk. Πολύ απλά, η εταιρεία δεν υπολόγιζε πλέον στους Damned.
H EMI πρότεινε στον Jake Riviera να αγοράσει το συμβόλαιο των Damned, αλλά εκείνη την εποχή ο Riviera τα έσπασε με την Stiff και έγραψε στα παπούτσια του την πρόταση με αποτέλεσμα η EMI να υπογράψει τελικά τους Rich Kids του Glen Matlock.

Απ την άλλη, καθώς τα παλιά συγκροτήματα του pub rock προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν μια δεύτερη ευκαιρία πριν ακόμα κυκλοφορήσει το νέο άλμπουμ, ο Nick Lowe, ο παλιός τους παραγωγός, παραχώρησε μια συνέντευξη στη Melody Maker και έθαψε το Music for Pleasure.
Φαγωμάρες άρχισαν ανάμεσα στα μέλη της μπάντας, με τον Scabies να μην γουστάρει τον Edmonds που είχε έρθει πιο κοντά στον James και έπειτα από μερικές εμφανίσεις στην Γαλλία αποχώρησε από τους Damned.
Στα τύμπανα κάθισε ο Jon Moss (αργότερα έγινε ντράμερ στους Culture Club) και το νέο άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 18 Νοεμβρίου του 1977.
Οι κριτικές ήταν απογοητευτικές. Αν και οι συναυλίες τους μάζευαν κόσμο, ο μουσικός τύπος έθαψε το Music for Pleasure και τα μέλη βρέθηκαν σε μια φάση να μη μιλιούνται καν μεταξύ τους.
Η δισκογραφική τους εταιρεία έβγαλε ανακοίνωση αναφέροντας ότι η Stiff περνούσε σε νέα φάση που δεν συμπεριλάμβανε τους Damned.

Ο Brian δεν περνούσε πλέον καλά και μετά από μια πρόβα, τον Φεβρουάριο του 1978, ανακοίνωσε στους υπόλοιπους ότι διέλυε το συγκρότημα.
Από τις τρεις πρώτες punk μπάντες, μόνο η μία συνέχιζε να υπάρχει: οι Clash. Οι Sex Pistols είχαν διαλυθεί τον Ιανουάριο στη διάρκεια της αμερικανικής περιοδείας τους.
Η τελευταία εμφάνιση των Damned πραγματοποιήθηκε στις 8 Απριλίου του 1978 στο Rainbow του Λονδίνου.
Μετά από αυτό, ο Brian James (ως Brian Robertson πλέον) σχημάτισε τους Tanz Der Youth με ντράμερ τον Alan Powell των Hawkwind, και κιθαρίστα τον Andy Colquhoun από τους Deviants, Pink Fairies και Warsaw Pakt. Πλήκτρα έπαιξε ο Tony Hustings-Moore, ο οποίος αργότερα θα περνούσε από τους Cutting Crew και τους Iron Maiden.
Το συγκρότημα κράτησε μέχρι τον Σεπτέμβριο που κυκλοφόρησε το σινγκλ «I'm Sorry, I'm Sorry» /«Delay».
Ο James άρχισε να δουλεύει σόλο με το όνομα Brian James & the Brains και περιόδευσε παίζοντας κιθάρα για τον Iggy Pop. Το 1982 θα δημιουργούσε τους Lords of the New Church με τον Stiv Bators τω Dead Boys.
Ο Lu Edmonds δημιούργησε το συγκρότημα Edge με τον Jon Moss και αργότερα βρέθηκαν στους Public Image Ltd ο πρώτος και στους Culture Club ο δεύτερος, με τους οποίους το 1985 έπαιξε στο διαβόητο ροκ φεστιβάλ στο Καλλιμάρμαρο.
O Scabies με τον Captain Sensible και τον Vanian θα συνεργάζονταν με τον Lemmy στο μπάσο (ο Sensible ανέλαβε την κιθάρα) παίζοντας σαν The Doomed επειδή φοβόντουσαν μήπως ο Brian James θα τους κυνηγούσε νομικά αν εμφανίζονταν με το όνομα των Damned.
Όταν ο James ξεκαθάρισε ότι δεν είχε καμία τέτοια πρόθεση, ονομάστηκαν ξανά Damned, πήραν για μπασίστα τον Algy Ward των Αυστραλών Saints και άρχισαν από την αρχή, ηχογραφώντας το άλμπουμ Machine Gun Etiquette για την Chiswick Records: την εταιρεία που τους είχε βάλει στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τα τρία πρώτα τους τραγούδια.
Ο Joe Strummer με τον Topper Headon και τον Henry Badowski έκαναν δεύτερα φωνητικά στο κομμάτι «Noise, Noise, Noise». Ο Lemmy έπαιξε μπάσο και έκανε δεύτερα φωνητικά στο «Ballroom Blitz» που συμπλήρωνε τη δεύτερη πλευρά του σινγκλ «I Just Can't Be Happy Today».
Μια νέα περίοδος άρχιζε…

 

 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Hawkwind: Διαστημικοί μαχητές του ήχου...

The Undertones: Αποκλειστική συνέντευξη με το ιστορικό ιρλανδικό συγκρότημα από το Ντέρι που δεν λέει να το βάλει κάτω...

Οι Sex Pistols υπογράφουν συμβόλαιο με την A&M, παίρνουν τα λεφτά και... τρέχουν...

Οι Sex Pistols λίγο πριν το τέλος από την πένα του Steve Jones...

Ησυχία! Η Jordan αποκοιμήθηκε...

Όταν οι Clash κυκλοφόρησαν το πρώτο τους και, ταυτόχρονα, το πιο παρεξηγημένο σινγκλ τους, το θρυλικό πλέον «White Riot»...

Ένα εξώφυλλο, χίλιες λέξεις: "Black Market Clash" (The Clash)...

Τom Morello: Γιατί οι Clash είναι σημαντικοί...

The Undertones: Teenage Kicks, John Peel, Terri Hooley. Η ιστορία ενός από τα ομορφότερα pop-punk τραγούδια

BLOG και ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ MIΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ:

https://tribe4mian.wordpress.com/

https://newzerogod.com/home

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ στο Blackout Radio Show...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου, έχει κάνει δυο ντοκιμαντερ με τιτλο Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema (υπάρχουν στο YouTube) και βραβεύτηκε για την ταινία μικρού μήκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, τρεις Αγγλικούς ιντερνετικούς, έναν Ελληνικό κι έναν Κυπριακό. Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο “Rock’n’Roll rules ok?” με κείμενα σχετικά με την αλληλεπίδραση του ροκ και της κοινωνίας, καθως και τα μυθιστορήματα «To Κλειδί της Εύας» και «Μαύρο Χιόνι». Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God. Έχει κυκλοφορήσει συνολικά 13 στούντιο άλμπουμ.
 
 
 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1