• Merlin's Music Box

    Merlin's Music Box



    Το Merlin's Music Box ήταν, είναι και θα είναι ένα φανζίν που κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος τον Οκτώβριο του 1989 και έκλεισε τον έντυπο κύκλο του το 1995, έπειτα από 26 τεύχη. Ενεργοποιήθηκε εκ νέου την άνοιξη του 2014, αυτή τη φορά ηλεκτρονικά, μέσω του facebook και της ιστοσελίδας του, με σκοπό την παρουσίαση μουσικών σχημάτων και καλλιτεχνών από το χώρο της rock (και όχι μόνον), τη διοργάνωση εκδηλώσεων και, κυρίως, την τέρψη των φίλων του.
  • 1
sponsors inExarchia Μετα δεύτερο Blues.gr - Keep The Blues Alive ΙΝΤΡΙΓΚΑ
  • Να μιλάς χωρίς να τραγουδάς: Η αλήθεια του

    Να μιλάς χωρίς να τραγουδάς: Η αλήθεια του "Aristophobia Nervosa". Η Lia Hide αφήνει τη φωνή της γυμνή από επίδειξη και ξανασκέφτεται τι σημαίνει να εκτίθεσαι, να επιμένεις και να δημιουργείς χωρίς δίχτυ ασφαλείας...

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη

    Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για έναν δίσκο που δεν θέλει να «λειτουργήσει» όπως οι άλλοι. Το Aristophobia Nervosa δεν ζητά να το αγαπήσεις. Δεν προσπαθεί να σε πείσει. Στέκεται απέναντί σου και σου λέει: έτσι έγιναν τα πράγματα. Η Lia Hide δεν αρνείται το τραγούδι. Αρνείται την ευκολία του. Για χρόνια έβλεπε τη φωνή ως ένα ακόμη όργανο. Όχι ως κέντρο. Όχι ως πρόσωπο. Κι όμως, το πρόσωπο είναι αυτό που μένει. Η «τραγουδίστρια» επισκιάζει τη συνθέτρια, την ενορχηστρώτρια , την παραγωγό. Το όνομα κρύβει. Το έργο αποκαλύπτει.

    Σε αυτόν τον δίσκο, η φωνή δεν στέκεται μπροστά από τη μουσική. Περπατά μέσα της. Ηχογραφημένη σε κινητό, σε ώρες αμήχανες ή εξαντλημένες, κρατά κάτι που το στούντιο συχνά λειαίνει: την πρώτη σκέψη πριν προλάβει να φορέσει τεχνική. Όχι από αδιαφορία. Από πρόθεση. Η ωμότητα εδώ δεν είναι στυλ. Είναι ανάγκη.

    Η επιλογή της ελληνικής γλώσσας λειτουργεί σαν ρίσκο που τελικά λυτρώνει. Η Hide μιλά για τον φόβο της προφοράς, για την αγωνία μήπως ακουστεί «σαν κάτι έτοιμο». Κι όμως, μέσα από αυτή τη γλωσσική έκθεση, βρίσκει έναν πιο καθαρό τόνο. Χωρίς γλυκαντικά. Χωρίς δραματική υπερβολή. Μια καθημερινή φωνή που κουβαλά δύσκολες ιστορίες.

    Ο τίτλος του δίσκου μοιάζει

    Read More
  • Miles Davis: «Έχω αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε ή έξι φορές...»

    Miles Davis: «Έχω αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε ή έξι φορές...»

    Γράφει ο Αχιλλέας ΙΙΙ

    Υπάρχει ένα ανέκδοτο που κυκλοφορεί καιρό στην πιάτσα, σύμφωνα με το οποίο όταν ο Miles Davis βρέθηκε καλεσμένος στο Λευκό Οίκο με τη σύζυγό του από τον Ronald Reagan για τη βράβευση του Ray Charles, γύρισε η πρώτη κυρία των ΗΠΑ και τον ρώτησε “Τι σπουδαίο έχεις κάνει εσύ στη ζωή σου και σε κάλεσαν εδώ απόψε;” Ψύχραιμα εκείνος της απάντησε: “Λοιπόν, έχω αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε ή έξι φορές. Εσύ τι έχεις κάνει, πέρα από το να πηδάς τον Πρόεδρο;”

    Read More
  • Forgotten Records: Forever Changes (1967), Η σκιά πίσω από το Καλοκαίρι της Αγάπης...

    Forgotten Records: Forever Changes (1967), Η σκιά πίσω από το Καλοκαίρι της Αγάπης...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Πώς ο Arthur Lee και οι Love αποδόμησαν το ψυχεδελικό όνειρο του ’67 και άφησαν έναν δίσκο που ακόμη στοιχειώνει το παρόν

    Υπάρχουν άλμπουμ που καταγράφουν την εποχή τους και άλλα που την αμφισβητούν. Το Forever Changes των Love ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Κυκλοφόρησε το 1967, τη χρονιά που το καλοκαίρι ονομάστηκε «της αγάπης» και η Καλιφόρνια φάνταζε σαν υπόσχεση διαρκούς φωτός. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη συλλογική μέθη, ο Arthur Lee έγραφε τραγούδια που έμοιαζαν με σημειώματα από το υπόγειο.

    Read More
  • Prolapse -

    Prolapse - "I Wonder When They’re Going To Destroy Your Face" + Συναυλία στο Αρχιτεκτονική live stage...

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Με το I Wonder When They’re Going To Destroy Your Face, οι Prolapse επιστρέφουν στη δισκογραφία ύστερα από 25 ολόκληρα χρόνια και το κάνουν όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς από μια μπάντα που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να γίνει αρεστή, επίκαιρη ή «εύπεπτη». Δεν πρόκειται για comeback καριέρας, αλλά για μια ωμή υπενθύμιση ότι ο θυμός, η ειρωνεία και η κοινωνική δυσανεξία δεν γερνούν, απλώς… συσσωρεύονται.

    Read More
  • Στην Άλλη Άκρη Της Γραμμής Μια Άγνωστη...

    Στην Άλλη Άκρη Της Γραμμής Μια Άγνωστη...

    Γράφει ο Γιώργος Τσέκας 

    Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει…Επίμονα… Για αρκετή ώρα. Κανείς δεν μιλάει στο σπίτι. Σηκώνομαι αργά-αργά και απαντάω. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια άγνωστη, «Η» άγνωστη. «Εγώ είμαι πάλι, μου είπε δεν με θυμάσαι;» Μα καλά πως είναι δυνατόν, γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί προσποιείσαι πως δεν με ξέρεις;» Μου έδωσε όσο χρόνο χρειαζόμουν για να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Η σιωπή στο τηλέφωνο αλλά και μέσα στο σπίτι έμοιαζε νεκρική.

    Read More
  • Bog art: Χορεύοντας ανάμεσα στα συντρίμμια του χρόνου...

    Bog art: Χορεύοντας ανάμεσα στα συντρίμμια του χρόνου...

    Οι Bog art μιλούν στον ΧΡΗΣΤΟ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ για τη φθορά, τη σιωπή και τη δημιουργική αντίσταση στο The Dance of Broken Promises

    Υπάρχουν δίσκοι που υψώνουν τη φωνή τους και άλλοι που μαθαίνουν να στέκονται ακίνητοι, αφήνοντας τον χρόνο να περάσει από μέσα τους. Το The Dance of Broken Promises ανήκει στη δεύτερη κατηγορία: ένα έργο που δεν βιάζεται να πείσει, δεν διεκδικεί εύκολες κορυφώσεις, αλλά επιμένει στη διάρκεια, στη ρωγμή, στη σιωπή ως ισότιμο υλικό με τον ήχο.  Οι Bog art δεν γράφουν τραγούδια για να κρύψουν τη φθορά• γράφουν για να την κατοικήσουν. Με λόγο παρατηρητικό και μουσική που μοιάζει να κινείται σαν σκιά πάνω σε ερείπια, ο νέος τους δίσκος λειτουργεί ως ένας αργός χορός πάνω σε ό,τι χάθηκε, σε ό,τι δεν τηρήθηκε, σε ό,τι συνεχίζει παρ’ όλα αυτά να αναπνέει.

    Read More
  • Mike Bloomfield (28.07.1943 – 15.02.1981): το λευκό αγόρι που αγάπησε τα blues όσο κανένας...

    Mike Bloomfield (28.07.1943 – 15.02.1981): το λευκό αγόρι που αγάπησε τα blues όσο κανένας...

    Με αφορμή τη συμπλήρωση 45 χρόνων από τον θάνατο του θρυλικού κιθαρίστα, ο Θανάσης Μήνας ξεφυλλίζει τις σημαντικότερες σελίδες της ζωής και της δισκογραφίας του πιο αγαπημένου του κιθαρίστα.

    Στο απόγειό του, ο Mike Bloomfield ήταν ο σημαντικότερος λευκός blues κιθαρίστας της γενιάς του. Η ένταση και η αφομοίωσή του στα αφροαμερικανικά blues συνέβαλαν καθοριστικά στον αναδυόμενο ήχο της δεκαετίας του '60. Οι συνεισφορές του σε ηχογραφήσεις όπως το Highway 61 Revisited ήταν πολύ σημαντικές, αλλά η θητεία του στην Butterfield Blues Band ήταν αυτή που εδραίωσε τη φήμη του. Μια ομάδα μουσικών του Σικάγο που συνδύαζαν σκληρά ηλεκτρικά blues με τις ελεύθερες παρεκκλίσεις της Αντικουλτούρας∙ η κιθάρα του Bloomfield ήταν εξίσου προσδιοριστική για τον ήχο τους όσο και η φυσαρμόνικα του ηγέτη Paul Butterfield. Όπως δήλωσε κάποτε ο ρυθμικός κιθαρίστας του συγκροτήματος, ο Elvin Bishop: «Κανείς δεν ήταν τόσο καλός όσο ο Bloomfield. Τεχνικά ήταν ένα τέρας».

    Read More
  • Kapten:

    Kapten: "Dancing Tooth" (ψηφιακή κυκλοφορία, 2025)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Ένα πολυρυθμικό άλμπουμ για τον φόβο, τον χρόνο και τη συλλογική αφύπνιση

    Υπάρχουν άλμπουμ που σου επιβάλλονται από την πρώτη ακρόαση. Και υπάρχουν εκείνα που σε κερδίζουν αργά, σχεδόν υπόγεια, μέχρι να συνειδητοποιήσεις πως έχεις ήδη μπει στον κόσμο τους. Το Dancing Tooth των Θεσσαλονικιών Kapten ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν φωνάζει. Χτίζει ατμόσφαιρα. Και μέσα της πάλλεται κάτι ανήσυχο.

    Read More
  • «Το κλασικό […] αυγοθήκη, φθηνή μοκέτα και φελιζόλ»: Τα Αυτοσχέδια Μουσικά Στούντιο της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του ’70 ως τις αρχές του ’90...

    «Το κλασικό […] αυγοθήκη, φθηνή μοκέτα και φελιζόλ»: Τα Αυτοσχέδια Μουσικά Στούντιο της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του ’70 ως τις αρχές του ’90...

    Γράφει η Αλεξάνδρα Καραμούτσιου (Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ)

    Εισαγωγή: Αντώνης Ζήβας

    Οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ του Merlin’s Music Box στον συνεχή τους διάπλου στον τεράστιο ψηφιακό Ωκεανό των καιρών μας, ανέσυραν από τον… βυθό της ελληνικής punk σκηνής των 80’ς, την ιστορία της εν λόγω σκηνής στην Θεσσαλονίκη. Η ιστορία που θα διαβάσετε έχει γραφτεί δια χειρός της Αλεξάνδρας Καραμούτσιου και πρόκειται για την πτυχιακή της εργασία . Αν παρ' όλα αυτά πρόκειται για κάτι τέτοιο, με τη σειρά μας λέμε ένα μεγάλο «Μπράβο» για την όλη προσπάθεια, η οποία, από όσο θυμούνται τα γέρικα μυαλά μας, δεν έχει ξαναϋπάρξει κάτι αντίστοιχο για τη συγκεκριμένη punk σκήνη.

    Στην ιστοσελίδα, λοιπόν,  «Κοινωνικός Atlas Θεσσαλονίκης»,  ξεδιπλώνεται μια συναρπαστική αφήγηση που φωτίζει μία λιγότερο γνωστή όψη της μουσικής ζωής της πόλης: τα αυτοσχέδια στούντιο που άνθησαν στη Θεσσαλονίκη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές του ’90.

    Read More
  • Lia Hide -

    Lia Hide - "Aristophobia Nervosa": Μια σκοτεινή spoken word εμπειρία στην ελληνική γλώσσα...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Το νέο άλμπουμ της Lia Hide συνδυάζει ποίηση, performance και avant-garde ήχο, σε έναν από τους πιο τολμηρούς ελληνικούς δίσκους της χρονιάς

    Read More
  • Tilaye Gebre: Ethio-jazz για τη νύχτα...

    Tilaye Gebre: Ethio-jazz για τη νύχτα...

    Γράφει ο Θανάσης Μήνας

    Το παίξιμό του γεννημένου στην Αντίς Αμπέμπα σαξοφωνίστα Tilaye Gebre είναι νυχτερινό και moody. Πριν ξεκινήσει σόλο καριέρα, υπήρξε μέλος των Equators Band, οι οποίοι το 1976 μετονομάστηκαν σε Walias Band - δικό του είναι το σόλο στο φοβερό "Muziqawi Silt" των τελευταίων που περιέχεται και στις συλλογές Ethiopiques. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Χαϊλέ Σελασιέ, στα χρόνια της χούντας η ethio-jazz πέρασε σε καθεστώς ημι-παρανομίας και ο Tilaye Gebre αναγκάστηκε να ηχογραφεί στο underground... Η ανθολογία Τilaye's Saxophone With The Dahlak Band που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από την ετικέτα της Muziqawi, περιλαμβάνει εννέα κομμάτια από το 1976, εννιά μακροσκελή τζαμαρίσματα με βαριά rhythm section, υπνωτικά πλήκτρα και το σαξόφωνο να τριπάρει.

    Read More
  • Μάρκος Βαμβακάρης: 54 χρόνια χωρίς τον «πατριάρχη» του ρεμπέτικου...

    Μάρκος Βαμβακάρης: 54 χρόνια χωρίς τον «πατριάρχη» του ρεμπέτικου...

    Γράφει ο Προκόπης Σαμαρτζής

    Ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν μπήκε ποτέ στη μέση. Ούτε στη ζωή ούτε στο πάλκο. Προτιμούσε την άκρη, εκεί όπου στέκονται όσοι δεν διεκδικούν χώρο, αλλά τον γεμίζουν. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έμαθαν να ζητούν, μόνο να δίνουν. Κι ίσως γι' αυτό έμεινε τόσο μεγάλος. Υπήρξε κεντρική μορφή του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και θεμελιωτής του ρεμπέτικου τραγουδιού, όχι μόνο ως συνθέτης αλλά ως κοινωνικό και ηθικό πρότυπο. Η ζωή και η στάση του αντανακλούν την πορεία ενός ανθρώπου της εργατικής τάξης που μετατράπηκε, σχεδόν άθελά του, σε πολιτισμικό ορόσημο.

    Read More
  • "Η μουσική μας λέει πού να πάμε": Οι iota για το One Band, One Show...

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη για το νέο τους live που ενώνει nu jazz και hip hop...

    Φωτογραφίες: Chistina Alossi 

    Από το Part Of Something μέχρι το See Your Universe, οι iota έχουν αφήσει πίσω την ανάγκη να καθορίσουν ποιοι είναι και έχουν παραδώσει τον έλεγχο στη μουσική. Στον πυρήνα της δημιουργίας τους δεν υπάρχει φόρμα ή θεωρία• υπάρχει μόνο το groove, ο παλμός που σε βάζει μέσα στο κομμάτι και τον χώρο. Κομμάτια όπως το Dope Jazz ή το Aspect γεννιούνται έτσι, από την κίνηση και όχι από τη σκέψη, αφήνοντας τη φόρμα να έρθει εκ των υστέρων.

    Read More
  • Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)

    Paranoia’s Broken Machine - Είναι ο Χρόνος Εθισμός (2026)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Ο χρόνος, η μνήμη και ο φόβος στην ηλεκτρονική σκιά της Ελλάδας

    Το πέμπτο άλμπουμ των Paranoia’s Broken Machine, Είναι ο Χρόνος Εθισμός (“Time Is an Addiction”), είναι μια σκοτεινή ηλεκτρονική εμπειρία που κινείται ανάμεσα σε dark electro, industrial και electropunk. Από την πρώτη στιγμή, η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική και σωματική, σαν να κινείται ο χρόνος σε ασταμάτητο βρόχο και οι μνήμες να καίγονται σε θραύσματα.

    Read More
  • To

    To "British Steel" των Judas Priest, μια καθοριστική στιγμή στην εξέλιξη του heavy metal...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Το British Steel των Judas Priest εμφανίστηκε στην αγορά με έναν εκκωφαντικό θόρυβο για να αλλάξει τα δεδομένα τόσο για το βρετανικό συγκρότημα όσο και για τον ήχο του metal γενικότερα. Και ενώ στις προηγούμενες δουλειές τους οι Judas είχαν ακολουθήσει τρόπον τινά το ρεύμα της εποχής με progressive και hard rock/blues επιρροές, καθώς προχωρούσαν προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 και με το punk να κλέβει την παράσταση, ο ήχος τους γινόταν πιο σκληρός, πιο «μεταλλικός».

    Read More
  • Στο μαύρο ανάμεσα στα καρέ: Το Tarwar του Ιλάν Μανουάχ και η σιωπηλή παγκόσμια γλώσσα των κόμικς...

    Στο μαύρο ανάμεσα στα καρέ: Το Tarwar του Ιλάν Μανουάχ και η σιωπηλή παγκόσμια γλώσσα των κόμικς...

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης 

    Ο Tarwar του Ιλάν Μανουάχ είναι ένα κόμικ χωρίς εικόνες με τη συνηθισμένη έννοια. Ή, πιο σωστά, είναι ένα κόμικ φτιαγμένο από εκείνες τις εικόνες που συνήθως δεν προσέχουμε: τα μαύρα panels. Τα κενά. Τις στιγμές όπου η αφήγηση σταματά και κάτι μένει μετέωρο.

    Read More
  • Lead Belly: Blues σε δώδεκα χορδές...

    Lead Belly: Blues σε δώδεκα χορδές...

    Γράφει ο Μιχάλης Τζάνογλος

    Ο Lead Belly, ή Huddie William Ledbetter, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Μούρινγκσπορτ της Λουιζιάνα στις 20 (ή 23) Ιανουαρίου 1888 και μεγάλωσε στον βαθύ αμερικανικό Νότο, βιώνοντας από νωρίς τη φτώχεια, τον φυλετικό διαχωρισμό και τη βία της εποχής του Jim Crow. Ήταν αυτοδίδακτος μουσικός, δεξιοτέχνης της δωδεκάχορδης κιθάρας, με εντυπωσιακή μνήμη και ένα τεράστιο ρεπερτόριο που περιλάμβανε blues, work songs, spirituals, μπαλάντες και παραδοσιακά τραγούδια. Ο Lead Belly δεν αντιμετώπιζε τη μουσική σαν τέχνη για το κοινό, αλλά σαν εργαλείο αφήγησης, επιβίωσης και συλλογικής μνήμης.

    Read More
  • Following (1998): Η πιο καθαρή και υπόγεια στιγμή του Christopher Nolan (Αφιέρωμα #1)

    Following (1998): Η πιο καθαρή και υπόγεια στιγμή του Christopher Nolan (Αφιέρωμα #1)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Μια ασπρόμαυρη άσκηση περιορισμού, παρακολούθησης και αφηγηματικής εμμονής πριν το βάρος των μεγάλων προϋπολογισμών

    Το Following είναι μια ταινία φτιαγμένη από έλλειψη. Έλλειψη χρημάτων, έλλειψη χρόνου, έλλειψη σταθερού εδάφους. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει η πιο ειλικρινής στιγμή του Christopher Nolan. Ένα φιλμ που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να υπάρξει. Και μέσα σε αυτή την ανάγκη, βρίσκει τη μορφή του.

    Read More
  • LONE: Εκεί όπου η φωνή μαθαίνει να ακούει το σώμα...

    LONE: Εκεί όπου η φωνή μαθαίνει να ακούει το σώμα...

    Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Η Άννα Παπαϊωάννου (Anna Vs June) μιλά για τον ήχο, τη διάδραση και την τρυφερότητα ως καλλιτεχνική πράξη.

     Η Άννα Παπαϊωάννου δεν αντιμετωπίζει τη μουσική ως προϊόν, αλλά ως συνθήκη. Έναν ζωντανό χώρο όπου ο ήχος, το σώμα και η εικόνα διαπραγματεύονται διαρκώς τη θέση τους. Από τις παραδοσιακές φωνητικές πρακτικές μέχρι την ηλεκτρονική αποδόμηση και τον αυτοσχεδιασμό, η διαδρομή της ως Anna Vs June μοιάζει λιγότερο με πορεία και περισσότερο με άνοιγμα.

    Το LONE είναι μια performance που αρνείται τη σταθερότητα. Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο, τίποτα δεν επιβάλλεται. Η φωνή καταγράφεται και θρυμματίζεται, το σώμα απαντά, τα visuals παρεμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Όλα συμβαίνουν μπροστά μας, όχι για να εξηγηθούν, αλλά για να βιωθούν.

    Read More
  • H Μινεάπολη του Bruce...

    H Μινεάπολη του Bruce...

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Σε μια εποχή που πολλοί καλλιτέχνες προτιμούν την ουδετερότητα για να μη «χάσουν κοινό», ο Bruce Springsteen διαλέγει ξανά πλευρά: τη μεριά των θυμάτων. Και αυτό τον κάνει όχι απλώς σπουδαίο μουσικό, αλλά ηθικό σημείο αναφοράς. Γιατί ο «Boss» δεν φοβήθηκε ποτέ να πει ότι η μουσική δεν είναι διακόσμηση της πραγματικότητας, είναι όπλο απέναντί της.

    Read More
  • Void Droid: «Mythic» (άλμπουμ σε ψηφιακή μορφή, CD και βινύλιο)

    Void Droid: «Mythic» (άλμπουμ σε ψηφιακή μορφή, CD και βινύλιο)

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    φωτογραφία: Cristina Alossi

    Οι Πατρινοί Void Droid το γλεντάνε κανονικά στο Mythic, το πρόσφατο άλμπουμ τους, και μαζί τους το γλεντάει και ο ακροατής, επειδή το σήμερα είναι πολύ σύντομο και το αύριο πολύ κοντινό. Παίρνουν μια ανθηρή ποικιλία που ξεφυτρώνει μέσα από δημιουργικές progressive προσεγγίσεις και κυριολεκτικά… της αλλάζουν τα φώτα...

    Read More
  • NTISNEY: Όταν οι λέξεις γίνονται μελωδία...

    NTISNEY: Όταν οι λέξεις γίνονται μελωδία...

    Η Εύα Πολιτάκη και ο Σέργιος Βούρδης μου μιλούν στον Χρήστο Κορναράκη για τη λέξη ως ήχο, τη συνεργασία ως ένστικτο και έναν δίσκο που γεννήθηκε χωρίς σχέδιο...

    φωτογραφίες: Δημήτρης Μαντζανίδης

    Το NTISNEY δεν μοιάζει με δίσκο που αποφάσισε τι θέλει να πει. Μοιάζει περισσότερο με κάτι που υπήρχε ήδη και απλώς βρήκε τον τρόπο να ακουστεί. Τα τραγούδια κινούνται χαμηλόφωνα, αλλά όχι διστακτικά. Υπάρχουν επειδή πρέπει, όχι για να πείσουν.

    Η συνάντηση της Εύας με τον Σέργιο βασίστηκε σε μια σπάνια συνθήκη εμπιστοσύνης. Δεν υπήρξαν οδηγίες, ούτε κοινό λεξιλόγιο από την αρχή. Υπήρξε χρόνος, ακρόαση και μια αίσθηση ότι οι λέξεις και οι μελωδίες γνώριζαν ήδη πού να πάνε. Ο δίσκος στήθηκε σαν γέφυρα, όχι σαν δήλωση.

    Σε μια σκηνή που συχνά ζητά εξήγηση και ταχύτητα, το NTISNEY επιλέγει την αργή κατανόηση. Δεν κλείνει το μάτι στον ακροατή. Του αφήνει χώρο να μπει, αν θέλει. Η συζήτηση που ακολουθεί δεν επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει το έργο, αλλά να φωτίσει τον τρόπο που φτιάχτηκε: από λέξεις, σιωπές και μια κοινή αίσθηση μέτρου.

    Read More
  • Sly Stone: Το άχθος μιας ιδιοφυΐας...

    Sly Stone: Το άχθος μιας ιδιοφυΐας...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Ο Sly Stone (κατά κόσμον Sylvester Stewart) άρχισε να εμφανίζεται σε συγκροτήματα στο λύκειο και σπούδασε μουσική θεωρία στο Solano Community College. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60, είχε πλέον εγκαταλείψει οριστικά το σχολείο για να εργαστεί ως DJ στον KSOL του Σαν Φρανσίσκο, έναν ραδιοσταθμό που ειδικευόταν στη soul. Συνεργάστηκε επίσης με πολλά ανερχόμενα συγκροτήματα.
    To 1966 ο Sly είχε ήδη δικό του συγκρότημά, τους Sly and the Stoners, το ίδιο και ο αδελφός του, ο Freddie, τους Freddie and the Stone Souls. Τα δυο αδέλφια αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την ιδέα το νέο σχήμα να περιλαμβάνει λευκούς και μαύρους μουσικούς, άνδρες και γυναίκες, που θα έπαιζαν όργανα και θα τραγουδούσαν – κάτι μάλλον πρωτότυπο για την εποχή. Οι Sly and the Family Stone άρχισαν να εμφανίζονται μαζί το 1967 και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους, A Whole New Thing.

    Read More
  • Bog art -

    Bog art - "The Dance of Broken Promises" (CD και ψηφιακή έκδοση, 2026)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    φωτογραφία: Τηλέμαχος Παπαδόπουλος (qoq photos)

    Fracture as form...

    Οι Bog art δεν υπήρξαν ποτέ μπάντα της άνεσης. Από την αρχή κινούνται σε μια ζώνη εσωτερικής τριβής: πίστη και αμφιβολία, εγγύτητα και απόσταση, έρωτας και αποσύνθεση. Το The Dance of Broken Promises (2026), ο τέταρτος δίσκος τους, δεν προσπαθεί να συμφιλιώσει αυτές τις αντιθέσεις. Τις αφήνει να συνυπάρχουν. Και χτίζει έναν δίσκο πάνω στη διάρκεια, όχι στην κάθαρση.

    Read More
  • To

    To "The Weight of Forever" των HeadQuake, μια ηχητική επένδυση για δρόμους χωρίς επιστροφή...

    Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

    Υπάρχουν δίσκοι που δεν γράφονται για ακρόαση με ακουστικά. Γράφονται για μακρινά road trips, για νύχτες που το κοντέρ γράφει χιλιόμετρα και ο χρόνος χάνει το νόημά του, για δρόμους που δεν ξέρεις αν σε βγάζουν κάπου ή απλώς σε απομακρύνουν από όλα τα υπόλοιπα. Το The Weight of Forever των HeadQuake είναι ακριβώς αυτός ο δίσκος...

    Read More
  • «Η βελόνα και η ζημιά που έκανε»: Ένας μικρός φόρος τιμής στον Ντάνι Γουίτεν…

    «Η βελόνα και η ζημιά που έκανε»: Ένας μικρός φόρος τιμής στον Ντάνι Γουίτεν…

     
    Φαντάσου ένα μικρό κλαμπ στο Λος Άντζελες, το 1968. Τρία παιδιά από το Οχάιο βρίσκονται στη σκηνή· μετά βίας τα βγάζουν πέρα. Λέγονται The Rockets. Είναι καλοί, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται.
    Και τότε μπαίνει ο Νιλ Γιανγκ... 
    Ο Γιανγκ μόλις είχε φύγει από τους Buffalo Springfield. Έψαχνε έναν ήχο, κάτι ωμό και ηλεκτρικό, που να ταιριάζει με τη μουσική που ούρλιαζε μέσα στο κεφάλι του. Όταν άκουσε την κιθάρα του Ντάνι Γουίτεν, ήξερε ότι το είχε βρει.
    «Θες να τζαμάρουμε;» ρώτησε ο Γιανγκ μετά τη συναυλία.
    Αυτή η ερώτηση άλλαξε τα πάντα.

    Read More
  • Νίκος Κοντογούρης: «Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι λιγάκι περήφανος για αυτά που έχω κάνει, είναι ότι έμαθα στον κόσμο κάποια πράγματα...»

    Νίκος Κοντογούρης: «Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι λιγάκι περήφανος για αυτά που έχω κάνει, είναι ότι έμαθα στον κόσμο κάποια πράγματα...»

    Ο Μike Πούγουνας και ο Γιάννης Καστανάρας συζητούν εφ' όλη της ύλης με τον Νίκο Κοντογούρη

    Για τους ανθρώπους που αγόραζαν δίσκους και διάβαζαν μουσικά έντυπα, είναι αισθητή η απουσία, τα τελευταία χρόνια, του Νίκου Κοντογούρη, ενός ανθρώπου – κινητή εγκυκλοπαίδεια.
    Υπάρχουν πολλοί λάτρεις της μουσικής που λόγω ηλικίας, δεν τον γνωρίζουν.
    Ο Νίκος, γεννήθηκε στην Καλλιθέα αλλά μεγάλωσε, στην δεκαετία του ’60, στα βόρεια προάστια και εμείς τον γνωρίσαμε μέσα από τις σελίδες του Ποπ και Ροκ , του Zoo , του φανζίν Psychagogos που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην δεκαετία του ’80 με κασέτα και φυσικά μέσα από το δισκοπωλείο του, το Art Nouveau.
    Κάποια στιγμή, πριν μερικά χρόνια ο Νίκος αποχώρησε από τον χώρο και συνταξιοδοτήθηκε.
    Μιας και ήμασταν γνωστοί για πολλά χρόνια, Πούγουνας και Καστανάρας αποφασίσαμε να τον βρούμε και να κάνουμε μια συζήτηση μαζί του, ώστε να τον συστήσουμε σε εκείνους που τον γνωρίζουν αλλά και σε εκείνους που θα ήθελαν να τον μάθουν. Βρήκαμε ένα ωραίο καφέ στην πλατεία του Νέου Ηρακλείου και αφού είπαμε τα νέα μας, μιας και είχαμε καιρό να βρεθούμε, έγινε η αρχή…

    Read More
  • Eli  and The Portraits: «H ζούγκλα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς αποδοχή...»

    Eli and The Portraits: «H ζούγκλα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς αποδοχή...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη


    Δεν ακούς αυτόν τον δίσκο. Τον διασχίζεις. Το The Jungle Within ξεκινά σαν χαμηλός παλμός και καταλήγει να γίνεται τοπίο. Ένα τοπίο εσωτερικό, πυκνό, γεμάτο φωνές που δεν ζητούν εξηγήσεις αλλά παρουσία. Οι Eli and the Portraits στήνουν ένα αφήγημα που ακουμπά περισσότερο στην εμπειρία παρά στη φόρμα, περισσότερο στο βίωμα παρά στο είδος.

    Εδώ το concept δεν είναι κόλπο, είναι επιβίωση. Ζώα που μιλούν σαν άνθρωποι, άνθρωποι που κρύβονται πίσω από ζώα, τραγούδια που λειτουργούν σαν συνεδρίες, σαν συλλογική κατάθεση.

    Η μουσική αντλεί από folk, post-rock, θεατρικότητα και υπόγεια ένταση, αλλά τίποτα δεν κρατιέται ως αναφορά.

    Όλα υπηρετούν την αφήγηση. Το The Jungle Within ζητά χρόνο, αλλά τον επιστρέφει πολλαπλασιασμένο. Με νόημα. Τους ευχαριστώ για τον χρόνο τους.

    Read More
  • Νίκος Σκαλκώτας: Ο καλλιτέχνης που διάβαζε τον κόσμο μέσα από τους ήχους του...

    Νίκος Σκαλκώτας: Ο καλλιτέχνης που διάβαζε τον κόσμο μέσα από τους ήχους του...

    Γράφει ο Προκόπης Σαμαρτζής

    Στην άκρη μιας εποχής που άλλαζε με ορμή, γεννήθηκε ένας άνθρωπος που δεν άκουγε απλώς τον κόσμο• τον διάβαζε μέσα από τους ήχους του. Από τη Χαλκίδα ως το Βερολίνο και πάλι πίσω στην Αθήνα, κουβαλούσε μαζί του μια αόρατη βαλίτσα γεμάτη μελωδίες που δεν είχαν ακόμη ειπωθεί, ρυθμούς χωρίς σύνορα και χρώματα που δεν υπάκουαν σε καμία γνωστή παλέτα. Όλα αυτά ζωντάνευαν όταν ακουμπούσε απαλά το δοξάρι πάνω στο αγαπημένο του μουσικό όργανο, το βιολί. Εκεί, πάνω στις χορδές του, έβρισκε καταφύγιο και περιπέτεια μαζί.

    Read More
  • Loud Silence: «Ο χρόνος αποκτάει νόημα όταν αντιμετωπίζεται συνολικά. Αλλιώς μας τρώει...»

    Loud Silence: «Ο χρόνος αποκτάει νόημα όταν αντιμετωπίζεται συνολικά. Αλλιώς μας τρώει...»

    Συνέντευξη στον Χρήστο Κορναράκη 

    Αν κάτι διαπερνά το Filled With Nothing/Feeling like GOD από την πρώτη νότα, είναι η αίσθηση ότι τίποτα δεν στέκεται μόνο του. Πληρότητα και κενό, ένταση και σιωπή, κίνηση και παύση συνυπάρχουν χωρίς να αναιρούνται. Η μπάντα δεν επιχειρεί να εξηγήσει τις αντιφάσεις της εποχής, αλλά να τις κατοικήσει.

    Read More
  • 39 Clocks: Aντίσταση στην ομοιομορφία...

    39 Clocks: Aντίσταση στην ομοιομορφία...

    Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

    Το γερμανικό πειραματικό ντουέτο 39 Clocks εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970, κατακτώντας μια ξεχωριστή θέση στην post-punk και underground μουσική σκηνή της εποχής. Με οδηγό τον μινιμαλισμό των Velvet Underground, ο Christian Henjes, γνωστός ως C.H. 39, και ο Jürgen Gleue, γνωστός ως J.G. 39, άναψαν τις μηχανές των 39 Clocks στο Ανόβερο χρησιμοποιώντας ελάχιστα όργανα για τις υπνωτικές επαναλήψεις και μια avant-garde προσέγγιση στον ήχο. Η μουσική τους συχνά αντλούσε έμπνευση από το garage, την ψυχεδελική μουσική και το krautrock, διατηρώντας παράλληλα μια στεγνή ωμότητα που τους ξεχώριζε από τα πιο εμπορικά συγκροτήματα της εποχής. Μέχρι το 1979, είχαν ήδη αποκτήσει φήμη για τις αντισυμβατικές τους εμφανίσεις, παίζοντας συχνά σε ημίφως και εστιάζοντας περισσότερο στην ατμόσφαιρα παρά στο θέαμα.

    Read More
  • Little Willie John:  rhythm ‘n’ blues από τη «στενή»...

    Little Willie John: rhythm ‘n’ blues από τη «στενή»...

    Γράφει ο Θανάσης Μήνας 

    Ο σύντομος βίος του Little Willie John υπήρξε σχεδόν μυθιστορηματικός. Γεννημένος στο Κάλεντεϊλ του Άρκανσω τον Νοέμβριο του 1937, με το ονοματεπώνυμο William Edward John, ήταν ο μικρός αδελφός της τραγουδίστριας Mable John -από τις ελάχιστες που έγραψαν τόσο για την Tamla όσο και για τη Stax.

    Read More
  • The Man & His Failures - Survival Kit (Geheimnis Records, 2025)

    The Man & His Failures - Survival Kit (Geheimnis Records, 2025)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    Μια βουτιά στην αστική δυστοπία των The Man & His Failures, όπου κάθε σύνθεση ισορροπεί ανάμεσα σε industrial ρυθμούς, EBM ηλεκτρισμό και darkwave ατμόσφαιρα, αποκαλύπτοντας ένα concept  άλμπουμ που ζει, αναπνέει και απαιτεί πλήρη παρουσία.

    Read More
  • One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #10)

    One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #10)

    Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

    “Every revolution begins fighting demons. Motherfuckers just end up fighting themselves.”

    Η φράση ακούγεται σχεδόν κουρασμένα, χωρίς στόμφο. Και όμως, μέσα της χωρά ολόκληρο το One Battle After Another (2025). Ο Paul Thomas Anderson δεν ενδιαφέρεται για την αρχή της επανάστασης. Τον ενδιαφέρει η φθορά της. Το σημείο όπου η ιδέα έχει επιβιώσει, αλλά οι άνθρωποι όχι.

    Read More
  • Γιώργος Μικάλεφ:

    Γιώργος Μικάλεφ: "Γίνομαι ακραίος γιατί αφενός σιχαίνομαι τον καθωσπρεπισμό και αφετέρου είναι τόσο ακραία αυτά που ζούμε, που η πραγματικότητα ξεπερνάει την φαντασία..."

    Ο καλλιτέχνης Γιώργος Μικάλεφ συστήνεται στο Merlin's και απαντάει στις ερωτήσεις του Γιάννη Καστανάρα

    Γεννήθηκα στην Κέρκυρα και η καταγωγή μου είναι από τη Μάλτα. Εξ ου και το ξενικό επώνυμο. Μεγάλωσα στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο επεξεργασίας Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης. Ζωγράφιζα από μικρός όπως όλα τα παιδιά και απλά δεν σταμάτησα μεγαλώνοντας. Οι πρώτες μου επιρροές στη ζωγραφική δεν ήταν τόσο οι “Μεγάλοι Παλαιοί” ζωγράφοι όσο η punk μουσική. Αν αρκούν τρία ακόρντα για να ξεκινήσεις να παίζεις μουσική, τότε αρκεί ένα μολύβι και χαρτί για να ξεκινήσεις να ζωγραφίζεις. Ιδέες να κατεβάζει το κεφάλι σου και τον δρόμο σου τον βρίσκεις. Δίχως διαδίκτυο, καλλιτεχνικό περιβάλλον ή σπουδές, ήταν κάπως δύσκολο να αποκτήσω ανάλογη παιδεία. Έπαιρνα όποτε μπορούσα αυτούς τους τόμους με τους ζωγράφους που πήγαιναν πακέτο με τις εφημερίδες. Όταν έπεσε στα χέρια μου ένας τόμος με το ως τότε έργο του Εδουάρδου Σακαγιάν ήταν αποκάλυψη για μένα...

    Read More
  • Fuzz, Farfisa, ντέφι: Οι  Dionysians μιλούν για το

    Fuzz, Farfisa, ντέφι: Οι Dionysians μιλούν για το "Να Κάψουμε το Χθες", την ανάγκη για φυγή και τη "διονυσιακή" ενέργεια του ελληνικού garage rock...

    Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

    Δεν χρειάζονται κραυγές για να τραβήξεις την προσοχή όταν ο ήχος έχει λόγο ύπαρξης. Το Να Κάψουμε το Χθες των The Dionysians εμφανίζεται αθόρυβα, αλλά μένει - ένα ντεμπούτο που θυμίζει γιατί το ελληνικό garage rock έχει ακόμη σφυγμό, ιδρώτα και αλήθεια. Με fuzz κιθάρες, Farfisa σε πρώτο πλάνο και ελληνικό στίχο που μιλά χωρίς φίλτρα, η μπάντα χτίζει έναν κόσμο ζωντανό και ανεπεξέργαστο, σαν να γράφτηκε σε πραγματικό χρόνο, μέσα σε ένα δωμάτιο που βράζει από ένταση.

    Μίλησα για λογαριασμό του merlis.gr μαζί τους για τη γέννηση του project, τη συνειδητή ακατέργαστη παραγωγή, την ανάγκη να «καεί» το χθες και το γιατί, σε μια εποχή λείου indie ήχου, εκείνοι επιλέγουν να κρατήσουν τις κιθάρες μπροστά και την ενέργεια ωμή.

    Read More
  • 1
  • 2

The Dream Syndicate, 1982

«Θέλαμε να σύρουμε τη δεκαετία του '60 κλωτσώντας και ουρλιάζοντας στη δεκαετία του '80», εξηγεί η Susanna Hoffs των Bangles. «Και επειδή δεν ταιριάζαμε σε καμία από τις κατηγορίες που ήταν στη μόδα στο LA εκείνη την εποχή, συναντηθήκαμε γρήγορα».

Οι μπάντες δεν έμοιαζαν αναγκαστικά μεταξύ τους. Οι Dream Syndicate έφερναν περισσότερο στους Velvet Underground, οι Salvation Army –που έγιναν The Three O'Clock– ήταν πανκ και ψυχεδελικοί και οι φωνητικές αρμονίες των Bangles ξεσήκωναν τους Beatles, τους Byrds και τους The Mamas & The Papas.
Συνεχίζει η Susanna Hoffs: «Πριν σχηματίσει τους Rain Parade, ο David Roback και εγώ ήμασταν ζευγάρι κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στο Μπέρκλεϊ, όπου είχαμε φτιάξει ένα συγκρότημα, τους Unconscious. Είχα δει τους Sex Pistols και την Patti Smith στο Winterland και μου άρεσε επίσης η καλλιτεχνική σκηνή της Νέας Υόρκης και ο Nick Lowe και ο Elvis Costello, οπότε για εμάς, η δεκαετία του '60 πέρασε μέσα από το πανκ και το new wave».
«Το Paisley Underground ήταν μια σκηνή περισσότερο από ένας ήχος», λέει ο Steve Wynn των Dream Syndicate. «Δεν ταιριάζαμε με αυτό που συνέβαινε στο Λος Άντζελες. Είχαμε αρκετά κοινά μεταξύ μας και σχεδόν τίποτα κοινό με κανέναν άλλο. Και κανένας από εμάς δεν άκουγε τριγύρω αυτά που ήθελε να ακούσει, οπότε το κάναμε μόνοι μας. Ήταν μια πολύ συγκεκριμένη και ιδιαίτερη κίνηση και μια συναρπαστική στιγμή στο χρόνο, αλλά δεν ήταν σαν να κάναμε όλοι το ίδιο πράγμα. Πορευόμασταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις».

Το Paisley Underground δεν ήταν τοπικό, καλιφορνέζικο φαινόμενο. Σε άλλες Πολιτείες, από την Arizona έως την Georgia και από εκεί ως το New Jersey, αναρίθμητες μπάντες, από τους Green On Red έως τους True West, και από τους REM ως τους Feelies, από τους Fuzztones ως τους Plan 9, αναβίωναν τον ήχο του garage και τα ψυχεδελικά ‘60ς, με φίλτρο τις δικές τους εμπειρίες, που μοιραία περνούσαν μέσα από το punk. Κορυφαίο παράδειγμα οι Meat Puppets, που είχαν ως σημείο εκκίνησης το h/c των Black Flag, ώσπου απολήξουν στην country.

Ωστόσο, αν θέλουμε να θέσουμε δύο σημεία αναφοράς στην «Αναβίωση», στα άλμπουμ και στις μπάντες που ακολουθούν, αυτά θα είναι: οι Byrds και οι Velvet Underground.

1. The Feelies – Crazy Rhythms (Stiff, 1980)

Με δύο ντράμερ, εσωστρεφή σκηνική παρουσία και τεντωμένο ήχο, οι Feelies (από το New Jersey) δεν έμοιαζαν με κανέναν στην «αναβιωτική» σκηνή. Το ντεμπούτο τους εξακολουθεί να ακτινοβολεί με μια κιθάρα-να-παίζει-μια-νότα. Η ασυνήθιστη ένταση ατσαλώνεται στο “The Boy With the Perpetual Nervousness”, δομείται σταδιακά στο “Loveless Love”, μέχρι να ξεσπάσει στην έκρηξη του “Raised Eyebrows” και του εξάλεπτου, trance-jam ομότιτλου κομματιού. Η απρόβλεπτη εκδοχή του "Everybody's Got Something to Hide Except Me and My Monkey" είναι μια από τις κορυφαίες διασκευές στους Beatles που έχουν ηχογραφηθεί ποτέ. Η επανέκδοση του 1991 περιλαμβάνει ένα εφιαλτικό “Paint It Black”. Αν ο Woody Allen γύρισε τον Νευρικό Εραστή, τότε οι Feelies ηχογράφησαν το soundtrack του "Νευρωτικού Εραστή". (https://thefeelies.bandcamp.com/album/crazy-rhythms)

 

 

2. The Dream Syndicate – The Days of Wine and Roses (Ruby Records/Slash, 1982)

Ενώ οι συνoδοιπόροι τους (The Rain Parade, The Three O'Clock, Bangles, The Long Ryders) άκουγαν ξεκάθαρα Love, Byrds και Buffalo Springfield, τα σημεία αναφοράς των Dream Syndicate ήταν λιγότερο προφανή. Και αν ο ήχος τους σε έκανε να σκεφτείς κάποιον δίσκο από τη δεκαετία του '60, ήταν το “White Light/White Heat” των Velvet Underground – και ο Wynn λατρεύει τον Λευκό Θόρυβο του Don Delillo. Σε δεύτερο επίπεδο, το “Highway 61 Revisited” του Dylan και το Marquee Moon των Television – ο Wynn λατρεύει τις κιθάρες τον Tom Verlaine και του Richard Lloyd. Ήταν μια πειραματική, ηχητική επίθεση με κιθάρες στην τσίτα. Λιγότερα λουλούδια, περισσότερος θόρυβος. “Tell Me When It’s Over”, “That’s What You Always Say, “Halloween”, “When You Smile”… Με το φωνητικό στιλ α λα Lou Reed του Steve Wynn, τις παραμορφώσεις στην κιθάρα του Karl Precoda, το αφαιρετικό μπάσο της αινιγματικής Kendra Smith και το προωθητικό drumming του Dennis Duck, εκείνη την εποχή, οι Dream Syndicate ήταν περισσότερο συγχρονισμένοι με τους Sonic Youth παρά με οποιαδήποτε άλλη μπάντα που σχετίζεται με τη σκηνή από την οποία ξεπήδησαν. (https://thedreamsyndicate.bandcamp.com/album/the-days-of-wine-and-roses-expanded-edition)

 3. The Rain Parade – Emergency Third Rail Power Trip/ Explosions in the Glass Palace (Restless, 1983-1984)

Η μουσική των Rain Parade αιχμαλώτισε τις αναθυμιάσεις των ψυχεδελικών 60’ς, με ταραχώδεις κιθάρες, συμπαγείς ρυθμούς και απλά εφέ για να αφηγηθούν ιστορίες με σκοτεινές σκιές. Τα τραγούδια τους είναι εμποτισμένα με μια αίσθηση μυστηρίου. Το Emergency Third Rail Power Trip κυκλοφόρησε το 1983 και περιλαμβάνει εννέα τραγούδια. Μετά την αποχώρηση του David Roback, που σχημάτισε με την Kendra Smith τους Opal, το ΕΡ "Explosions in the Glass Palace" του 1984, εμβαθύνει περισσότερο στην ψυχεδελική εμπειρία του προκατόχου του. Το “Broken Horse” επεξεργάζεται στις κιθάρες τον Neil Young του “Everybody Knows This Is Nowhere”, ενώ το μυσταγωγικό ”No Easy Way Down” είναι απλώς το τέλειο ψυχεδελικό διαμάντι, σημείο συνάντησης του Syd Barrett με τους Kaleidoscope. (https://rainparade.bandcamp.com/album/explosions-in-the-glass-palace)

4. Green On Red – Gas, Food, Lodging (Enigma, 1985)


Το 1985 οι Green on Red απομακρύνθηκαν από την ακατέργαστη γκαράζ-ψυχεδέλεια των πρώτων δίσκων τους με την κυκλοφορία του  Gas Food Lodging. Μετατοπίστηκαν προς έναν πιο παλιομοδίτικο ροκάδικο ήχο, παρόμοιο με των Band, επηρεασμένο από την αμερικανική ενδοχώρα. Οι Doors, ο Dylan, οι Stones και Creedence θα μπορούσαν να ανιχνευθούν. Ωστόσο, η επιρροή που διαφαίνεται στον δίσκο, είναι αυτή του Neil Young. Τα φωνητικά του Dan Stewart, εν μέρει γρύλισμα, εν μέρει κραυγή και εν μέρει τρέλα, Billy The Kid Στο Δρόμο, απηχούν το συναίσθημα, ενώ οι κιθάρες του Chuck Prophet (το twang, το twist και το twirl) φορτίζουν την ατμόσφαιρα. Πέρα από τις μουσικές συγγένειες, δύο είναι τα σημεία αναφοράς: Τα Σταφύλια της Οργής του John Steinbeck και η μυθολογία των hobos του Jack Kerouac.

5. Giant Sand - Valley of Rain (Enigma Records, 1985)

Ηχογραφήθηκε για μόλις 400 δολάρια το 1983 και κυκλοφόρησε το 1985. Πλάι στον πολυσχιδή Howe Gelb (κιθάρες, φωνητικά), ο Scott Garber στο μπάσο και οι ντράμερ Winston Watson και Tommy Larkins (που έπαιξαν σε τρία από τα τραγούδια). Ο στεγνός, σκονισμένος ήχος, που έγινε σήμα κατατεθέν του Howe Gelb, αναδεικνύεται στο ντεμπούτο άλμπουμ των Giant Sand: ακούγονται σαν τα περίεργα ξαδέρφια των Green Οn Red. Το Valley of Rain είναι πιο αιχμηρό τις επόμενες κυκλοφορίες τους (με εξαίρεση το Love Songs του 1988), αν και η αίσθηση του λυρικού περιπλανώμενου Gelb γίνεται και εδώ πολύ εμφανής, ακόμα και όταν οι κιθάρες στριγγλίζουν και τα ντραμς ραγίζουν. Οι ελαφρώς στρεβλωμένες country επιρροές του συγκροτήματος αναδύονται εξίσου - ίσως επειδή ο Gelb και οι φίλοι του ηχογραφούσαν ένα άλμπουμ με το σχήμα των Blacky Ranchette περίπου την ίδια εποχή. Τα "Tumble and Tear", "Down on Town”, "Death, Dying and Channel 5" ροκάρουν, το ομώνυμο είναι full desert, ενώ τα πιο πειραματικά "Artists" και "October, Anywhere" δίνουν μια ιδέα για το πού θα πήγαιναν οι Giant Sand στο μέλλον. (https://giantsandmusic.bandcamp.com/album/valley-of-rain)

6. Meat Puppets - Meat Puppets II (SST, 1984)

Η μουσική των Meat Puppets πέτυχε το υψηλότερο επίπεδο προβολής, όταν οι Nirvana διασκεύασαν αξέχαστα τρία από τα τραγούδια τους στο Unplugged του MTV το 1993. Όμως, το πιο επιδραστικό άλμπουμ τους κυκλοφόρησε σχεδόν μια δεκαετία νωρίτερα. Με τον μπασίστα Cris Kirkwood και τον αδελφό του Curt Kirwood στα φωνητικά, το Meat Puppets II σηματοδότησε μια δραστική απομάκρυνση από τον παλαιότερο ήχο του συγκροτήματος καθώς είχαν κουραστεί από τη σκληροπυρηνική πανκ προσέγγιση στο ομώνυμο ντεμπούτο τους. Η μουσική τους αλλαγή σε αυτόν τον δεύτερο δίσκο τους άμβλυνε τα άκρα της πανκ ευαισθησίας τους και του εμφύσησε μια country χροιά, προετοιμάζοντας το έδαφος για το grunge. Το σαρδόνιο "Lake of Fire", το ψυχεδελικό, ορχηστρικό "Magic Toy Missing" και το αφηγηματικά αιφνίδιο "Plateau, συνιστούν κοινούς τόπους για το punk και την country. (https://meatpuppets.bandcamp.com/album/meat-puppets-ii)

7. REM – Murmour (I.R.S, 1983)

Οι REM ήταν αναμφίβολα ένα από τα πρώτα αμερικανικά συγκροτήματα που ανέβασαν το underground στο mainstream. Σε μια εποχή που η δημοφιλής μουσική φαινόταν προορισμένη να είναι γεμάτη λαμπερή και συνθετική παραγωγή, προσπάθησαν να προσφέρουν ένα ακουστικό αντίδοτο. Με τον Mitch Easter, μαζί με τον φίλο και συμπαραγωγό του Don Dixon, ο οποίος είχε δουλέψει στο προηγούμενο EP τους “Chronic Town”, πίσω από την κονσόλα του ήχου, οι REM βάλθηκαν να ξεπεράσουν τους δασκάλους τους: τους Byrds. Η ρυθμική κιθάρα του Peter Buck είναι απογυμνωμένη από κλισέ και συμβάσεις, συνυφασμένη με τις μελωδικές βασικές μπασογραμμές του Mike Mills και πλαισιώνεται από τον απλό τονισμό του Bill Berry στα τύμπανα. Αυτή η ατμόσφαιρα τονίστηκε από τα διονυσιακά φωνητικά του Michael Stipe. Οι στίχοι των τραγουδιών είναι συχνά ανεξήγητοι, ωστόσο το μοναδικό του ύφος καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή του ακροατή στις κατάλληλες στιγμές, όπως αποδεικνύεται στo καταληκτικό επιφώνημα του “Catapult”. Ένα, χαμηλού προϋπολογισμού, lo-fi αριστούργημα. (https://www.youtube.com/watch?v=9BRS_rXJUpE&list=PLiGi2vh90YNl3PyZdzETJu5a5VFdJ8WJ6)


8. Opal - Happy Nightmare Baby (SST, 1987)

Σχηματισμένοι από τις στάχτες των Dream Syndicate και των Rain Parade, ο κιθαρίστας David Roback και η τραγουδίστρια Kendra Smith έφεραν τo Paisley Underground στον κατάλογο της punk ετικέτας SST και κατάφεραν να προσφέρουν ένα από τα καλύτερα δείγματα σκοτεινού ψυχεδελικού rock, στα χνάρια των Doors, των πρώιμων Floyd και του Marc Bolan. Το άλμπουμ εισάγει το "Rocket Machine" των T-Rex, με συμπιεσμένους στροβιλισμούς στις χορδές της κιθάρας, που προαναγγέλλουν το σαρωτικό "She's a Diamond". Στα “Magick Power" και "Siamese Trap", το όργανο ακούγεται σαν μάντρα του Ray Manzarek τίγκα στο echo. Σε σημεία τα παιξίματα είναι free-jazz, η πιο σωστά, free jazz φιλτραρισμένη από τους Can, τους οποίους θα τιμήσει η Kendra Smith στο πρώτο της σόλο άλμπουμ. Το Happy Nightmare Baby κυκλοφόρησε στις αρχές του 1987. Μετά από δώδεκα μήνες, η Kendra αποχώρησε από την μπάντα. Πριν φύγει, έδωσε στον David Roback το demo μιας μπάντας που ονομαζόταν Going Home. Στα φωνητικά ήταν η Hope Sandoval. Μαζί της, ο Roback θα σχημάτιζε τους Mazzy Star. (https://www.youtube.com/watch?v=D_pchqvd8Y4)

9. Mazzy Star – She Hangs Brightly (Rough Trade, 1990)

Το ντεμπούτο των Mazzy Star εκκινεί από εκεί που σταμάτησε το Happy Nightmare Baby των Opal. ανταλλάσσοντας τα βαριά φωνητικά της Kendra Smith με την πιο γλυκόπικρη ερμηνεία της Hope Sandoval. Το εισαγωγικό, ονειρικό "Halah", το γκαραζιέρικο "Blue Flower" και το ντεζερτάδικο “Ghost On The Highway”, που κλείνει το μάτι στους Cun Glub, είναι κομμάτια ανθολογίας∙ και συνιστούν σοβαρούς λόγους για να ερωτευθεί κάποιος διά παντός την Hope Sandoval. (https://www.youtube.com/watch?v=vHGHcvJDpaA&list=PLI6kLIhBBwmTBALRhEYKx766G82dZ0lbK)

10. Thin White Rope – Moonhead (Frontier, 1987)

Το δεύτερο άλμπουμ των Thin White Rope είναι το αριστούργημα του χάους του paisley underground∙ ένα άλμπουμ που μοιάζει με τον Neil Young και τους Crazy Horse, αν έπαιζαν κομμάτια από το Unknown Pleasures των Joy Division. Ανάμεσα στα 14 τραγούδια, περιλαμβάνεται μια συγκλονιστική διασκευή του κλασικού μπλουζ του Jimmy Reed "Ain't That Lovin' You Baby". Όλα όμως είναι τόσο τεταμένα που ακούγονται σαν να μπορούν να εκραγούν ανά πάσα στιγμή: το ομώνυμο που θυμίζει Beefheart σε φρενίτιδα, το "Crawl Piss Freeze", το πιο επικό "Take It Home”. Τα τραγούδια ξεκινούν βασικά από το ίδιο σημείο - οι διπλές κιθάρες σε σταθερούς παλμούς, σχεδόν Krautrock, με σφύζουσες, ελάχιστες γραμμές μπάσου του Stephen Tesluk - αλλά οι στίχοι και τα φωνητικά του Guy Kyser κυμαίνονται από βασανισμένους θρήνους μέχρι το νευρικό χιούμορ. (https://www.youtube.com/watch?v=EO0tffO-p2w)

11. The Long Ryders - Native Sons (Frontier, 1984)

Το ντεμπούτο EP των Long Ryders αποκάλυψε την αγάπη της μπάντας για τους ήχους της δεκαετίας του 1960 και ειδικά για την underground σκηνή του Λος Άντζελες∙ ειδικότερα για τους Byrds. Η πρώτη τους ολοκληρωμένη προσπάθεια, το Native Sons, φιλτράρει τα ψυχεδελικά 60ς μέσα από την country και folk-rock φόρμουλα. Παραγωγή του Henry Lewy (ο οποίος ήταν στα χειριστήρια για τα δύο πρώτα άλμπουμ των Flying Burrito Brothers), με guest στα φωνητικά από τον αδικοχαμένο, πρώην Byrd, Gene Clark στο "Ivory Tower" και με ένα εξώφυλλο που αντιγράφει το “Stampede” των Buffalo Springfield , το “Native Sons” βάζει μια country τρικλοποδιά στην νεοψυχεδελική αναβίωση. Οι Long Ryders δεν είχαν φόβο να απολαύσουν τις επιρροές τους και να τιμήσουν τους ήρωές τους, σε τραγούδια όπως τα "I Had a Dream", "Too Close to the Light" και "Wreck of the 809", "Run Dusty Run", "Never Got to Meet the Mom" και στη διασκευή του "Sweet Mental Revenge" του Mel Tillis. Οι κιθάρες του Sid Griffin και του Stephen McCarthy κλαίνε ένδοξα, ο μπασίστας Tom Stevens και ο ντράμερ Greg Sowders επενδύουν αυτά τα κομμάτια με άφθονο δυναμισμό και οι αρμονίες είναι υπέροχες. Πώς, διάολε, να μην αγαπήσεις μια μπάντα που έχει πάρει το όνομά της από το ομώνυμο γουέστερν του Walter Hill (στα ελληνικά, Οι Καβαλάρηδες με τη Μεγάλη Σκιά, 1979); Με τους αδελφούς Keach στους ρόλους του Frank και του Jesse James και με τους αδελφούς Carradine στους ρόλους της οικογένειας Younger – «O Cole Younger είναι ο ρόλος της ζωής του David», γράφει ο Tarantino. (https://thelongryders.bandcamp.com/album/native-sons-deluxe-reissue)

12. The Three O'Clock - Sixteen Tambourines (Frontier, 1983)

Στο ίδιο επίπεδο με τις καλύτερες δουλειές των Rain Parade. Η υψίφωνη του Michael Quercio δίνει στον ήχο της μπάντας μια νεανική, αγγελική, Morrison-ική χροιά. Όμοια με του Doors, εξαιρώντας το “LA Woman”, το πρώτο άλμπουμ των The Three O'Clock είναι και το καλύτερό τους - σε συνδυασμό με το λίγο προγενέστερο EP “Baroque Hoedown”. Κομμάτια όπως το "When Lightning Starts" είναι ακαταμάχητα, όμοια με το “Break On Through”. (https://thethreeoclock.bandcamp.com/album/sixteen-tambourines-remastered-edition)

13. The Green Pajamas - Summer of Lust (Green Monkey Records, 1984)

Υπάρχει μια διαχρονική, flower-pop ποιότητα στα τραγούδια των Green Pajamas, που γράφτηκαν από τον ταλαντούχο Jeff Kelly και τον Joe Ross. H lo-fo αισθητική τους, ταξιδεύει με ινδικά σιτάρ Eight Miles High. Στην πραγματικότητα, η ευμετάβλητη φύση του ήχου τους ενισχύει τον αντίκτυπό τους. (https://greenpajamas.bandcamp.com/album/summer-of-lust)

14. Rainy Day - Rainy Day ( Llama Records, 1984)

Το Rainy Day αποτελείται από διασκευές τραγουδιών που ερμήνευαν διάφοροι μουσικοί του Paisley Underground. Αυτή η χαλαρή συλλογικότητα συγκροτήθηκε από τον David Roback (Rain Parade, Opal Mazzy Star). Άλλοι συμμετέχοντες ήταν οι Stephen Roback, Matthew Piucci, Will Glenn, σύντροφοι του Roback στους Rain Parade, καθώς και μέλη των ελάχιστα γνωστών τότε Bangles (Susanna Hoffs και Vicki Peterson), των Dream Syndicate (Kendra Smith, Dennis Duck, Karl Precoda) και των The Three O'Clock (Michael Quercio). Τα τραγούδια που επιλέχθηκαν έδειχναν τις επιρροές που μοιράζονταν γενικά τα συγκροτήματα: Velvet Underground (“I'll Be Your Mirror”), Big Star (“Holocaust”), Buffalo Springfield (“Flying on the Ground is Wrong”), The Who (“Soon Be Home”), Jimi Hendrix (“Rainy Day, Dream Away”) – απ’ όπου και το όνομα της μπάντας. Η ανάγνωση στο παραδοσιακό “John Riley” παίζει στα ίσια την ασυναγώνιστη των Byrds. (https://www.youtube.com/watch?v=ui2VjVqgM_U)

15. True West – Drifters (PVC/Passport, 1984)

Προερχόμενοι από το Davis της Καλιφόρνιας, οι True West έπαιξαν από την αρχή τα ρέστα τους στην έρημο Mojave. Βασικά μέλη οι Russ Tolman (κιθάρα, φωνή) και Gavin Blair (μπάσο), που συμμετείχαν προηγουμένως με τους Steve Wynn και Kendra Smith στο πλήρωμα των Suspects. Οι Suspects κυκλοφόρησαν ένα 45, το "Talking Loud"/"It's Up to You" το '79. Όταν η Smith και ο Wynn αυτομόλησαν στο LA, γεννήθηκαν οι True West. Το πρώτο 45άρι του συγκροτήματος ήταν η αυτο-κυκλοφορία του '82, "Lucifer Sam"/"Mas Reficul", με την Α πλευρά του δίσκου να είναι μια στιβαρή επεξεργασία του ύμνου των Floyd της εποχής Barrett. Ακολούθησε ένα EP με πέντε τραγούδια, το οποίο τελικά έγινε μέρος του άλμπουμ Hollywood Holiday, με οκτώ τραγούδια , που κυκλοφόρησε το '83 από τη γαλλική ανεξάρτητη New Rose. Το Drifters κυκλοφόρησε το '84 στην ετικέτα του PVC. Το εναρκτήριο "Look Around", με τις διαδοχές στις καθαριστικές πανδαισίες, παραπέμπει σε Television που διασκευάζουν Velvets. Στο "At Night They Speak", μια υπέροχη κίνηση μεσαίου ρυθμού, με τον αυξανόμενο συναισθηματισμό να συνδυάζεται με την υπέροχη αλληλεπίδραση της κιθάρας καθώς τα τύμπανα χτυπούν και γίνονται πιο εκφραστικά. Το "Speak Easy" είναι σπονδή στους Kinks και στον Joe StrummerΤο "Shot You Down" είναι κιθαριστική ποπ της δεκαετίας του '80, ενώ το "What About You" βρίσκει τον Tolman να εξερευνά έξυπνα τις μανιέρες του Verlaine. Απομένει το "And Then the Rain": ψυχεδελική βροχή Velvet-τικού ερωτισμού. (https://www.youtube.com/watch?v=IJAWWpIz6Ro)

16. The Salvation Army - The Salvation Army (Frontier, 1982)

Ο Michael Quercio είναι ο αφανής ήρωας της ιστορίας μας. Ανάμεσα στην πρώιμη θητεία του στους Dream Syndicate και στη δημιουργία των Three O'Clock, σχημάτισε τους Salvation Army. Ο θρύλος λέει ότι η underground ψυχεδελική σκηνή του LA ονομάστηκε “Paisley” επειδή ο Quercio φορούσε φανατικά πουκάμισα με λαχούρι. Ενώ τραγούδια όπως το "The Seventeen Forever" και "Grimly Forming" έχουν τον ρυθμό του punk του L.A., τα "She Turns to Flowers", "Going Home" και "Happen Happened" αφήνονται σε έναν κοσμοδρόμιο πιο ονειροπόλο, με τους στίχους να επικαλούνται τον William Blake και τις κιθάρες να στροβιλίζουν στις «Πύλες της Αντίληψης». Αντίστοιχα οι στίχοι και τα φωνητικά στο "While Were in Your Room Talking to Your Wall" προοικονομούν τον Greg Dulli και τους Afghan Whigs. (https://www.youtube.com/watch?v=Qzyu_Q0YgPk)

17. Concrete Blonde- Concrete Blonde (I.R.S, 1987)

Οι Concrete Blonde ξεπήδησαν από το κύκλωμα post-punk του Λος Άντζελες που ανέδειξε συγκροτήματα όπως οι X, οι Wall of Voodoo και ο Go-Go's. Μόλις το 1987 ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ. Το συγκρότημα ιδρύθηκε από την τραγουδίστρια/μπασίστρια Johnette Napolitano και τον κιθαρίστα Jim Mankey, οι οποίοι αρχικά αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Dream 6 και κυκλοφόρησαν ένα EP. Άλλαξαν το όνομά τους σε Concrete Blonde μετά από πρόταση του Michael Stipe. Την ίδια εποχή, η Johnette Napolitano είχε σύντροφο τον Steve Wynn. Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ των Concrete Blonde αναδύει την επιρροή των πρώιμων Pretenders, είναι όμως πιο ακατέργαστο, και πιο κοντά στην παράδοση των Doors, των Electric Prunes και των Stooges. Σε τραγούδια όπως το "Still in Hollywood", το "Your Haunted Head" και το "Over Your Shoulder" πατάνε το γκάζι για τα σύνορα με το Μεξικό. Λίγα χρόνια μετά, η Johnette Napolitano θα το αποθεώσει στο Mexican Moon. (https://www.youtube.com/watch?v=HihLXOXtRk0&list=PLyIhNZsfiY8Qfu7Fw2qPz8L84ocZgZFjm)

18. Absolute Grey - Green House (Earring Records, 1982)


Δημιουργήθηκαν στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης τον Σεπτέμβριο του 1983. Έκαναν όνομα παίζοντας σε τοπικά κλαμπ όπως το Schatzee's, το Scorgies και το Snake Sister's Cafe. Η επιμονή του γκρουπ σε έναν ανανεωμένο ψυχεδελικό ήχο τράβηξε την προσοχή των ακροατών που συνέκριναν το συγκρότημα με τους RΕΜ, τους Dream Syndicate και τους Rain Parade, ή ακόμα και με τους Jefferson Airplane. Το 1984 οι Absolute Grey κυκλοφόρησαν μια κασέτα έξι τραγουδιών και αργότερα, την ίδια χρονιά, ηχογράφησαν το πρώτο τους πλήρες άλμπουμ, το Green House. Έξι κομμάτια στο στούντιο και δύο live. Η διασκευή στο "Beginning to See the Light" των Velvet Underground, ορίζει την προσέγγιση του κουαρτέτου στην garage-pop. Τη μελωδία κανοναρχούν τα τύμπανα του ρέκτη της σκηνής, Pat Thomas, και του κιθαρίστα Matt Kitchen, που αρπίζει στο ύφος του Peter Buck. Στο πιο πυκνό, πιο σκοτεινό “What Remains, η φωνή της Beth Brown ανασαίνει ίσαμε αυτή της Grace Slick. Στα "Closer Apart", "Sylvia" και "Abandon Waltz" μοιράζεται μικρές περιπέτειες στην ψυχή της. (https://absolutegrey.bandcamp.com/album/greenhouse-live-bonus-tracks)

19. Naked Prey - Under the Blue Marlin (Mar, 1986)

Ο τραγουδιστής-κιθαρίστας Van Christian, πρώην ντράμερ των Green On Red και ο κιθαρίστας David K. Seger, στο παρελθόν στους Giant Sandworms με τους Howe Gelb και Rainer Ptacek, φόρμαραν τους Naked Prey το 1982. Σκληρές κιθάρες σε ένα ηλιόλουστο τοπίο. Το ντεμπούτο τους mini-LP είχε στην παραγωγή τον Dan Stuart, αλλά στο πρώτο άλμπουμ, έπαιξαν τα ρέστα τους στον κιθαρίστα των Dream Syndicate, Paul B. Cutler (που έχει κάνει παραγωγές και στους Last Drive). Στο “Under The Blue Marlin” το rock είναι τραχύ σε κομμάτια όπως το “The Ride”, το “Dirt” (των Stooges), το “Rawhead” και το “Voodoo Godhead”. Ωστόσο, όταν το τέμπο επιβραδύνεται λίγο υπό την επίδραση της ζέστης της ερήμου, τα “Train Whistle”, “How I Felt That Day” και “Come On Down” σε σέρνουν άνυδρο στην έρημο της Αριζόνα. Αν κάνουμε αναγωγές, στον ήχο του, είναι πολύ κοντινό στο “Electric Poison” των Villa 21. (https://frontierrecords-nakedprey.bandcamp.com/album/under-the-blue-marlin)

20. The Jet Black Berries - Sundown On Venus (Enigma, 1985)

Το Sundown on Venus είναι ένα ασυνήθιστο concept άλμπουμ που σχεδόν ολοκληρώνει μια προσπάθεια συγχώνευσης δύο γνωστών πολιτιστικών ιδιωμάτων: επιστημονική φαντασία και γουέστερν. Η μουσική απηχεί καλιφορνέζικη νεοψυχεδέλεια (Green on Red, Dream Syndicate) όμως χρωματίζεται από αμυδρά synth που παράγουν θορύβους, καθώς και από μια trash rockabilly αισθητική που παραπέμπει στους Cramps. Το εναρκτήριο κομμάτι "Bad Hombre" ακούγεται όμοια με μουσική από σπαγκέτι γουέστερν, το ομότιτλο κομμάτι παίζει σε sci-fi Β movies, ενώ το "Ring of Steel" προσθέτει μια στοιχειωμένη αντίστιξη. Η διασκευή στο "Shakin' All Over" θα έκανε τον Johnny Kid να ξαναγίνει Πειρατής, όμως, και πάλι, όλα τα λεφτά είναι το “Shadowdrive”: ενόρμηση κινδύνου στα πιο σκοτεινά ηχοτόπια των Velvets. (https://thejetblackberries.bandcamp.com/album/sundown-on-venus)

 
21. Kendra Smith - The Guild of Temporal Adventurers (Fiasco, 1992)

Η Kendra Smith επανεμφανίστηκε μετά τη διάλυση των Opal με αυτή τη συναρπαστική ηχογράφηση, που καταγράφηκε σε συνδυασμό με τον Jonah Corey και τον A. Philip Uberman. Aν και το The Guild of Temporal Adventurers δεν ξεφεύγει από το σήμα κατατεθέν νεο-ψυχεδελικό ήχο των προηγούμενων εγγραφών της με τους Dream Syndicate, τους Rainy Day ή τους Opal, η οριενταλιστική απορρόφηση ήχων και το συνολικό ύφος του δίσκου, του προσδίδει μια βαθιά, στοχαστική ποιότητα προσαρμοσμένη στη ζεστασιά και την απλότητα κομματιών όπως το "Stars Are in Your Eyes” και “Wheel of the Law”. Τη διασκευή στο “She Brings The Rain” των Can θα τη ζήλευαν η Nico και ο John Cale. (https://www.youtube.com/watch?v=z-qv5HBj8Ns)

22. Lord John - Six Days Of Sound (Bomp!, 1986)

Κυκλοφόρησε το 1986 από την εταιρεία Bomp! του μάγιστρου της ψυχεδέλειας, Greg Shaw – και στα καθ’ ημάς, σε κοπή σε βινύλιο, από την Hitch-Hyke του Αιμίλιου Κατσούρη. Οι Lord John σχηματίστηκαν στο New Jersey, το 1983. Τα μέλη τους: Tom Gibson (φωνητικά, κιθάρα), Ray Normandy (lead κιθάρα, φωνητικά), John Figlar (τύμπανα),Tom Stanton (μπάσο). Αναβιωτές κι αυτοί των ψυχεδελικών 60’ς, όμως αυτό που τους ξεχώριζε από το paisley sound ή από τα παιδιά των Velvets, ήταν το γεγονός ότι οι Lord John έδειχναν να προτιμούν τη βρετανική ψυχεδέλεια. Το πρώτο άλμπουμ των Floyd αποτελεί τη βασική αναφορά τους, όμως επεκτείνονται ως τους Family, τους Fairport Convention και τους Soft Machine. Και προεικάζουν τους The Brian Jonestown Massacre, που θα εμφανιστούν λίγο μετά, πάλι στην Bomp! του Greg Shaw. (https://www.youtube.com/watch?v=Pa56tlQ0jtg

23. Game Theory - Real Nighttime (Enigma, 1985)

Μετά από το “Blaze of Glory” του 1982 και το LP Dead Center του 1984 -- αλλά ήταν ο πρώτος δίσκος που εκπλήρωσε πραγματικά τις ιδέες και τις φιλοδοξίες του Scott Miller. Με το “Real Nighttime”, με τον Mitch Easter, στην παραγωγή το “Real Nighttime” περιέχει κυρίως το πιο συνεκτικό σύνολο τραγουδιών που είχε γράψει ο Miller: από τη ρομαντική ευδαιμονία ("24") στην ψυχή- η συντριπτική απογοήτευση ("I Turned Her Away") παίζει σαν την indie pop απάντηση στο “Pet Sounds”. H διασκευή τους στο "You Can't Have Me" του Alex Chilton, οι κιθάρες και τα ντραμς του "Friend of the Family" και η αλληλεπίδραση του fuzztone και της Farfisa στο "Rayon Drive", χρωματίζουν νέους τρόπους, καθώς οι πιο επιθετικοί αριθμοί σαλάγιαζαν σε κομμάτια όπως το "If and When It Falls Apart" και "I Mean It This Time". (https://www.youtube.com/watch?v=175qR89tCwU&list=PLD7zyLFdjPHvnJot_JC3RxYHBLUrw2EhS)

24. Flying Color - Flying Color (Frontier Records, 1987)

Οι Flying Color βασίστηκαν στον ήχο του Σαν Φρανσίσκο, στους Jefferson Airplane και στους Quicksliver Messenger Service. Έκαναν το ντεμπούτο τους (και άνοιξαν το άλμπουμ) με το single "Dear Friend", που ανοίγει διάλογο με το "A Million Miles Away" των Plimsouls. Ωστόσο μεσαίου ρυθμού μελωδίες, με υψηλές αρμονίες, κανοναρχούν το πλατό -- "It Doesn't Matter" και "Farewell Song" είναι μόνο μερικά καταπληκτικά παραδείγματα -- περιστασιακά αυξάνουν την ενέργεια και χαλαρώνουν, όπως στο ξεσηκωτικό "Believe, Believe", θυμίζοντας μερικά από τα έργα των Guadalcanal Diary. Το "Through Different Eyes" ανακλά αποχρώσεις Teenage Fanclub. (https://www.youtube.com/watch?v=dLDkr2YPvvw&list=PLwEkbVL-vNmkQ4CmXHoxWdU36CnR-RpCP)

24. The Guadalcanal Diary - Walking in the Shadow of the Big Man (Elektra, 1984)

Συνοδοιπόροι των R.E.M. και των οι B-52, οι Guadalcanal Diary εμφανίστηκαν στη σκηνή της Αθήνας της Γεωργίας. Το "Trail of Tears", ένας στοιχειωτικός αντιπολεμικός αριθμός, το "Fire from Heaven" είναι πιο up-tempo, έντονο και δυναμικό, ενώ το "Sleepers Awake" είναι ένα δυσοίωνο τραγούδι που ξεδιπλώνεται αργά. Το "Ghost on the Road" είναι πρωτίστως ένα γρήγορο country-punk στα χνάρια των R.E.M του. Το "Gilbert Takes the Wheel" και το ομότιτλο κομμάτι είναι τρομερά οργανικά, το πρώτο γρήγορα ροκάδικο, το δεύτερο αργόρυθμο, και ψυχεδελικό. Στο "Pillow Talk" οι αρμονίες προσεγγίζουν τους Everly Brothers. (https://www.youtube.com/watch?v=sB0mlQn3RFk&list=PLyIhNZsfiY8RZdp823pe3OVG2RAKCAqly)


25. The Replacements – Let It Be (Twin/Tone, 1984)

Μαζί με τους Teenage FanClub, οι διάδοχοι των Big Star. Οι Replacements ξεκίνησαν την καριέρα τους ως πανκ ροκ συγκρότημα αλλά σταδιακά εξελίχθηκαν πέρα από τον απλό σκληροπυρηνικό ήχο των αρχικών άλμπουμ όπως το “Stink”. Ο βασικός τους συνθέτης, ο Paul Westerberg, «ο Paul Auster της indie-americana», παρουσίασε θέματα αυτοσυνείδησης και απόρριψης, όπως αισθάνονται οι δύστροποι νέοι, και ασχολούνται με θέματα όπως το χάσμα των γενεών στο "Unsatisfied", η ανεξέλεγκτη διέγερση στο "Gary's Got a Boner" και η ανίχνευση της νεανικής σεξουαλικότητας στο "Sixteen Blue". Το θέμα της ενηλικίωσης που θέτει το άλμπουμ, σε post-punk πλαίσιο, ευθυγραμμίζεται με τον Φύλακα στη Σίκαλη. (https://www.youtube.com/watch?v=YtkNTf4M2ak)


26. Violent Femmes - Violent Femmes (Slash/Reprise, 1983)

Τα κομμάτια του τρίο από το Milwaukee δεν επινόησαν τον όρο «folk-punk» και ίσως να μην ήταν οι πρώτοι που τον έπαιξαν. Αλλά μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1983, αυτοί οι πρώην μουσικοί του δρόμου το κατέστησαν αποδεκτό. Τα ανήσυχα τραγούδια του Gordon Gano, τα περισσότερα που γράφτηκαν πριν κλείσει τα 19 του, αποτυπώνουν το άγχος και την απογοήτευση εκείνης της μεταβατικής περιόδου. “Kiss Off”,"Gone Daddy Gone", "Blister in the Sun, αβεβαιότητα για τη ζωή - ιδιαίτερα για το σεξ. (https://violentfemmes.bandcamp.com/album/violent-femmes-deluxe-edition)

27. The Bangles - All Over the Place (Columbia, 1984)

Ενώ οι Bangles αργότερα θα υιοθέτησαν ένα φιλικό προς το ραδιόφωνο στυλ ποπ παραγωγής (και θα απολάμβαναν εμπορική επιτυχία), το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ, το All Over the Place αγκαλιάζει πιο ανοιχτά το folk-rock και το garage rock – αλλά και τους Simon & Garfunkel. Η βασική κιθάρα της Vicki Peterson και οι υπέροχες αρμονίες της Susanna Hoffs οδηγούν αυτά τα 11 τραγούδια. Tο "Dover Beach" ή το α λά Byrds "Tell Me", το "Live" των Merry-Go-Round ή τη διασκευή στο "Going Down to Liverpool" των παραγνωρισμένων Katrina and the Waves. (https://www.youtube.com/watch?v=l2YW_e_rSMw&list=PLAHcbT-TYYjf0_vIPF9oJf_XbjE-3a_mZ)

28. Plasticland - Wonder Wonderful Wonderland (Enigma Records, 1986)

Αν οι Beatles του “Revolver” είχαν μπροστάρη τον Syd Barrett. Tο δεύτερο LP των Plasticland εισάγει αργόσυρτα το "No Shine For The Shoes", συνεχίζει το λυσεργικό "Gloria Knight", ώσπου να αποθεωθεί το ψυχεδελικό ντελίριο στα "Fairytale Hysteria", "The Gingerbread House, "Flower Scene" και “Non-Stop Kitchen". (https://www.youtube.com/watch?v=Cs9wUHv_bQc&list=PLsoWrOhsRLj40jTfC7sc803X3gD3Z1P-y)

29. The Fuzztones - Lysergic Emanations (ABC, 1985)

Πάνω στη σοφίτα με τις νυχτερίδες, τους ιστούς αράχνης και τα ανατριχιαστικά φαντάσματα, καραδοκούν οι Fuzztones. Το βράδυ θα σε ταλανίσουν με εφιάλτες, με τον ήχο του οργάνου και με voxx κιθάρες που στροβιλίζονται στο δυναμό της νύχτας. Αν σταματήσεις να χτυπάς τα δόντια σου κρυμμένος κάτω από την κουβέρτα, φοβισμένος και πραγματικά να ακούς αυτό που ακούς, μπορεί να αναγνωρίσεις τους Sonics ("Strychnine" και "Cinderella"), τους Haunted ("1- 2-5") και το στυλ των Yardbirds στη διασκευή στον Sonny Boy Williamson ("Highway 69"). Μυσταγωγοί ο Rudi Protrudi και η Deb O'Nair. (https://thefuzztones1.bandcamp.com/album/lysergic-emanations)

30. Plan 9 – Dealing With The Dead (Midnight Records, 1983)

Οι Plan 9 σύχναζαν στο paisley από τις αρχές της δεκαετίας του '80. Πρώτη έκδοση στις 7 ίντσες το "Five Years Ahead of My Time" των Third Bardo, σε μια εκτέλεση 7 λεπτών. Το Dealing With the Dead είναι η καλύτερη ολοκληρωμένη δουλειά τους. Περιλαμβάνει το συγκρότημα με την οριστική του σύνθεση, με πέντε κιθάρες – άλλη μια προανάκρουση των The Brian Jonestown Massacre. Τα φωνητικά του Eric Stumpo και του δεύτερου κιθαρίστα Mike Ripa, καλύπτουν το fuzz. Τα κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι το “Beg for love", με την ακαταμάχητη farfisa, το ”I Like Girls", το "B-3-11" και το"Dealing With the Dead", το οποίο ανοίγει με ένα ανατριχιαστικό ποίημα του Kenne Highland με το reverb της κιθάρας στο φουλ. (https://www.youtube.com/watch?v=d4RfmP_qYr8)

31. The Chesterfield Kings - Don't Open Til Doomsday (Mirror Records, 1985)

Δημιουργήθηκαν το 1978 από τον συλλέκτη δίσκων στα βόρεια της Νέας Υόρκης, Greg Prevost. Oι Chesterfield Kings δικαίως πιστώθηκαν τη σπίθα που πυροδότησε την αναβίωση του garage-punk στις αρχές της δεκαετίας του '80. Αλλά αντί να επωφεληθεί από την τάση, σε μια συγκλονιστική σειρά κινήσεων, το γκρουπ μεταλλάχθηκε στη folk-pop, μετά στο punk-glam της δεκαετίας του '70 και μετά στο delta-blues.  Σε αυτό το, τρίτο τους άλμπουμ οι Chesterfield Kings, έχουν βαρεθεί το γκαράζ. Αν και οι προγενέστεροι δίσκοι τους, όπως το Stop, περιέχουν ύμνους που θα συγκλόνιζαν τους Seeds, όπως το “She Told Me Lies”, εδώ ανατρέχουν στους Stones του Beggars Banquet και του Let It Bleed. (https://www.youtube.com/watch?v=EvSMwVNRH3g&list=PLnpvASN8gYweSIGqAhLyP86Xhn1ArBqtq)

32. 28th Day - 28th Day (Enigma, 1984)

Με έδρα το Chico της Καλιφόρνια, οι 28th Day θα γίνουν τελικά πιο γνωστοί ως το πρώτο συγκρότημα της Barbara Manning. H Manning αργότερα θα γνωρίσει επιτυχία ως μέλος των World of Pooh. Στο μπάσο στους 28th Day, μαζί με τον Cole Marquis στα φωνητικά και την κιθάρα και τον Mike Cloward στα ντραμς. Το ντεμπούτο τους LP, που κυκλοφόρησε στο Enigma το 1985, θα ήταν η μόνη τους δουλειά στο στούντιο. Τραγούδια όπως τα “Pills”, “This Train”, “I'm Only Asking”, “Dead Sinner”, απηχούν την ψυχεδέλεια του Frisco, τους Great Society και τους Big Brother & The Holding Company. (https://www.youtube.com/watch?v=KhymKG_fTAA&list=PLftNHZ5MCo4qdmeIcE5AGACrSEAse7d6z)


33. Antietam - Music From Elba (Homestead, 1986)

Οι Antietam συγκροτήθηκαν στο Λούιβιλ του Κεντάκι το 1984 από μέλη πρώην μέλη των Babylon Dance Band. Βασικά το ντουέτο της τραγουδίστριας Tara Key και του κιθαρίστα Tim Harris. Κυκλοφόρησαν έξι άλμπουμ μεταξύ 1985 και 1995. Υπέγραψαν με την Homestead Records η οποία κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο τους τον Ιούλιο του 1985. Μετά την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ Music from Elba, θα περνούσαν τρία χρόνια πριν από την επόμενη κυκλοφορία τους, το Eaten up by Hate στην Triple X Records . Ο Wolf Knapp τους συνοδεύει στο μπάσο, ο Sean Mulhall συμμετέχει στα ντραμς, ενώ η Danna Pentes εμφανίζεται στο βιολί. Το άλμπουμ ανοίγει με κρότο με το "San Diego", οι παραμορφωμένες κιθάρες πιέζουν πίσω από τα σπινταριστά φωνητικά της Tara Key. Μερικές φορές η φωνή της κυμαίνεται από μια σταθερή χαμηλή αντήχηση σε μια ξαφνική έκρηξη προς τα πάνω, όπως στο "Trouble Net". Άλλες φορές, επιπρόσθετα δεύτερα φωνητικά κυριαρχούν στα τραγούδια, ενώ το μπάσο και το βιολί εμποτίζουν με λυρισμό το "MV Augusta". Ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται ακουστικές κιθάρες, τσέλο και φυσαρμόνικα (στο "Camp Folk") αναπαρίστανται τέλεια στο ηχητικό μείγμα. Κάθε τραγούδι σε αυτόν τον δίσκο είναι πολύ διαφορετικό, δείχνοντας ότι οι Antietam δεν φοβούνται να ρίξουν όσο το δυνατόν περισσότερες ιδέες σε ένα τραγούδι. Μερικές φορές το συγκρότημα φεύγει ολοταχώς με μια γρηγορότερη ταχύτητα χωρίς καμία πιθανότητα να σταματήσει, και τότε ολόκληρο το τραγούδι μπορεί να επιβραδυνθεί, να αλλάξει ταχύτητα ή να σταματήσει ξαφνικά προτού ξανασπάσει με ταχύτητα μπροστά. Σαν να ακούς το Marquee Moon με την Patti Smith στα φωνητικά. Το γκρουπ-οδηγός για τους Yo La Tengo. (https://antietamnyc.bandcamp.com/album/music-from-elba)


33 1/2 The Walkabouts – See Beautiful Rattlesnake Gardens (PopLlama, 1988)

Στην κοινή αντίληψη, το Σιάτλ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του '80 θεωρείται ως η πατρίδα των σπόρων του grunge, που σύντομα θα αναστατώσει τη mainstream rock σκηνή. Οι Walkabouts στέκονταν κάπως ξέχωρα. Ο δημιουργικός πυρήνας της μπάντας, το ζευγάρι των Chris Eckman και Carla Torgerson, εναλλάσσονται στα κύρια φωνητικά. Έπαιζαν folk και country rock, που διαθλά το punk, με μαστιγωτά και μελαγχολικά χρώματα, επιδέξια υφασμένα στην ψυχεδελική ομίχλη. Η ποιότητα των συνθέσεών τους τους σκιαγραφείται στις πρώτες τους ηχογράφηση (ένα demo με το όνομά τους και το EP "22 Disasters", 1984 και 1985 αντίστοιχα). Όμως στο υπέροχο ντεμπούτο τους, το See Beautiful Rattlesnake Gardens, έδειξαν στο ακέραιο τις ικανότητές τους. Θραύσμα ορμητικής και όξινης ζωτικότητας το "Laughingstock", το "Jumping Off" βαδίζει στα χνάρια των Buzzcocks, το “This Rotten Tree” είναι λυρικό όσο και το ”Harvest” του Neil Young, ενώ στο “John Reilly” σπιντάρουν την εκτέλεση των Byrds. Το See Beautiful Rattlesnake Gardens δεν είναι το αριστούργημα των Walkabouts∙ Aυτός ο τίτλος προσιδιάζει στο New West Motel (Sub Pop Records, 1993). Είναι όμως η σημαντικότερη συνεισφορά τους στη «Σκηνή των Αναβιωτών». (https://thewalkabouts.bandcamp.com/album/see-beautiful-rattlesnake-gardens)

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ/ΔΕΙΤΕ/ΑΚΟΥΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

The Days of Wine and Roses των Dream Syndicate: Η γέννηση ενός κλασσικού άλμπουμ

Ένα τραγούδι από τους Dream Syndicate και την πρώτη συναυλία τους στην Ελλάδα το 1986 (audio)

O Rudi Protrudi των Fuzztones στο Merlin's: «Οι ισχυροί έχουν στο πρόγραμμά τους την υποδούλωση όλου του κόσμου και παλεύουν σκληρά να το πραγματοποιήσουν...»

Mark «Vet» Enbatta: Βετεράνος ψυχεδελικών πολέμων...


image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
 
 
 
image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
 
 
 
image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
 
 
 

Γραφτείτε στο newsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1